Kafka Franz

Ο Franz Kafka γεννήθηκε στις 3 Ιουλίου 1883 στην Πράγα και πέθανε στις 3 Ιουνίου 1924 στο σανατόριο του Κίρλινγκ, κοντά στη Βιέννη. Ήταν γερμανόφωνος, εβραϊκής καταγωγής και έγραψε όλα του τα έργα στη γερμανική γλώσσα. Υπήρξε δικηγόρος, αλλά έγραψε μυθιστορήματα, δοκίμια και ποιήματα. Ήταν εκπρόσωπος του Μοντερνισμού.

Σπούδασε στο Πανεπιστήμιο του Καρόλου της Πράγας Νομικά. Μετά το τέλος των σπουδών του εργάστηκε σε ασφαλιστική εταιρία και αργότερα στο Ινστιτούτο Ασφάλισης Εργατικών Ατυχημάτων της Βοημίας, μια εργασία που του επέτρεπε να διαθέτει περισσότερο χρόνο για τη συγγραφή. Η υγεία του υπήρξε εύθραυστη και πέρασε μεγάλα διαστήματα σε σανατόρια. Το 1915 έγραψε τη «Μεταμόρφωση», μια από τις σημαντικότερες νουβέλες του. Τα τρία του μυθιστορήματα, «Η Δίκη» (1925), «Ο Πύργος» (1926) και «Αμερική» (1927) εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του. Παρόλο που άφησε πολυσέλιδα ημερολόγια, δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες για τη ζωή του. Τα αρχεία του καταστράφηκαν και οι αδερφές του εκτελέστηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Το 1935 απαγορεύτηκε η δημοσίευση των έργων του, αλλά διαδόθηκαν μετά θάνατον, αρχικά στη Γαλλία, χάρη στους Albert Camus και Jean-Paul Sartre.

Πέθανε σε σανατόριο του Κίρλινγκ στις 3 Ιουνίου 1924 από φυματίωση και ενταφιάστηκε στην Πράγα.

Author's books

Αμερική

Ο Φραντς Κάφκα [Franz Kafka (1883 – 1924)] γεννήθηκε στην Πράγα και ήταν γιος ενός εύπορου αυτοδημιούργητου τσεχοεβραίου εμπόρου. Αφού πρώτα σπούδασε για λίγα χρόνια φιλολογία και ιατρική, στράφηκε μετά στα νομικά. Εργάστηκε ως υπάλληλος σε εταιρεία κοινωνικών ασφαλίσεων στην Πράγα. Οι αποτυχημένες ερωτικές του ιστορίες, οι κακές σχέσεις με τον αυταρχικό πατέρα του, η άμεμπτη πνευματική του τιμιότητα και η σχεδόν παθολογική ευαισθησία του υπέσκαψαν την υγεία του. Τα “χρόνια της πείνας” στο Βερολίνο μετά το 1918 του έδωσαν τη χαριστική βολή. Πέθανε εκεί κοντά στην τελευταία του συντρόφισσα, Ντόρα Ντιαμάντ.
Έγραψε στα γερμανικά, μυθιστορήματα (τα ημιτελή Η δίκη, Ο Πύργος, Αμερική, που εκδόθηκαν μετά τον θάνατό του από τον φίλο του, Μαξ Μπροντ, από τον οποίο είχε ζητήσει να τα κάψει) και διηγήματα (από τα οποία ξεχωρίζει Η μεταμόρφωση). Σήμερα έχουν εκδοθεί και τα Σημειωματάριά του και οι επιστολές του (Γράμμα στον πατέρα, Γράμματα στη Μίλενα κτλ.).
Ο Κάφκα δεν ταξίδεψε ποτέ πιο πέρα από την κεντρική Ευρώπη. Σ’ αυτό το μυθιστόρημα περιγράφει τις περιπέτειες του νεαρού Καρλ Ρόσμαν στις Η.Π.Α., όπως φαντάζεται τη μακρινή αυτή χώρα.

