Στο “Πεντάγωνο της ισχύος” ο Μάμφορντ κορυφώνει τις ριζικές αναθεωρήσεις των κοινών και διαδεδομένων αντιλήψεων για την πρόοδο του ανθρώπου και της τεχνολογίας. Για πρώτη φορά παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη ιστορική εξήγηση των ανορθολογικοτήτων και καταστροφών που έχουν υπονομεύσει τα ανώτερα επιτεύγματα όλων των πολιτισμών.
Δείχνει πως οι ποσοτικοί στόχοι της σύγχρονης τεχνικής -ταχύτητα, μαζική παραγωγή, ακαριαία επικοινωνία και εξ αποστάσεως έλεγχος- έχουν φέρει αναπόφευκτα ρύπανση, σπατάλη, οικολογική αναστάτωση και ανθρώπινη εξολόθρευση σε κλίμακα αδιανόητητη παλαιότερα.
Το βιβλίο του δεν είναι μία επίθεση στην επιστήμη και την τεχνική -κάθε άλλο μάλιστα. Επιδιώκει να οδηγήσει στην εγκαθίδρυση μιας πιο οργανικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων, που θα βασίζεται στους τεράστιους τεχνολογικούς πόρους του ανθρώπινου οργανισμού. Μία τέτοια τάξη πραγμάτων, δείχνει ο Μάμφορντ, είναι σήμερα απαραίτητη, αν η ανθρωπότητα θέλει να θέσει υπό έλεγχο τις απάνθρωπες φαντασιώσεις και επιθετικότητες που απειλούν να καταστρέψουν τον πολιτισμό μας.
Ο Κρίστοφερ Λας στο βιβλίο αυτό ασχολείται με την επίδραση της σύγχρονης κοινωνίας στη διαμόρφωση του Εαυτού. Ο 20ός αιώνας έφερε την εκτενή βιομηχανοποίηση, τη βία σε έκταση και μορφή πρωτοφανείς στην Ιστορία, τον υπερπληθυσμό, τον οικολογικό κίνδυνο και την αύξηση του όγκου και ταχύτητας μετάδοσης της πληροφορίας. Ταυτόχρονα, έφερε και μια άνευ προηγουμένου κοινωνική και πολιτική πολυπλοκότητα. Η αίσθηση της κλίμακας του κοινωνικού περιγύρου που περιβάλλει τον κάθε άνθρωπο μεγάλωσε κατά πολύ, ενώ ο αυξημένος ρυθμός των εξελίξεων τον ανάγκασε να μετατραπεί από ήρεμο διαμορφωτή της πραγματικότητάς του σε δρομέα που προσπαθεί να προλάβει τις εξελίξεις. Το μη-οικείο, ταχέως εξελισσόμενο και απειλητικό αυτό περιβάλλον εμφανίζεται υπερβολικά “μεγάλο” και εχθρικό προς την εγγενή τάση του ανθρώπου να επιβληθεί στον περίγυρό του. Αποτέλεσμα: η συρρίκνωση του Εαυτού στα απολύτως βασικά στοιχεία του, ο περιορισμός του σε μια κατάσταση διαρκούς πολεμικής ετοιμότητας. Και όπως σε κάθε πόλεμο, η επιβίωση μετατρέπεται σε πρωτεύουσα προτεραιότητα, τόσο πολύ μάλιστα που καθίσταται αυτοσκοπός, παραβλέποντας την ανάγκη αναζήτησης οποιουδήποτε άλλου νοήματος πέραν της ίδιας της επιβίωσης. Η υγιής υπαρξιακή σχέση του ανθρώπου με το περιβάλλον του διαρρηγνύεται καθώς αυτός μετατρέπεται σε πολεμιστή: ανασφαλής, επιθετικός και καιροσκόπος, έτοιμος να κάνει το καθετί που πιστεύει ότι θα κατασιγάσει την ανασφάλειά του, ξεχνά πόσο βαθιά συνδεδεμένη είναι η μοίρα του με τη μοίρα των άλλων ανθρώπων και του ευρύτερου περιβάλλοντός του. Τα παραπάνω αποτελούν μικρό μόνο μέρος του νοήματος του βιβλίου, νοήματος που υποστηρίζεται από μια εμβριθή επιχειρηματολογία η οποία είναι εκτενέστατη σε κλίμακα και σε περιεχόμενο: για να υποστηρίξει τα λεγόμενά του, ο Λας μας ταξιδεύει σε πλήθος νοητικών τοποθεσιών, όπως στις ναζιστικές συγκεντρώσεις της Γερμανίας του 1938 ή τις αλληλεπιδράσεις των φροϋδικών διαστρωματώσεων της ψυχής. Ένα βιβλίο όχι εύκολο, που όμως, όπως καθετί δύσκολο, ανταμείβει την προσπάθεια με έναν ανεκτίμητο πλούτο γνώσης που ξεπερνά κατά πολύ τα όρια τα οποία τυχόν θέτει ο τίτλος. (Μάριος Δαμουλιάνος, περ. Strange, 2008)
Στις αρχές της δεκαετίας του 1930 ο ισπανός στοχαστής Ortega y Gasset εξέδωσε το βιβλίο του «Η εξέγερση των μαζών». Υποστήριζε σ’ αυτό ότι η δημοκρατία κινδύνευε από τις μάζες, από τον απλό κόσμο που εισέβαλλε στη σκηνή της ιστορίας. Εξήντα χρόνια αργότερα, ο Κρίστοφερ Λας υποστηρίζει ότι η απειλή για τη δημοκρατία σήμερα προέρχεται από τις ελίτ των επαγγελματιών και των διευθυντικών στελεχών. Οι ελίτ αυτές, ευκίνητες και εξωτερικά ολοένα πιο παγκοσμιοποιημένες, αρνούνται να δεχθούν περιορισμούς ή δεσμούς με τον τόπο ή το έθνος τους. Απομονώνονται στα δίκτυα και τους θύλακές τους, εγκαταλείπουν τη μεσαία τάξη και προδίδουν την ιδέα της δημοκρατίας για όλους.
