Κατάλογος

Η Εξέγερση των Ελίτ και η Προδοσία της Δημοκρατίας

Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο ισπανός στοχαστής Ortega y Gasset εξέδωσε το βιβλίο του «Η εξέγερση των μαζών». Υποστήριζε σ’ αυτό ότι η δημοκρατία κινδύνευε από τις μάζες, από τον απλό κόσμο που εισέβαλλε στη σκηνή της ιστορίας. Εξήντα χρόνια αργότερα, ο Κρίστοφερ Λας υποστηρίζει ότι η απειλή για τη δημοκρατία σήμερα προέρχεται από τις ελίτ των επαγγελματιών και των διευθυντικών στελεχών. Οι ελίτ αυτές, ευκίνητες και εξωτερικά ολοένα πιο παγκοσμιοποιημένες, αρνούνται να δεχθούν περιορισμούς ή δεσμούς με τον τόπο ή το έθνος τους. Απομονώνονται στα δίκτυα και τους θύλακές τους, εγκαταλείπουν τη μεσαία τάξη και προδίδουν την ιδέα της δημοκρατίας για όλους.

Η Επίσκεψη και Άλλα Νησιώτικα Διηγήματα

Ο Βασίλης Κουκορίνης γεννήθηκε στο χωριό Γλώσσα της νήσου Σκοπέλου, που ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης το ονομάζει “ψηλό χωριό” (στο διήγημά του Η ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ). Από πολύ μικρός αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αμερική (βλ. διήγημα ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ). Εκεί, δούλεψε, πάσχισε να διατηρήσει και να διαδώσει τη γλώσσα μας, ίδρυσε τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα και, συνάμα, έγραψε τα διηγήματά του, που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά της ομογένειας και της Ελλάδας. Από τις δυο συλλογές διηγημάτων, που εξέδωσε στην Θεσσαλονίκη το 1964 και το 1967, επέλεξε ο ίδιος τα διηγήματα που αποτελούν τον παρόντα τόμο. Πρόσθεσε και ένα δύο ανέκδοτα κείμενά του, καθώς και δύο μελέτες για το έργο του: του Βολιώτη κ. Γιώργου Θωμά και του κοντοχωριανού του παπα-Κώστα Καλλιανού. “Ποτέ δεν έπαψε ο καθαρός, ο δροσερός, ο αναπαυτικός νοερός διάλογος με το νησί μου και τους ανθρώπους που άφησα πίσω να μου φτερώνει τη σκέψη και την ψυχή”, γράφει ο Βασίλης Κουκορίνης κι αυτόν ακριβώς τον διάλογο παρουσιάζει στα νησιώτικα διηγήματά του. Σημαντικό είναι και το κείμενό του για τον (επίσης Σκοπελίτη) Παύλο Νιρβάνα. Βιβλίο σπουδαίο, γιατί εκτός από τις λογοτεχνικές του αρετές, μας δείχνει πως πασχίζουν οι άνθρωποι να διατηρήσουν την ελληνικότητα, την δική τους και των ομοεθνών τους, στην μακρινή Αμερική.

Η Επιστροφή του Ηλεκτροσόκ – Θεραπεία ή Βλάβη;

Όσοι πιστεύουν ότι το ηλεκτροσόκ ανήκει στην γκρίζα προϊστορία της ψυχιατρικής κάνουν λάθος. Παγκοσμίως, ο αριθμός των αιτήσεων για την αγορά μηχανημάτων ηλεκτροσόκ αυξάνεται. Σύμφωνα με μία εκτίμηση του 2013 από τους λάτρεις του ηλεκτροσόκ, περίπου 2-3 εκατομμύρια άνθρωποι δέχονται ετησίως ηλεκτροσόκ.