Η Δίκη

«Η Δίκη είναι ένα εφιαλτικό βιβλίο και σε αυτό συγκλίνουν όσοι αναγνώστες και κριτικοί το έχουν προσεγγίσει από διαφορετικά μετερίζια. Σε τι ακριβώς συνίσταται αυτός ο εφιάλτης που χάριν ευκολίας χρησιμοποιείται παντού όπου, υπό τη γενικόλογη έννοια του «καφκικού» ύφους; (…) αναγνώστη/τρια διαβάζοντας αυτό το βιβλίο θα έχεις επιτύχει κάτι απτό και μετρήσιμο, κοινωνικά χρήσιμο, καθότι η αμιγώς αναγνωστική, αισθητική απόλαυση είναι καθαρά ατομική υπόθεση (τουτέστιν ύποπτη). Εφόσον όμως συνδέσεις την ανάγνωση με το όφελος, αυτόματα η παρασιτική κατάσταση απομόνωσης (σε ένα δικό σου δωμάτιο, όπως σοφά έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ) απενοχοποιείται, καθίσταται μετρήσιμη κι άρα συνέχεια και επίρρωση της παραγωγικής διαδικασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο (ναι, αυτό τη «Δίκης») θα είναι υπερήφανο για σένα!» (Φώτης Καραμπεσίνης, bookpress.gr, 28/04/2021)

Η Μεταμόρφωση

Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε πελώρια κατσαρίδα. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που έμοιαζε με πανοπλία, και, όταν σήκωσε λιγάκι το κεφάλι, είδε την τουρλωτή, καφετιά κοιλιά του που ήταν χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματα για να μη γλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα πόδια του, αξιολύπητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.
“Τι μου συνέβη;” συλλογίστηκε. Δεν ήταν όνειρο. Το δωμάτιό του, ένα συνηθισμένο ανθρώπινο υπνοδωμάτιο, μόνο λίγο πιο μικρό από το κανονικό, κειτόταν ήσυχο ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους του. Πάνω απ’ το τραπέζι, στο οποίο ήταν σκόρπια ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα -ο Σάμσα ήταν περιοδεύων αντιπρόσωπος- κρεμόταν η εικόνα που είχε κόψει πρόσφατα από ένα εικονογραφημένο περιοδικό και την είχε βάλει σε μια όμορφη, επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα έδειχνε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα που καθόταν στητή και άπλωνε στον θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της από τον αγκώνα και κάτω.

Ο Πύργος

Ήταν αργά το βράδυ όταν έφτασε ο Κ. Το χωριό το σκέπαζε βαθύ χιόνι. Από τον λόφο του Πύργου δεν φαινόταν τίποτε, τον κάλυπταν η καταχνιά και το σκοτάδι, κι ούτε ένα αμυδρό φωτάκι δεν έδειχνε ότι υπήρχε εκεί ο μεγάλος Πύργος. Ώρα πολλή στάθηκε ο Κ. στην ξύλινη γέφυρα που οδηγούσε από τον δημόσιο δρόμο στο χωριό και κοίταξε το φαινομενικό κενό από πάνω του.
Κίνησε έπειτα να βρει κατάλυμα για τη νύχτα. Στο πανδοχείο δεν είχαν ακόμη κοιμηθεί, ο ξενοδόχος δεν είχε βέβαια δωμάτιο να του δώσει, μα, εξαιρετικά ξαφνιασμένος κι αναστατωμένος από τον πελάτη που έφτασε τέτοια ώρα, προθυμοποιήθηκε ν’ αφήσει τον Κ. να κοιμηθεί σ’ ένα αχυρόστρωμα στην τραπεζαρία. Ο Κ. δέχθηκε. Λίγοι χωρικοί έπιναν ακόμη την μπίρα τους, αλλά δεν ήθελε να πιάσει κουβέντα με κανέναν, κουβάλησε μόνος του το αχυρόστρωμα από τη σοφίτα και πλάγιασε κοντά στη θερμάστρα. Ήταν ζεστά, οι χωρικοί ήταν ήσυχοι, τους περιεργάστηκε για λίγο με κουρασμένα μάτια κι ύστερα αποκοιμήθηκε.