…Καθόμαστε πάνω σε μια πληγή
Που δεν πιστεύουμε στη γιατρειά της
Και την κοιτάμε όπως
Οι τουρίστες τον κρατήρα του ηφαιστείου…
– Γράφηκαν επακριβώς στην Καινή Διαθήκη οι διδαχές και τα λόγια του Ιησού;
– Ποιος τα αλλοίωσε και γιατί;
– Τι είπε αρχικά ο Ιησούς και ποιο το πραγματικό νόημα των λόγων του;
– Μπορούμε να δούμε τι ακριβώς είπε ο Ιησούς και ποιος ακριβώς ήταν ο συμβολισμός των λόγων του την εποχή εκείνη;
– Μας δίνει η Καινή Διαθήκη τη σωστή εικόνα για την προσωπικότητα του Ιησού;
Σε αυτά τα σημαντικά ερωτήματα δίνει απάντηση το βιβλίο “Ο Πέτρος επινόησε τον Ιησού”.
Μία νέα αναλυτική μέθοδος δίνει απροσδόκητα αποτελέσματα και απόψεις για την κατανόηση της Βίβλου.
Ο Dimitri Speck επιδεικνύει σπάνιο πνευματικό θάρρος και παρουσιάζει κατά την έρευνα των βιβλικών κειμένων μία αξιέπαινη αντικειμενικότητα μακριά από κάθε προκατάληψη.
Το βιβλίο είναι μία σημαντική συνεισφορά στο μεγάλο πολιτισμικό θέμα Βίβλος και χριστιανισμός. (Στέφανος Σκληβάνος, φυσικός)
Ήταν αργά το βράδυ όταν έφτασε ο Κ. Το χωριό το σκέπαζε βαθύ χιόνι. Από τον λόφο του Πύργου δεν φαινόταν τίποτε, τον κάλυπταν η καταχνιά και το σκοτάδι, κι ούτε ένα αμυδρό φωτάκι δεν έδειχνε ότι υπήρχε εκεί ο μεγάλος Πύργος. Ώρα πολλή στάθηκε ο Κ. στην ξύλινη γέφυρα που οδηγούσε από τον δημόσιο δρόμο στο χωριό και κοίταξε το φαινομενικό κενό από πάνω του.
Κίνησε έπειτα να βρει κατάλυμα για τη νύχτα. Στο πανδοχείο δεν είχαν ακόμη κοιμηθεί, ο ξενοδόχος δεν είχε βέβαια δωμάτιο να του δώσει, μα, εξαιρετικά ξαφνιασμένος κι αναστατωμένος από τον πελάτη που έφτασε τέτοια ώρα, προθυμοποιήθηκε ν’ αφήσει τον Κ. να κοιμηθεί σ’ ένα αχυρόστρωμα στην τραπεζαρία. Ο Κ. δέχθηκε. Λίγοι χωρικοί έπιναν ακόμη την μπίρα τους, αλλά δεν ήθελε να πιάσει κουβέντα με κανέναν, κουβάλησε μόνος του το αχυρόστρωμα από τη σοφίτα και πλάγιασε κοντά στη θερμάστρα. Ήταν ζεστά, οι χωρικοί ήταν ήσυχοι, τους περιεργάστηκε για λίγο με κουρασμένα μάτια κι ύστερα αποκοιμήθηκε.
Όλα τα χρώματα φυλακισμένα στο άσπρο.
Αν κάνει πως σκάζει, θα πεταχτούν από παντού.
Θα τρελαθεί ο κόσμος.
Κοίτα πόσο χρώμα, και μας το έκρυβαν.
Τα ποιήματα φτάνουν σ’ εμένα από τα δάση.
Μα δεν τα φέρνουν τα πουλιά, ούτε τα σύννεφα.
Το κεφάλι μου πλατύ κανάλι
τα σπρώχνει σαν κορμούς
να κυλήσουν στο χαρτί,
να τρυπήσουν το τραπέζι,
το πάτωμα,
να βγουν στους δρόμους.
Ο ρώσος συγγραφέας Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) θεωρείται από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών, “βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής”.
Ο σωσίας, που γράφτηκε το 1846, είναι απο τα πρώτα έργα του, που περιέχει εν σπέρματι τις αρετές που φανερώνονται στα πασίγνωστα μεταγενέστερα έργα του: Έγκλημα και τιμωρία, Δαιμονισμένοι, Αδελφοί Καραμάζοφ.