Η Εποχή του Κενού – Δοκίμια για τον Σύγχρονο Ατομικισμό

Αναλύοντας τα σπουδαία έργα των κορυφαίων αμερικανών κοινωνιολόγων Νταίηβιντ Ρήσμαν, Κρίστοφερ Λας, Ντάνιελ Μπελ και Ρίτσαρντ Σένετ, ο συγγραφέας καταλήγει στα συμπεράσματα του: Ζούμε σε μία νέα εποχή. Την εξέγερση της δεκαετίας του 1960 διαδέχονται σήμερα η αδιαφορία και ο ναρκισσισμός. Τη λογική της ομοιομορφοποίησης διαδέχονται η αποτυποποίηση και η γοητεία. Την ιδεολογική σοβαρότητα διαδέχεται η γενίκευση του χιούμορ. Μια νέα δημοκρατική εποχή χαρακτηρίζεται από τον περιορισμό της βίας και την εξάντληση αυτού που εδώ και εκατό χρόνια αποτελούσε την πρωτοπορία. Με αυτό τον νέο ατομικισμό, οι αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες εισέρχονται στη «μεταμοντέρνα» εποχή.

Η Θεραπεία των Πραγμάτων

Μέσα από ποικίλες θεματικές με συγκλίνουσα πορεία προς το εσωτερικό δράμα του ανθρώπου, από το γενικό τού πολιτισμού στο ειδικό τού υποκειμένου, οι Παθογνωστικές Μελέτες Δ´ προσηλώνουν τον αναγνώστη εκ νέου σε μια πορεία κριτικής επαναξιολόγησης του συμπτώματος πέρα από την υποκειμενίστικη διατύπωση της παραδοσιακής  ψυχανάλυσης ή Ψυχολογίας του Εγώ:

«Η αποκορύφωση αυτής της κριτικής έγκειται στο ότι το φαντασιώδες περιεχόμενο του ασυνειδήτου δεν είναι ένα υποκειμενικό επιπρόσθετο στα πράγματα, ένα από το οποίο προκύπτει το σύμπτωμα, αλλά πολύ περισσότερο ο κατ’ εξοχήν λόγος παραγωγής τους.»

Ρούντολφ Χάιντς (Rudolf Heinz)
Ιδρυτής της Παθογνωστικής
ενός είδους Κριτικής Ψυχανάλυσης, Ψυχανάλυσης Βάθους ή Ψυχανάλυσης των Πραγμάτων

Ο πολιτισμός στοχεύει στην επικάλυψη και έτι περαιτέρω στον εξωραϊσμό τής απόκρυφης και από τη συνείδηση μη-προσπελάσιμης εσωτερικής διάστασης του ανθρώπινου όντος. Οτιδήποτε αναδύεται εντός του πολιτισμού – συμπεριλαμβανομένης της ακραίας αρνητικότητας –, αναγνωρίζεται από αυτόν ή απορρίπτεται και υπηρετεί εφ’ εξής, ως αναγνωρισμένο ή απορριφθέν (και στις δύο περιπτώσεις θύμα), το καθολικό πνεύμα τής εξωτερικότητας, ήτοι την αγωνιώδη τάση για υπέρβαση της  ύλης / του περιεχομένου διά της οδού τής ορθολογιστικής και αισθητικής επικύρωσης.

Η θεραπεία των πραγμάτων αφουγκράζεται μέσα από μια σταχυολόγηση συμπτωματικών αναλύσεων τη ματαιοπονία αυτής της επιδίωξης, ανασύρει δε στη συνείδηση και στη γνώση το ασυνείδητο περιεχόμενο του πολιτισμού. Ως εκ τούτου κατανοεί τις μορφές ακραίας αρνητικότητας, οι οποίες προκύπτουν εξ άπαντος από την εγγενή αδυναμία τού ίδιου του πολιτισμού να υπάρξει αποκλειστικά ως αυτή η εξωτερικότητα – παράγοντας ακούσια ως εσωτερική αντίδραση κατά του εαυτού του την ακραία μορφή αυτοαναίρεσής του: το ξέσπασμα της βίας, ατομικής ή συλλογικής (εγκληματικότητα).

