Κατάλογος

Οι Ατυχίες της Ψυχής

Δεν θεωρώ ατιμωτική την ηλιθιότητα. Πιστεύω πως αν δεν ήσουν μια φορά στη ζωή σου ηλίθιος, και μάλιστα βαθιά ηλίθιος, δεν έχεις καμιά πιθανότητα να υποψιαστείς τί είναι η ζωή. Νομίζω πως χρωστούμε στους ηλίθιους περισσότερα απ’ όσα πιστεύουμε.
Αυτοί τραβούν και πάντα τραβούσαν κουπί, με την ενεργητικότητα, την αξεπέραστη ζωτικότητά τους.
Δίχως τους ηλίθιους, όλα θα είχαν βουλιάξει στον μηδενισμό!
Ο κόσμος θα είχε εξαφανιστεί, από φόβο μη γελοιοποιηθεί!

Οι Διάδοχοι του Μαρξ

Επί τριάντα χρόνια ο Ζακ Ελλύλ παρέδιδε στους φοιτητές του έναν κύκλο μαθημάτων για τους διαδόχους του Μαρξ. Αυτά τα μαθήματα αποτελούν τον παρόντα τόμο. Πραγματεύεται εδώ τις τάσεις και τα ρεύματα που απορρέουν από τις διαφορετικές ερμηνείες που δόθηκαν σε διφορούμενα σημεία του έργου του Μαρξ και οδήγησαν στη δημιουργία ρευμάτων στο πλαίσιο της Μαρξιστικής σκέψης, που ήταν συνήθως εχθρικά μεταξύ τους: Ζαν Ζωρές, Ζωρζ Σορέλ, Έντουαρτν Μπέρνσταϊν, Καρλ Κάουτσκυ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Βλαντιμίρ Ίλλιτς Λένιν, Γκεόργκι Πλεχάνοφ. . . Συμπληρώνει το βιβλίο του μελετώντας τους τσεχοσλοβάκους μαρξιστές, στους οποίους βασίστηκε η λεγόμενη “Άνοιξη της Πράγας” το 1968 (Ότα Σικ, Ράντοβαν Ρίχτα).

Οι δύο Πηγές της Ηθικής και της Θρησκείας

Για το ανά χείρας έργο του, που θεωρείται το πιο «πολιτικό» του, αφού μελετά τα προβλήματα της ηθικής και της θρησκείας, και αφορμώμενος από αυτά μιλά για τον πόλεμο, για την Ευρώπη, για τον ρόλο ενός Παγκόσμιου Οργανισμού που θα διασφαλίζει την ειρήνη, για τον «αφροδισιακό» πολιτισμό μας, αλλά και για τη θέση της γυναίκας στο σύγχρονο κόσμο και για το ιδιωτικό αυτοκίνητο ως «αναγκαίο» κτήμα του ανθρώπου, έγραψε ο φιλόσοφος ότι ωρίμαζε μέσα του επί είκοσι πέντε χρόνια.
«Θεωρώ το τελευταίο μου βιβλίο έργο κοινωνιολογίας», δήλωσε, ενώ μια άλλη φορά είπε: «Είναι ένα βιβλίο φιλοσοφίας». Κατά τον πολωνό μελετητή του έργου του Λέζεκ Κολακόφσκι, που εξέδωσε τη μελέτη του για τον Μπερξόν το 1985, έχουμε στο βιβλίο αυτό «τη φιλοσοφική εξέταση ανθρωπολογικών υλικών».

Οι Ιστορίες του Κάντερμπερυ

Ατέλειωτα της ζωής τα βάσανα και οι κακοτυχίες, κι εμείς οι δύστυχοι αγνοούμε τι τάχα επιθυμούμε,
όταν με προσευχές και παρακλήσεις όλα τ’ αγαθά ζητάμε,
και σαν ποντίκι μεθυσμένο εδώ κι εκεί γυρνάμε, χωρίς να βρίσκουμε τον δρόμο στο σπίτι μας να πάμε,
γιατί, αν είσαι μεθυσμένος, λάθος δρόμο παίρνεις ο καημένος.
Έτσι πορεύεται ως τώρα αυτός ο κόσμος, κι εμείς το ίδιο.
Με πάθος και μανία την ευτυχία όλοι ποθούμε, μάταια ψάχνοντας εκεί που δεν υπάρχει να τη βρούμε.
Χωρίς αμφιβολία, για όλους μας αυτή είναι η αλήθεια.

