Περιεχόμενα
– Πρόλογος
– Οι Τούρκοι
– Οι Εβραίοι
– Οι Μπαγιάτηδες
– Χρονολογικό Κομφούζιο
– Τύποι της Θεσσαλονίκης
– Οι Βούλγαροι στη Μακεδονία
– Οι Ξένοι του Φραγκομαχαλά
– Οι Ρουμάνοι
– Οι Αρμένηδες


[…] μέσα από τις ζωές των ανθρώπων που έζησαν στην πολύπαθη και ιστορική αυτή πόλη και τις συγκυρίες που τους οδήγησαν σε συγκεκριμένες συνθήκες, ο αναγνώστης θα αντιληφθεί σε βάθος το σύμπλεγμα των ιστορικών εξελίξεων που καθόρισαν τη μορφή των Βαλκανίων ώς τις μέρες μας, πάντα υπό ένα ανθρωπιστικό πρίσμα το οποίο μας θυμίζει συνεχώς ότι οι λαοί δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν μεταξύ τους αν δεν αποφασίσουν για το αντίθετο κάποιοι άλλοι. Ένα γλαφυρό και γραμμένο με πολύ μεράκι βιβλίο, το συνιστώ ανεπιφύλακτα. (Μάριος Δαμουλιάνος, περ. Strange, 2008)
– Πρόλογος
– Οι Τούρκοι
– Οι Εβραίοι
– Οι Μπαγιάτηδες
– Χρονολογικό Κομφούζιο
– Τύποι της Θεσσαλονίκης
– Οι Βούλγαροι στη Μακεδονία
– Οι Ξένοι του Φραγκομαχαλά
– Οι Ρουμάνοι
– Οι Αρμένηδες
Το βιβλίο παρουσιάζει το γυναικείο κοινό της τέχνης κατά τον 19ο αιώνα στην Ελλάδα. Μέσα από τις σελίδες του έρχεται στο φως ένα σύνολο ανώνυμων και επώνυμων γυναικείων προσώπων, που ήρθαν σε επαφή με καλλιτεχνικά έργα και δημιουργούς, διατύπωσαν κρίσεις και εξέφρασαν τη γνώμη τους για το παρελθόν, το παρόν, ενίοτε και το μέλλον της τέχνης. Ποιες είναι οι γυναίκες αυτές και μέσα από ποιες διαδρομές καθίστανται θεάτριες της τέχνης; Ποιες εικαστικές παραστάσεις έλκουν ή απωθούν τα βλέμματά τους και κάτω από ποιες προϋποθέσεις; Με ποιον τρόπο και με τι είδους όρους αποτιμούν τα έργα που σχολιάζουν; Πώς τοποθετούνται απέναντι στις κυρίαρχες ιστορικές αφηγήσεις και αντιλήψεις περί καλλιτεχνικής δημιουργίας; Τα ερωτήματα αυτά επιχειρείται εδώ να απαντηθούν.
Με την αξιοποίηση δημοσιευμένων πηγών και αρχειακού υλικού η μελέτη εντοπίζει τις επισκέπτριες των καλλιτεχνικών εκθέσεων, αφουγκράζεται τις σχολιάστριες καλλιτεχνών και έργων, παρακολουθεί τις συγγραφείς πραγματειών και κειμένων για την αρχαία ή τη νεότερη τέχνη. Παράλληλα, εξετάζει τις απόψεις γνωστών προσωπικοτήτων της εποχής, όπως η Καλλιρρόη Παρρέν και η Καλλιόπη Κεχαγιά, αναδεικνύει την ποικιλία των ενδιαφερόντων και των θέσεων διαφορετικών θεατριών και επισημαίνει τον βαθμό στον οποίο το φύλο επηρεάζει τόσο το ύφος του λόγου και τα είδη της γραφής όσο και τη στάση του κοινού σε σχέση με θέματα όπως το γυμνό, οι εικαστικές απεικονίσεις γυναικείων μορφών, οι καλλιτέχνιδες.
Στο παρόν κείμενο ο Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον πραγματεύεται γλαφυρά τη μεταβολή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι τον χρόνο. Ξεκινά από την εποχή που το ρολόι ήταν ένα αξιοπερίεργο σπάνιο αντικείμενο και φτάνει στην εποχή που ρυθμίζει κυριαρχικά την καθημερινή μας ζωή.
Τη Δευτέρα ή την Τρίτη, σύμφωνα με την παράδοση, ο χειρωνακτικά εργαζόμενος προσαρμόζεται στον αργό ρυθμό της μελωδίας «Έεεεεεχουμε καιρό, έεεεεεχουμε καιρό». Την Πέμπτη και την Παρασκευή, εργάζεται στον γοργό ρυθμό «Άλ-λη μια μέρα, άλ-λη μια μέρα».
Ο πειρασμός για χουζούρι, για άλλη μια ώρα στο κρεβάτι, φόρτωνε τη δουλειά στο βράδυ, και τότε έπρεπε να γίνει στο φως των κεριών.
Οι Μαγεμένες της Θεσσαλονίκης, πιο γνωστές με την ισπανοεβραική τους ονομασία Las Incantadas, ήταν ένα εντυπωσιακό σύμπλεγμα ανάγλυφων μορφών στην Αγορά της πόλης. Τις άρπαξε τον 19ο αι. ο Γάλλος Ε. Μίλλερ, που επονομάστηκε “Έλγιν της Θεσσαλονίκης”, και τις μετέφερε στη Γαλλία. Σήμερα εκτίθενται στο Μουσείο του Λούβρου. Από αφηγήσεις περιηγητών, που είδαν και περιέγραψαν το μνημείο, από μελέτες ιστορικών και αρχαιολόγων, από ανασκαφικά ευρήματα, ο συγγραφέας προβαίνει σε μια σφαιρική μελέτη του μνημείου: αναγνωρίζει τις αναπαριστώμενες μορφές, εξηγεί γιατί ειδικά αυτές περιλαμβάνονταν στο μνημείο, επιχειρεί να μας δώσει το κλίμα μέσα στο οποίο ανεγέρθηκε το μνημείο, το χρονολογεί και το τοποθετεί στη θέση που κατείχε στη Θεσσαλονίκη.
Οι πλατείες της Θεσσαλονίκης ήταν οι τόποι συνάθροισης και συνάντησης των ανθρώπων, και όχι απλώς οι χώροι σύγκλισης των οδικών αρτηριών, όπως σήμερα. Με τα λίγα που γράφουμε περιγράφοντας τις πλατείες της πόλης μας μέχρι το 1944, προσπαθούμε να διατηρήσουμε ζωντανές τις αναμνήσεις στους παλιούς, αλλά και να δείξουμε στους νεότερους ότι η ζωή ήταν κάποτε διαφορετική.