Η κριτική ψυχαναλυτική εντρύφηση στο πολύπτυχο του πολιτισμού, η παθογνωστική, άγει με συνέπεια από την εξωτερικότητα στο επίκεντρο του δράματος, στην απρόσιτη για τον πολιτισμό διάσταση, την οποία αποκαλούμε εσωτερικότητα του μεμονωμένου ανθρώπου. Εδώ βρίσκεται ο χώρος τής «αλήθειας» του πολιτισμού, το πεδίο όπου ο πολιτισμός αδυνατεί, ενώ θα το επιθυμούσε, να ξεχάσει τον εαυτό του, ώστε να ηρεμήσει· να απελευθερωθεί από τον φαύλο κύκλο τής αυτοκαταστροφικής βίας και να επαναφέρει τη χαμένη αίσθηση της ζωής, εν άλλοις λόγοις να παραιτηθεί από την αυθυπέρβαση· είναι ο τόπος όπου το υποκείμενο υποφέρει και νοσεί ψυχικά και σωματικά.

Κατακλείδα: ο πολιτισμός διαπλάθει το υποκείμενο με βάση την κοινωνική συναίνεση, ήτοι αυθαίρετα. Το υποκείμενο δημιουργεί, αενάως και ανεπαίσθητα, εξ αιτίας τής τριβής ένα «νέο» πολιτισμό· η μία πλευρά προσεγγίζεται μέσα από την άλλη: μέσα στο σύμπτωμα αποκαλύπτεται ο πολιτισμός και τανάπαλιν, μέσα από τον πολιτισμό γίνεται κατανοητό το σύμπτωμα.

Η Θυσία

Σε μια εποχή που ο θάνατος δεν υπάρχει πια, οι άνθρωποι δεν έχουν παρά να αξιοποιήσουν τον απεριόριστο χρόνο που διαθέτουν για να εκπληρώσουν όλες τις επιθυμίες τους πάνω στη γη, ενώ ο κόσμος μεταμορφώνεται σ’ έναν κήπο των επίγειων απολαύσεων. Ο Αδάμ Μακρόπουλος είναι ένας απ’ αυτούς τους ευλογημένους ανθρώπους που ανήκουν στο τυχερό γένος των αθάνατων. Έχοντας, βέβαια, την ευτυχία να ζήσει για περίπου μισή χιλιετία, στο τέλος τού απέμεινε μόνο μία επιθυμία που δεν έχει εκπληρώσει: να πεθάνει. Διοικητικές λεπτομέρειες, σουρεαλιστικές περιπέτειες και μοιραίες παρεξηγήσεις μπαίνουν διαρκώς εμπόδιο στην προσπάθεια του ήρωα ν’ ανοίξει τις πύλες της εξόδου απ’ τη ζωή. Μέχρι που συναντά την Περσεφόνη, η οποία, με την αγνότητα, την υπευθυνότητα και την αγάπη της, θα του αλλάξει γνώμη και θα του αποδείξει πως, τελικά, η ζωή έχει νόημα. Μήπως, όμως, τότε να είναι πολύ αργά; Ή μήπως πολύ νωρίς, ώστε να πειστεί ο Αδάμ Μακρόπουλος πως, για να πεθάνει κανείς, θα πρέπει πρώτα να έχει ζήσει αληθινά; Με έντονα τα στοιχεία της μαύρης κωμωδίας και της αριστοφανικής σάτιρας πάνω σε ζητήματα πολιτικής ορθότητας, αλλά και, ταυτόχρονα, βαδίζοντας στα χνάρια που χάραξε το μοντέρνο υπαρξιακό δράμα, όπως αυτό σκιαγραφήθηκε απ’ τη σκέψη του Ντοστογιέφσκι, του Κάφκα και του Καμύ, το συγκεκριμένο βιβλίο είναι γι’ αυτούς και γι’ αυτές που αρέσκονται να πλάθουν εικόνες διαβάζοντας.