Οι Κάτοικοι της Παλιάς Θεσσαλονίκης

[…] μέσα από τις ζωές των ανθρώπων που έζησαν στην πολύπαθη και ιστορική αυτή πόλη και τις συγκυρίες που τους οδήγησαν σε συγκεκριμένες συνθήκες, ο αναγνώστης θα αντιληφθεί σε βάθος το σύμπλεγμα των ιστορικών εξελίξεων που καθόρισαν τη μορφή των Βαλκανίων ώς τις μέρες μας, πάντα υπό ένα ανθρωπιστικό πρίσμα το οποίο μας θυμίζει συνεχώς ότι οι λαοί δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν μεταξύ τους αν δεν αποφασίσουν για το αντίθετο κάποιοι άλλοι. Ένα γλαφυρό και γραμμένο με πολύ μεράκι βιβλίο, το συνιστώ ανεπιφύλακτα. (Μάριος Δαμουλιάνος, περ. Strange, 2008)

Οι Κινηματογράφοι της Παλιάς Θεσσαλονίκης (1895-1944)

Το βιβλίο μνημονεύει τη σκοτεινή αίθουσα ως ένα από τα τρία στοιχεία απόλαυσης του σινεμά. Αποτελεί φιλόπονο συλλεκτικό έργο ενός πιστού του κινηματογράφου ως λαϊκού θεάματος και ντοκουμέντο ιστορικής έρευνας. Έχει την ψυχή του ευαίσθητου και αλκοολικού θεατή μέσα του και τη σωστική φροντίδα του “ανώνυμου” χρονικογράφου μιας εποχής απ’ έξω του. Αρχίζει με τη γενεαλογία των ονομάτων των αιθουσών της Θεσσαλονίκης. […] Παρεκβαίνει μετά προς την περιοχή των επιγείων θεοτήτων που πέρασαν κι από τη Θεσσαλονίκη “ωραίες και μοιραίες” για την παρηγοριά του λαού και τις στιγμιαίες εξάψεις του. Ρίχνει μερικές σκέψεις του στο χαρτί υπερασπίζοντας την παντομίμα. Παρακολουθεί τα πρώτα βήματα του ελληνικού κινηματογράφου, συμπληρώνοντας τις πληροφορίες του με χαριτωμένα σχόλια, κρίσεις και αναφορές. Τέλος, καταγράφει τις ταινίες που προβλήθηκαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1944. Με στοιχεία ξεθαμμένα από βιβλία ξένων στρατιωτικών, λευκώματα κυριών και σκόρπια φύλλα εφημερίδων. Την “υπόθεση” μερικών ταινιών απ’ αυτές την ιστορεί σαν παραμύθι. Ωσότου φτάνει στον Επίλογο με μιαν αίσθηση, θα λέγαμε, πληρότητας και κορεσμού του αφηγητή που έκανε το παν για να τροφοδοτήσει τη ροή του λόγου του με οποιοδήποτε υλικό μπορούσε να παρασύρει προς την εκβολή του. Μιλώντας περισσότερο παρά γράφοντας, ο Κώστας Τομανάς μπορεί να ονομαστεί ο λαϊκός κι εμπειρικός κοινωνιολόγος του σινεμά και συγχρόνως ο γνήσιος υπερασπιστής της κινηματογραφικής αίθουσας. (Νίκος Κολοβός, περιοδικό Διαβάζω, 25/5/1994)

Οι Μαγεμένες στη Γενέθλια Πόλη

Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Παρίσι.

Ακολουθώντας μια κατεστραμμένη μοίρα
από την Κωνσταντινούπολη, ο πρωταγωνιστής
θα καταλήξει στη πολυπολιτισμική
οθωμανική Θεσσαλονίκη του 1861.

Τρία χρόνια αργότερα, θεοί και άνθρωποι,
απομακρύνονται από την πατρώα γη.
Τα γεγονότα της αποξήλωσης και μεταφοράς του μνημείου
των «Μαγεμένων» στο Παρίσι,
θα προκαλέσουν τις εξελίξεις σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο.

Ένας Οθωμανός, μία Εβραία και ένας Γάλλος,
θα τυλίξουν μαζί το νήμα που υφαίνουν μύθος και ιστορία.