Η ανάλυση και τα συμπεράσματά του διαφοροποιούνται ρητά από ορισμένα ριζοσπαστικά ρεύματα (φεμινισμός, ψυχαναλυτικός αναθεωρητισμός, πολιτισμική ανθρωπολογία, νεομαρξισμός και “αντικουλτούρα”), τα οποία επικρίνουν τον καταπιεστικό θεσμό της οικογένειας και συνδέουν την κοινωνική και πολιτισμική πρόοδο με τη χειραφέτηση του ατόμου από τα οικογενειακά δεσμά. Ο Λας υπογραμμίζει, αντιθέτως, τη σπουδαιότητα των οικογενειακών δεσμών και επισημαίνει τους κινδύνους που συνεπάγεται η διάβρωση της οικογενειακής ζωής στη σύγχρονη κοινωνία. Από πρώτη άποψη φαίνεται παράλογο ένας ριζοσπάστης στοχαστής, σφοδρός επικριτής του αμερικάνικου καπιταλισμού όπως ο Λας, να υπερασπίζεται παραδοσιακές αξίες. Τα επιχειρήματα και οι συλλογισμοί του, όμως, κατορθώνουν να κλονίσουν πολλές “προοδευτικές” μας βεβαιότητες. Παρατηρεί ότι η σταδιακή διάβρωση της εξουσιαστικής οικογένειας, που επήλθε καθ’ όλη τη διάρκεια της φιλελεύθερης φάσης της αστικής κοινωνίας, όχι μόνο δεν απελευθέρωσε το άτομο από εξωτερικούς καταναγκασμούς, αλλά το υποδούλωσε σε νέες μορφές κυριαρχίας, ενώ ταυτόχρονα εξασθένησε την ικανότητά του για αντίσταση και αυτονομία. Η φιλελεύθερη επιτρεπτικότητα μπορεί να οδηγήσει σ’ ένα νέο και πιο αποτελεσματικό σύστημα κοινωνικού ελέγχου. Και αντίστοιχα, η διάλυση της εξουσίας/ αυθεντίας της οικογένειας και ο μαρασμός της οικογενειακής ζωής μπορεί να θέσουν τις ψυχικές βάσεις για την άνοδο ενός νέου τύπου δεσποτισμού. Στο όνομα της κριτικής στην “εξουσιαστική προσωπικότητα” που γεννάει η καταπιεστική οικογένεια, υποστηρίχθηκε η αντικατάσταση της εξουσίας/αυθεντίας των γονέων από την εξουσία/αυθεντία των “ειδικών” της ανατροφής των παιδιών (γιατρών, ψυχολόγων κτλ.). Ο Λας εξετάζει κριτικά αυτό το φαινόμενο της εισβολής στην αμερικάνικη οικογένεια των ειδικών της κοινωνικής και ψυχικής παθολογίας. Επικαλείται μάλιστα τον Φρόυντ, ο οποίος υποστήριζε ότι η αυτονομία εδράζεται στην έντονη συναισθηματική ταύτιση με τους γονείς και έρχεται έπειτα από τρομερούς αγώνες για να ξεπεράσουμε την κατωτερότητα και την εξάρτηση. Η εξασθένηση της πατρικής φροντίδας, συμπεραίνει ο Λας, ακριβώς επειδή έχει αμβλύνει τη σύγκρουση πατέρων και γιων, καθιστά πολύ πιο δύσκολο για το παιδί να γίνει αυτόνομος ενήλικος. (Θανάσης Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 3/8/2007)