Η Ιστορία των Ουτοπιών

Η έμφαση του στοχαστή στη σημασία της τοπικής και περιφερειακής κοινότητας, σε αντίθεση με το κράτος, τον κάνει έναν επίγονο του Θορό και του ιδιότυπου αμερικάνικου αναρχισμού του. Αλλά ο Μάμφορντ δεν παύει να διεκδικεί και τη μεγαλούπολη για τη δική του ουτοπία. Αυτό που αντλεί από τις ουτοπικές παραδόσεις δεν είναι οδηγίες για δράση και συνταγές γενικής ευτυχίας. Είναι περισσότερο η ώθηση για έμπνευση νέων μορφών αγαθού βίου, νέων ειδώλων πολιτισμού. Η ανάγκη του αυτή στηρίζεται στην κεντρική ιδέα του βιβλίου: πως από την έρευνα των ουτοπιών μπορούμε να μάθουμε περισσότερα για την πραγματικότητά μας. Να μάθουμε, κυρίως, να κοιτάμε τα πράγματα στο φως της μετάπλασης και αναδιαμόρφωσής τους. Έτσι, λέει ο Μάμφορντ, θα απαλλαγούμε και από τις “κίβδηλες ουτοπίες”, εννοώντας τους ολοκληρωτικούς μύθους. (Νικόλας Σεβαστάκης, Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, 9/10/1998)

Η ιστορία υπο Επιτήρηση

Είναι έργο του κάθε έθνους να γράφει τη “δική του” ιστορία. Από την Ρωσική Επανάσταση του 1905 μέχρι μιαν ασήμαντη κλοπή αγγινάρων στην Γενεύη το 1743, το εξαιρετικό και το κοινότοπο επανεξετάζονται και περνούν από το κόσκινο μιας επιλεκτικής μνήμης. Με το βιβλίο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, η ιστορία επηρεάζει τον τρόπο μας να βλέπουμε τον κόσμο. Αλλά ποια ιστορία; Μήπως η κινηματογραφική ταινία γουέστερν δεν αποσιωπά την τύχη των Ινδιάνων και δεν προτείνει μια στερεότυπη αμερικανοποίηση; Ο Μαρκ Φερρό ξεσκεπάζει τους μηχανισμούς της κατασκευής των ιστορικών σκοπιμοτήτων και μας λέει πώς να βλέπουμε και πώς να σκεφτόμαστε και να γράφουμε την ιστορία. Ο ιστορικός έχει διπλό ρόλο: να διαφυλάττει την ιστορική μνήμη και να κάνει κατανοητή την ιστορία. Εκπληρώνει την αποστολή του; Ή μήπως είναι η αποστολή αυτή εξ’ ορισμού ανέφικτη;

Η Καλλιτεχνική Κίνηση στη Θεσσαλονίκη 1885-1944

Από τις λιγοστές υπάρχουσες πηγές και από τις αναμνήσεις των καλλιτεχνών, που δεν είναι πάντα αξιόπιστες και πρέπει να διασταυρώνονται, θα προσπαθήσουμε ν’ ανασυστήσουμε την καλλιτεχνική ζωή της πόλης μας επί μιαν εξηκονταετία. Τα χρόνια που εξετάζουμε, τα Ωδεία δεν είχαν μόνιμη στέγη, τα δε σποραδικά φύλλα των εφημερίδων, που γλίτωσαν από την πυρκαγιά και την Κατοχή, δεν περιλαμβάνουν πάντα τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Φίλοι, κυρίως, και γνωστοί μας βοήθησαν με τις αναμνήσεις τους να καταγράψουμε τα στοιχεία που ακολουθούν. […] Ωδεία, χορωδίες, μουσικοί, τραγουδιστές, τραγούδια που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις: όλα αυτά καταγράφονται αναλυτικά για τα εξήντα χρόνια από το 1885 μέχρι το 1944.

Η Καταναλωτική Κοινωνία

Όπως όλοι οι μεγάλοι μύθοι που σέβονται τον εαυτό τους, ο μύθος της “κατανάλωσης” έχει τον λόγο του και τον αντίλογό του: ο εξυμνητικός λόγος για την αφθονία συνοδεύεται από έναν “κριτικό” αντίλογο, σκυθρωπό και ηθικολογικό, για τα κακά της καταναλωτική κοινωνίας και την τραγική κατάληξη στην οποία θα οδηγήσει οπωσδήποτε τον πολιτισμό μας. Η μαγεία της κοινωνίας μας είναι λευκή, δεν είναι πια εφικτή η αίρεση μέσα στην αφθονία. Πρόκειται για την προφυλακτική λευκότητα μιας χορτασμένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας χωρίς ίλιγγο και χωρίς ιστορία, χωρίς μύθο άλλον από τον εαυτό της.