Στην ανατολή του 1900, στην πόλη του φωτός,
θα ολοκληρωθεί η διαδρομή στις ζωές των ήρωες του βιβλίου.
Μια νέα διαδρομή θα χαραχτεί και θα είναι αυτή,
της επιστροφής των Μαγεμένων στην γενέθλια πόλη.

Οι Μεταμορφώσεις του Ανθρώπου

Ο συγγραφέας μελετά την μετάβαση από το ζώο στον άνθρωπο. Εξετάζει, κατόπιν, τον άνθρωπο των αρχαϊκών χρόνων, που εξελίσσεται στον άνθρωπο των ‘αξονικών’ θρησκειών και φιλοσοφιών (χριστιανισμός, βουδισμός, ισλαμισμός).Ακολουθεί ο άνθρωπός του Παλιού Κόσμου, που μεταμορφώνεται στον Ανθρωπο του Νέου Κόσμου. Σ’ αυτό μπροστά, ανοίγονται δυο δρόμοι: ο άνθρωπος που καταστρέφει, και ο άνθρωπος που έχει σκοπό του την ζωή. Μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα βρισκόμαστε.

Οι Παραλλαγές της Θρησκευτικής Εμπειρίας – Μια Μελέτη της Ανθρώπινης Φύσης

«Κύριο θέμα του βιβλίου είναι αυτό που συνήθως ονομάζουμε «θρησκευτικό» συναίσθημα. Χρησιμοποιώντας συχνά εκτενή παραθέματα κάθε λογής υπερφυσικών εμπειριών, ο Τζέιμς επιχειρεί να αναδείξει το θρησκευτικό βίωμα εν γένει στην πιο ακραία, αμιγή και ιδιωτική μορφή του, παραμερίζοντας προκαταβολικά τις διάφορες κοινωνικοπολιτικές του συνέπειες. Παρόλο που ο Τζέιμς θεωρεί δεδομένο ότι λίγο-πολύ όλες οι θρησκευτικές μεγαλοφυΐες είχαν και κάποια συμπτώματα ψυχικής αστάθειας, σπεύδει να ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι αυτό δε συνιστά πρόβλημα, όπως νομίζουν όσοι ταυτίζουν υποτιμητικά το καθετί θρησκευτικό με κάποια ψυχοσωματική παθολογία».(Μύρων Ζαχαράκης, bookpress.gr, 26/05/2022)

Οι Πλατείες της Θεσσαλονίκης (μέχρι το 1944)

Οι πλατείες της Θεσσαλονίκης ήταν οι τόποι συνάθροισης και συνάντησης των ανθρώπων, και όχι απλώς οι χώροι σύγκλισης των οδικών αρτηριών, όπως σήμερα. Με τα λίγα που γράφουμε περιγράφοντας τις πλατείες της πόλης μας μέχρι το 1944, προσπαθούμε να διατηρήσουμε ζωντανές τις αναμνήσεις στους παλιούς, αλλά και να δείξουμε στους νεότερους ότι η ζωή ήταν κάποτε διαφορετική.

Οι Πληγές του Φαραώ

Βοηθούν οι Πληγές του Φαραώ στην ανάπτυξη του πρωτογενούς τομέα – αυτού που έχει ανάγκη η Ελλάδα της παρατεταμένης, δίχως διέξοδο κρίσης; Στοχεύουν εμμέσως στην ανάδειξη του εργασιακού πνεύματος, το οποίο η σύγχρονη κοινωνία των μέσων εξαλείφει από τη ζωή με οδυνηρές συνέπειες; Πρόκειται εν τέλει για το εγκώμιο μιας φιλοσοφίας της εργασίας, αλλά και για τα παρεπόμενά της (π.χ. ελεύθερος χρόνος ως αποποίηση της εργασίας [και συνέπειες αυτής της αποποίησης], διανθρώπινες σχέσεις, χρήμα, εθισμός, φόβος, media κ.ά.); Ναι! Και μαζί με όλα αυτά αντιπαρατίθεται το ανά χείρας βιβλίο με το άγνωστο, καθ’ ότι μη-αναστοχάσιμο φαινόμενο εργασία στη βάση του, και καταδεικνύει τη μοναδική, εφ’ όρου ζωής και καθοριστικής σημασίας συνδιαλλαγή του ανθρώπου με τα πράγματα και τους συνανθρώπους γύρω του.