“Μια αλλόκοτη τρέλα διακατέχει τις εργατικές τάξεις των εθνών στα οποία βασιλεύει ο καπιταλιστικός πολιτισμός. Η τρέλα αυτή είναι ο έρωτας για τη δουλειά, το θανατηφόρο πάθος για τη δουλειά, που φτάνει μέχρι την εξάντληση των ζωτικών δυνάμεων του ατόμου και των απογόνων του. Για να δοθεί δουλειά σε όλους τους ακαμάτηδες της τωρινής κοινωνίας, για να μπορέσει να αναπτυχθεί απεριόριστα ο βιομηχανικός εξοπλισμός, θα πρέπει η εργατική τάξη να αναπτύξει απεριόριστα τις καταναλωτικές της ικανότητες. Αν η εργατική τάξη, ξεριζώνοντας από την καρδιά της το διεστραμμένο πάθος που την κυβερνά και διαστρεβλώνει τη φύση της, ύψωνε το ανάστημά της για να σφυρηλατήσει έναν ατσάλινο νόμο που θα απαγόρευε σε όλους να δουλεύουν περισσότερο από τρεις ώρες την ημέρα, η γη θα ένιωθε να γεννιέται πάνω της ένας καινούριος κόσμος…” Η παρούσα μετάφραση εκδόθηκε το 1985 από την Εκδοτική Ομάδα. Έκτοτε, το βιβλίο έκανε άλλες τρεις εκδόσεις. Ξαναδούλεψα τη μετάφραση και την εκδίδω συνοδευόμενη από το τοτινό κείμενό μου “Η επικαιρότητα…”, που χρησιμοποιεί στοιχεία της εισαγωγής του Μωρίς Ντομαρζέ στη γαλλική έκδοση Μασπερό του 1978, από την οποία έγινε και η μετάφραση.
Β. Τ.
Όλες οι βεβαιότητές μας για το νόημα ιδεών και λέξεων (νόημα που η σύγχρονη κουλτούρα θεωρεί δεδομένο) κλονίζονται ή ανατρέπονται όταν διαβάζουμε τα βιβλία του Ιλλιτς. Το θεωρητικό του έργο αντιπροσωπεύει μια ριζική κριτική στη βιομηχανική κοινωνία, στην τεχνολογία και στους σύγχρονους πολιτικούς θεσμούς. Είναι ταυτόχρονα μια πρόκληση και μια πρόσκληση για μιαν “αλλαγή τρόπου σκέψης”, που ανατρέπει πλήρως τη σημερινή μας κοσμοαντίληψη. Φιλοδοξεί να μας προμηθεύσει μιαν άλλη γλώσσα και μιαν άλλη σκέψη, που θα μας δίνει τη δυνατότητα να επιμένουμε στην αυτόνομη και δημιουργική δράση. […]
Σύμφωνα με τον Ιλλιτς, πρέπει να πάψουμε να ταυτίζουμε την πρόοδο με τον πολλαπλασιασμό εμπορευμάτων και πρέπει να σκεφτούμε με εντελώς νέο τρόπο την αλληλοσυσχέτιση αναγκών και ικανοποιήσεων. Ένα πρόγραμμα “συμβιωτικής λιτότητας” πρέπει να αντιταχθεί στην απόλυτη κυριαρχία του εμπορεύματος, προκειμένου να ευνοήσει την παραγωγή αξιών χρήσης που δεν εμφανίζονται στην αγορά.
(Θανάσης Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, Ιούλιος 1999)
Το βιβλίο είναι από τα λίγα που έχει στη διάθεσή του ο έλληνας αναγνώστης αναφορικά με τη σχέση πολιτισμού και πολιτικής. Πλουτίζει θετικά τη σχετική βιβλιογραφία, ενσπείροντας καινά δαιμόνια σ’ ένα ζήτημα όπως αυτό της μαζικής κουλτούρας, στο οποίο κυκλοφορούν αρκετές αναχρονιστικές απόψεις στον τόπο μας. Αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι η έλλειψη ενός ευρέος δημόσιου διαλόγου και οι πολλές προκαταλήψεις επιτρέπουν να πλανάται στον αέρα μια σχετική ιδεολογική τρομοκρατία, η οποία καταφέρνει να επικρατήσει σε ορισμένα πολιτιστικά περιβάλλοντα, εμποδίζοντάς τα να γονιμοποιήσουν τολμηρές προτάσεις για μια σύγχρονη πολιτιστική πολιτική.