Η Κατάρρευση του Πολιτισμού

Η κατάρρευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού αποτέλεσε θεμελιώδες γεγονός για την εξέλιξη της ελληνικής ιστορίας. Τα εντυπωσιακά κτήρια δεν ανοικοδομήθηκαν ποτέ ξανά, και ελάχιστες εικαστικές και χειρωνακτικές τέχνες κατάφεραν να επιβιώσουν. Οι προηγμένες μορφές πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης χάθηκαν στη λήθη, και η έννοια της ανώτατης κυβέρνησης του μυκηναϊκού άνακτος εξαφανίστηκε για πάντα από το φάσμα των πολιτικών θεσμών της αρχαίας Ελλάδας. Τα ανάκτορα, οι βασιλείς και οι βασιλικές οικογένειες περιήλθαν στη διάσταση του μύθου. Η τέχνη της γραφής χάθηκε για αιώνες. Η Ελλάδα μετατράπηκε σε μια κλειστή κοινότητα του Αιγαίου. Με λίγα λόγια, ο ελληνικός κόσμος υποβιβάστηκε στο επίπεδο μιας προϊστορικής κοινωνίας.

Τι είδους μαθήματα μπορούμε να αντλήσουμε από την εξέταση αυτής της κρίσιμης περιόδου; Ποια μηνύματα μπορούμε να αφουγκραστούμε από την κατάρρευση των αρχαίων κοινωνιών, αναγνωρίζοντας πιθανούς παράγοντες που μπορούν να επαναληφθούν στο μέλλον υπό ανάλογες συνθήκες; Εάν η αρχαιολογική γνώση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο πρόληψης, τότε η μελέτη της κατάρρευσης των κοινωνικών συστημάτων της Εποχής του Χαλκού δεν αποτελεί μόνο μια ενδιαφέρουσα περιπτωσιολογική μελέτη για την εξαγωγή χρήσιμων ιστορικών συμπερασμάτων, αλλά και ένα σημαντικό εργαλείο για τη διαμόρφωση στρατηγικών με σκοπό την αποφυγή παρόμοιων σφαλμάτων στο μέλλον.

Η Κοινωνία του Δέλτα

Ποιητικά γραμμένα πεζογραφήματα, με το χαρακτηριστικό ύφος της συγγραφέως…

Την στιγμή της εντεινόμενης αγωνίας του για την καλπάζουσα διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, στις οποίες ανέκαθεν ο άνθρωπος αντιστάθηκε και τις οποίες καλείται πάλι να αντιμετωπίσει, μη μερικός, δεν παύει να προσπαθεί να εντρυφήσει σε όλα τα ακρογωνιαία, πανανθρώπινα…

Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού

Ένα βιβλίο που χτυπά ίσια στην καρδιά της κουλτούρας. Συλλαμβάνει θαρραλέα ορισμένα εκπληκτικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής και ιδιωτικής ζωής”, έγραψε ο καθηγητής Μ. Rogin του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϋ. Όμως τώρα, που όλα έχουν φτάσει σ’ ένα σημείο ακατανόητου αδιεξόδου, σε ποιο λιμάνι θα κατευθυνθούμε σ’ έναν τόσο εφιαλτικό κόσμο; (Δημήτρης Κακαβελάκης, “Χανιώτικα Νέα”, 23.6.2008. Κείμενο αφιερωμένο από τον Δ. Κακαβελάκη στη μνήμη τού αείμνηστου Μιχάλη Γρηγοράκη, που ήταν αντίμαχος στον ναρκισσισμό)

Η Λαοδίκη στη Χώρα του Αισχύλου

“Εμείς, ψάχνοντας απαντήσεις, ας παρακολουθήσουμε και ας ακολουθήσουμε τη Λαοδίκη στον άγνωστο δρόμο που οδεύει για να μαζέψει πληροφορίες για την τύχη του στρατηλάτη γιου της. Όσο κι αν διαισθάνεται πως κάποιο κακό τον βρήκε -το όνειρο, το όνειρο ήταν σημαδιακό- η μητρική της φύση αρνείται πεισματικά να αποδεχτεί την αλήθεια. Αναβάλλει τη σύγκρουση με τη ζοφερή πραγματικότητα και, αναβάλλοντάς την, περιπλανιέται, αρχής γενομένης από, πού αλλού, τη γενέτειρα του ποιητή.
Ελευσίνα! Πόλη της μάνας Δήμητρας και της κόρης Περσεφόνης. Εδώ γεννήθηκε ο Αισχύλος το 524 π.Χ.”