Στον σωσία ο συγγραφέας καταδύεται στον ψυχικό κόσμο του δημοσίου υπαλλήλου Γκολιάτκιν (που μας φέρνει στο μυαλό τον βιβλικό Γολιάθ). Ο ήρωάς μας θέλει να “τραβάει τον δρόμο του” αλλά και θέλει να “μη διαφέρει καθόλου απ’ τους άλλους ανθρώπους”. Διχάζεται: ο πραγματικός Γκολιάτκιν εμμένει στην ιδιαιτερότητα του, ο σωσίας του υποτάσσεται στον γενικό κομφορμισμό, γίνεται ολόιδιος με τους άλλους ανθρώπους.
Ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει αριστοτεχνικά τη σύγκρουση των δύο στάσεων, την έκφραση τους στη ζωή του ήρωα, την τραγική κατάληξη…
Στο “Ποίος ήτον ο φονεύς του αδελφού μου” ένας νέος δολοφονείται από παρανόηση, επειδή μοιάζει καταπληκτικά με κάποιον άλλο. Ο φόνος αναπαράγεται κατοπτρικά στο τέλος της ιστορίας, πάλι βασισμένος σε παρανόηση. Πριν από τον φόνο αυτόν, ανάλογοι φόνοι (ή κατ’ επίφαση φόνοι) διαπράττονται κατά συρροή σε άλλους τόπους, σε άλλα, ξενόγλωσσα κείμενα, σε συνδυασμό με ανάλογες παρεξηγήσεις, αντικαταστάσεις προσώπων, διχασμούς προσωπικοτήτων, κλεμμένες σκιές και χαμένα είδωλα. Όλος αυτός ο φασματικός κόσμιος των αναδιπλασιασμών -εκτόνωση του άγχους που προκαλεί η επέλαση του βιομηχανικού εφιάλτη αλλά και η ανακάλυψη του ασυνείδητου- συνυπάρχει στις περισσότερες περιπτώσεις με τον θάνατο. Έχει διατυπωθεί η άποψη ότι και τα έξι διηγήματα του Βιζυηνού είναι μελέτες θανάτου, με εστίαση κάθε φορά σε διαφορετική δεσπόζουσα. Ακόμα και το “Μεταξύ Πειραιώς και Νεαπόλεως”, όπου κανείς δεν πεθαίνει βιολογικά, υπαινίσσεται έναν συναισθηματικό θάνατο. Το συγκεκριμένο διήγημα, πάντως, ακολουθεί στερεοτυπικά τη σχετική παράδοση, υποβάλλοντάς την ταυτόχρονα σε επανεξέταση υπό την πίεση του ρεαλιστικού αιτήματος του καιρού του. Υπ’ αυτές τις συνθήκες το θέμα του σωσία αξιοποιείται επιπλέον ως όργανο διερεύνησης του σπουδαιότερου (κατά πολλούς, του μοναδικού) θέματος της λογοτεχνίας, του θανάτου, ως ρητορικό στρατήγημα για την άρθρωση του ανείπωτου.
Στο βιβλίο του ο Σέννετ προσφέρει μια πρωτότυπη θεώρηση της εργασίας του τεχνίτη και της στενής της σύνδεσης με το έργο και τις ηθικές αξίες. Πραγματεύεται μια ουσιαστική ανθρώπινη ενόρμηση: την επιθυμία να κάνουμε καλά μια δουλειά ως αυτοσκοπό. Αν και κυριαρχεί η άποψη πως η εργασία του τεχνίτη έχει χάσει τη σημασία της με την έλευση του βιομηχανικού πολιτισμού, ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η επικράτεια του τεχνίτη είναι πολύ ευρύτερη από την ειδικευμένη χειρωνακτική εργασία. Ο προγραμματιστής του κομπιούτερ, ο γιατρός, ο γονιός και ο πολίτης πρέπει σήμερα να μάθουν τις αξίες της καλής εργασίας του τεχνίτη.
Τα λογοτεχνικά κείμενα έχουν, όπως τα δέντρα, το ορατό μέρος και τις ρίζες. Ακόμη και αν κανείς εντρυφήσει μια ολόκληρη ζωή στο ορατό μέρος, μόνο εικασίες θα μπορεί να κάνει για την υπόγεια ζωή, τους σχηματισμούς των ριζών και τις μυστικές διαδρομές του νερού και των θρεπτικών συστατικών από το έδαφος προς τα φύλλα και τα άνθη.