Πολύ καλή η μετάφραση του Ζήση Σαρίκα, και χρήσιμες οι παραπομπές στα βιβλία εκείνα που κυκλοφορούν και στα ελληνικά. (Μυρσίνη Ζορμπά, ΤΑ ΝΕΑ, 2000)
Ο Σαχράμ Χοσραβί είναι καθηγητής Ανθρωπολογίας στη Στοκχόλμη, με καταγωγή από το Ιράν. Εχει μελετήσει τον εξαναγκαστικό εκτοπισμό, καθώς και τις έννοιες του χρόνου και της αναμονής (σε σχέση με το προσφυγικό και την εξαναγκασμένη μετανάστευση), του πρεκαριάτου, του ασύλου.
Πριν από λίγο καιρό, κυκλοφόρησε σε μετάφραση Κατερίνας Τομανά και με πρόλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση (!), το βιβλίο του «“Παράνομος ταξιδιώτης” – Μια αυτοεθνογραφία των συνόρων». Στις 256 σελίδες του βιβλίου, ο Χοσραβί περιγράφει τις περιπλανήσεις του σε Ιράν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία έως να καταλήξει στη Σουηδία… Ενα εξαιρετικό ανάγνωσμα, τελείως επίκαιρο, για να καταλάβουμε (επιτέλους!) ότι δεν υπάρχουν «λαθρομετανάστες», αλλά άνθρωποι «αόρατοι» από το κράτος. Οχι γιατί δεν φαίνονται, αλλά γιατί κανείς δεν θέλει να τους δει. (Νόρα Ράλλη, Η Εφημερίδα των Συντακτών, Ιούλιος 2022)
Το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας, καρπός αγάπης για τον τόπο, περιγράφει και αναλύει τις αθέατες πηγές της ιστορίας των Τρικέρων -η κραταιά ναυτική πολιτεία επί Τουρκοκρατίας υπήρξε μείζον κέντρο του εθνικοαπελευθερωτικού αγώνα- , αναδεικνύει όψεις της οργάνωσης και της εξέλιξης της κοινωνίας τους, την ακμή και την προσαρμογή τους στις εξελίξεις, τον καθοριστικό ρόλο των γυναικών λόγω της μακρόχρονης απουσίας των ανδρών στα καράβια. Μιλά συγχρόνως για τις άμεσες αισθήσεις και τις φυσικές ομορφιές του τόπου, για τη μαγειρική και το κάλλος της τοπικής ενδυμασίας, τη γοητεία των μικρών νησιών και των λιμανιών του.
Τουλάχιστον για ένα πράγμα θα είμαστε περήφανοι και αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο στην ανθρωπότητα. Μεγαλώσαμε με τα δικά μας χέρια, με το δικό μας μυαλό, με τον δικό μας ιδρώτα και ποτέ, μα ποτέ, δεν εκμεταλλευτήκαμε κανέναν και καμία. Και όλα αυτά γιατί απλά αγαπήσαμε, πιστέψαμε και ποντάραμε στον άνθρωπο.
Τα κείμενα που δημοσιεύονται εδώ ερευνούν διαστάσεις της νεωτερικότητας στα γραπτά τριών γερμανών θεωρητικών, που ο καθένας τους έμεινε με τον τρόπο του πολύ περιθωριακός στο εκπαιδευτικό σύστημα και στην κουλτούρα της εποχής του: του Georg Simmel (Ζίμμελ, 1858-1918), του Walter Benjamin (Μπένγιαμιν, 1892-1940) και του Siegfried Kracauer (Κρακάουερ, 1844-1966). Στο βιβλίο περιέχονται στοιχεία των έργων του Ζίμμελ, Μπένγιαμιν και του Κρακάουερ που σχετίζονται συγκεκριμένα με τις έρευνές τους για τη νεωτερικότητα.
Στο βιβλίο του ο Σέννετ προσφέρει μια πρωτότυπη θεώρηση της εργασίας του τεχνίτη και της στενής της σύνδεσης με το έργο και τις ηθικές αξίες. Πραγματεύεται μια ουσιαστική ανθρώπινη ενόρμηση: την επιθυμία να κάνουμε καλά μια δουλειά ως αυτοσκοπό. Αν και κυριαρχεί η άποψη πως η εργασία του τεχνίτη έχει χάσει τη σημασία της με την έλευση του βιομηχανικού πολιτισμού, ο συγγραφέας υποστηρίζει πως η επικράτεια του τεχνίτη είναι πολύ ευρύτερη από την ειδικευμένη χειρωνακτική εργασία. Ο προγραμματιστής του κομπιούτερ, ο γιατρός, ο γονιός και ο πολίτης πρέπει σήμερα να μάθουν τις αξίες της καλής εργασίας του τεχνίτη.