Η Λαοδίκη είναι η Λαοδίκη. Είναι η ηρωίδα μου και ίσως η δική σας ηρωίδα. Μ’ αυτήν κάνουν παρέα πρόσωπα των έργων του Αισχύλου. Άλλοτε την συμβουλεύουν και την παρηγορούν, άλλοτε την φοβίζουν, μερικές φορές την κάνουν να αγανακτεί, να δυσφορεί, ποτέ μα ποτέ όμως δεν την εγκαταλείπουν. Κι αυτό επειδή καταλαβαίνουν πως αν ακουστεί η δική της φωνή θα ακουστεί και η δική τους, η φωνή της Άτοσσας, της Κλυταιμνήστρας, του Προμηθέα, των Ικέτιδων, κι έτσι θα επιβιώνουν στέλνοντας μήνυμα σπάνιας ευκρίνειας όσο και αξίας: το πάθος μάθος. Αρκεί να είσαι ακόμη ζωντανός, αν δηλαδή μετά το πάθος είσαι ακόμη εν ζωή, διδάχθηκες το μάθος, ειδάλλως η σοφία σου αυτή πλουτίζει άλλους, που ωφελούνται έμμεσα από εσένα.

Η Μεγάλη Αναβροχιά

Ανάμεσα στη Λέσβο, και πιο ειδικά στο Πλωμάρι του, και στη Θεσσαλονίκη, βίωσε, φαντάσθηκε ή επινόησε ιστορίες και παραμύθια που συγκίνησαν τον γραφιά αυτών των κομματιών.
Οι φτωχοί απόμαχοι της ζωής, που βρήκαν τρόπο να διασκεδάσουν τον επερχόμενο θάνατο στις απάνθρωπες συνθήκες της κρίσης, ο νέος ξενιτεμός των βλασταριών της ελληνικής επαρχίας, η δυστυχία και η πάλη για ζωή των νεοπροσφύγων, οι λιτανείες για τον εξανθρωπισμό του Θείου, αγιορείτικες αλλά και λεσβιακές περιηγήσεις, ερωτικές φαντασιώσεις, με τα κατάλοιπα της ανίκητης κυριαρχίας της βαθιάς συντηρητικής αντίληψης, συνθέτουν ένα πανόραμα της κοινωνικής μας πραγματικότητας των τελευταίων εξήντα χρόνων, που αποτυπώνονται σ’ αυτήν τη συλλογή διηγημάτων.

Η Μεταμόρφωση

Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε πελώρια κατσαρίδα. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που έμοιαζε με πανοπλία, και, όταν σήκωσε λιγάκι το κεφάλι, είδε την τουρλωτή, καφετιά κοιλιά του που ήταν χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματα για να μη γλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα πόδια του, αξιολύπητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.
“Τι μου συνέβη;” συλλογίστηκε. Δεν ήταν όνειρο. Το δωμάτιό του, ένα συνηθισμένο ανθρώπινο υπνοδωμάτιο, μόνο λίγο πιο μικρό από το κανονικό, κειτόταν ήσυχο ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους του. Πάνω απ’ το τραπέζι, στο οποίο ήταν σκόρπια ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα -ο Σάμσα ήταν περιοδεύων αντιπρόσωπος- κρεμόταν η εικόνα που είχε κόψει πρόσφατα από ένα εικονογραφημένο περιοδικό και την είχε βάλει σε μια όμορφη, επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα έδειχνε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα που καθόταν στητή και άπλωνε στον θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της από τον αγκώνα και κάτω.

1 8 9 10 25