Ο συγγραφέας διερευνά το μεγάλο μυστήριο της γραφής εστιάζοντας κυρίως σε δύο λογοτεχνικά έργα: στο διήγημα Όνειρο στο κύμα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και στο μυθιστόρημα του Φραντς Κάφκα Η Δίκη. Ένα δοκίμιο για τη γραφή, την έμπνευση και τις διακειμενικότητες στη λογοτεχνία, με αναφορές σε δημιουργούς όπως ο Όμηρος, ο Διονύσιος Σολωμός, ο Κ. Π. Καβάφης και ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης και σε λογοτεχνικούς ήρωες και ηρωίδες όπως τα πρόσωπα της Οδύσσειας, η φεγγαροντυμένη του Κρητικού, το βοσκόπουλο και η Μοσχούλα του Ονείρου στο κύμα και ο Γιόζεφ Κ. της Δίκης.
Έχοντας αφιερώσει περισσότερο από τριάντα χρόνια εξερευνώντας, διαβάζοντας και χαρτογραφώντας τα “οδικά τοπία της νεωτερικότητας”, τα αδιέξοδα, τα σταυροδρόμια, τους μονόδρομους της αστεακής νεωτερικότητας, ο Νταίηβιντ Φρίσμπυ μας έχει προσφέρει αναλυτικά, κατατοπιστικά και ακριβέστατα πανοράματα της μοντέρνας, καπιταλιστικής μητρόπολης και της εμπειρίας του καινούργιου σε αυτήν.
Παρά το μόνιμο και σκόπιμο “ίσως” του ή μάλλον εξ αιτίας αυτού του “ίσως”, η κοινωνιολογία και η κοινωνική θεωρία του Φρίσμπυ στηρίζονται σε μία θεμελιώδη παρατήρηση:
η διέξοδος και οι εναλλακτικές διαδρομές από το φαινομενικό ή μη χάος, ασάφεια, ανασφάλεια και σύγχυση στη μοντέρνα καπιταλιστική μεγαλούπολη μπορεί να βρεθεί μέσα σε αυτήν, μέσα από την περιπέτεια σε αυτήν, όχι από όλα όσα μπορεί να νομίζουμε ότι ξέρουμε για την κοινωνική ζωή αλλά από τη συγκεκριμένη και απτή γνώση αυτού που μπορούμε να αναζητήσουμε, να γνωρίσουμε και να αναγνωρίσουμε ως αλήθεια πίσω από τις εορταστικές μάσκες που καλλωπίζουν την καθημερινότητα στη μοντέρνα καπιταλιστική μητρόπολη.
Καλοδιάβατες οι ισιάδες της ζωής.
Τα κότσια του καθενός μετριούνται στις ανηφοριές της.
Κάποιοι επιλέγουν να σταθούν γενναίοι.
Άλλοι, δειλοί ριψάσπιδες, τρέπονται σε φυγή
αποποιούμενοι ακόμη και την ιδιότητα του γονέα.
Όλες οι βεβαιότητές μας για το νόημα ιδεών και λέξεων (νόημα που η σύγχρονη κουλτούρα θεωρεί δεδομένο) κλονίζονται ή ανατρέπονται όταν διαβάζουμε τα βιβλία του Ιλλιτς. Το θεωρητικό του έργο αντιπροσωπεύει μια ριζική κριτική στη βιομηχανική κοινωνία, στην τεχνολογία και στους σύγχρονους πολιτικούς θεσμούς. Είναι ταυτόχρονα μια πρόκληση και μια πρόσκληση για μιαν “αλλαγή τρόπου σκέψης”, που ανατρέπει πλήρως τη σημερινή μας κοσμοαντίληψη. Φιλοδοξεί να μας προμηθεύσει μιαν άλλη γλώσσα και μιαν άλλη σκέψη, που θα μας δίνει τη δυνατότητα να επιμένουμε στην αυτόνομη και δημιουργική δράση. […]
Σύμφωνα με τον Ιλλιτς, πρέπει να πάψουμε να ταυτίζουμε την πρόοδο με τον πολλαπλασιασμό εμπορευμάτων και πρέπει να σκεφτούμε με εντελώς νέο τρόπο την αλληλοσυσχέτιση αναγκών και ικανοποιήσεων. Ένα πρόγραμμα “συμβιωτικής λιτότητας” πρέπει να αντιταχθεί στην απόλυτη κυριαρχία του εμπορεύματος, προκειμένου να ευνοήσει την παραγωγή αξιών χρήσης που δεν εμφανίζονται στην αγορά.
(Θανάσης Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, Ιούλιος 1999)