Οι Σκοπελίτες – Κωνσταντίνος Δαπόντες: Μύθοι / Παύλος Νιρβάνας: Νησιώτικα Διηγήματα

Οι δύο διάσημοι λόγιοι της Σκοπέλου :
Ο Καισάριος Δαπόντες και ο Παύλος Νιρβάνας. Εκτενείς βιογραφίες και κείμενά τους:
“Οι μύθοι” του πρώτου, και “Νησιώτικα διηγήματα”του δεύτερου.

Οι Συμφορές του Πολέμου

“Οι συμφορές του πολέμου” είναι μια συλλογή ογδοντατριών χαρακτικών, που δημιούργησε ο Γκόγια με τη μέθοδο της οξυγραφίας και πρωτοεκδόθηκαν το 1863. Ο μεγάλος ισπανός ζωγράφος τα έφτιαξε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μακριά από την πατρίδα του, αποτραβηγμένος στο Μπορντώ της Γαλλίας. Βασίζονται στις φοβερές σκηνές που αντίκρισε κατά τον πόλεμο των ισπανών με τον εισβολέα Ναπολέοντα (“Αυτό το είδα”, γράφει στα περιθώρια των έργων), αλλά απεικονίζουν στιγμιότυπα απ’ όλους τους πολέμους του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Στο επίμετρο, ο γάλλος μελετητής και ιστορκός της τέχνης Ελί Φωρ σχολιάζει τα χαρακτικά, τα εντάσσει στο συνολικό έργο του Γκόγια, τα τοποθετεί στο ιστορικό τους πλαίσιο και αφορμάται απ’ αυτά για να διατυπώσει ορισμένες γενικότερες σκέψεις για το φαινόμενο του πολέμου.

Οι Ταβέρνες της Παλιάς Θεσσαλονίκης

Από τον Μεσαίωνα ακόμα, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, τα χάνια, τα χαμαιτυπεία και οι ταβέρνες βρίσκονταν έξω από τα τείχη των πόλεων, κοντά στις πύλες. Όταν εξέλιπε η ανάγκη της προστασίας των πόλεων με τείχη, τα ευαγή αυτά ιδρύματα μεταφέρθηκαν μέσα σης πόλεις και κατά προτίμηση στις αγορές, εκεί που κυκλοφορούσε πολύς κόσμος. Στην αρχή τα χάνια ήταν συνάμα και μπουρδέλα και ταβέρνες, αλλά με τον καιρό οι καινούριες συνθήκες ζωής επέφεραν το διαχωρισμό τους. Τα μπουρδέλα έμειναν έξω από τις πόλεις, τα χάνια άρχισαν να λειτουργούν στις ακραίες συνοικίες, πάντοτε όμως κοντά στις οδούς επικοινωνίας της πόλης με την ύπαιθρο, και οι ταβέρνες στα πιο πολυσύχναστα μέρη των αστικών κέντρων.

Εδώ στη Σαλονίκη οι πιο πολλές ταβέρνες βρίσκονταν στο Βαρδάρη και, όπως αναφέρει ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή που πέρασε από την πόλη μας στα 1668, υπήρχαν τότε στη Σαλονίκη τριακόσιες σαράντα οκτώ ταβέρνες και καπηλειά. Στις αρχές του 19ου αιώνα σ” όλο το μήκος της οδού που θα ονομαστεί αργότερα Εγνατία υπήρχαν υπόγειες ταβέρνες, που σ” αυτές έπιναν τα ρακιά τους οι Τούρκοι για να μη τους βλέπουν οι ραγιάδες. Για τις ταβέρνες που ήταν γύρω από την Καμάρα, η παράδοση αναφέρει ότι οι ιδιοκτήτες τους ξεμονάχιαζαν τους γενίτσαρους, τους μεθούσαν και τους έριχναν στους βόθρους. Θα πείτε: γιατί οι ταβερνιάρηδες, κατά κανόνα άνθρωποι αγαθοί, γίνονταν φονιάδες; Η αφόρητη τρομοκρατία που ασκούσαν οι γενίτσαροι και η εκμετάλλευση των χριστιανών είχε ξεπεράσει κάθε όριο και οι ραγιάδες, μη μπορώντας να τους πολεμήσουν τους Τούρκους μ” άλλο τρόπο, τους εξαφάνιζαν ρίχνοντάς τους στους βόθρους των μαγαζιών τους χωρίς ν” αφήνουν ίχνη.

1 15 16 17 25