Ελληνική Λογοτεχνία-Πεζογραφία

Γιούκα η Ηδονοβλεψίας

Ή Ήβη, με ταλέντο στον έντεχνο λόγο, και η Ζωή, με ταλέντο στη φωνή, είναι αχώριστες, αλλά εντελώς διαφορετικές. Εν μέσω οικονομικής κρίσης συγκρούονται και απομακρύνονται η μία από την άλλη. [Όταν ερωτεύοται, τις κυριεύει φόβος. Όμως “ο έρωτας δεν είναι έρωτας, αν δεν συνοδεύεται από φόβο” κι “ο ίμερος δεν γνωρίζει ευγένειες, πολιτισμό, διαγωγή κοσμιοτάτη”. Η Ήβη βρίσκει παρηγοριά στη γραφή, αλλά ακόμα δεν έχει καταπιαστεί με “τα δύσκολα του γραψίματος, δηλαδή το σβήσιμο και την οικονομία των λέξεων”, ενώ η Ζωή μαθαίνει πως “η ζωή είναι αυτό που κόβει στην μέση έναν προγραμματισμό’.] Ένα βιβλίο για τις επιθυμίες και τη διάψευσή τους, την ατολμία που καταπίνει τα χαρίσματα, τα μικρά μυστικά και τα μεγάλα ψέματα που μας απομακρύνουν από τους πιο κοντινούς μας ανθρώπους και τον Άλλο ως εικόνα του παραμορφωμένου από την οικονομική δίνη εαυτού. Για “κάθε ιστορία είναι ένα αφηγηματικό παλίμψηστο” και “η πλοκή κάποτε δημιουργεί τον αφηγητή της”.

Τα Σκαρπίνια

Μικρές ιστορίες, επεισόδια καθημερινά, παλιές αφηγήσεις και η νοσταλγία της παιδικής αθωότητας, με φόντο και πρωταγωνιστή τον κόσμο του μόχθου, δομούν ανεπαίσθητα, με διάθεση πότε σαρκαστική και παιγνιώδη, πότε οργισμένη, το περίγραμμα του ευαίσθητου μικρόκοσμου των έντεκα διηγημάτων της συλλογής “Τα σκαρπίνια”.
Έντεκα διηγήματα ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, που επαληθεύουν αυτό που έγραψε ο Αντόνιο Γκράμσι: «Αν δεν μπορείς να κατανοήσεις πραγματικούς ανθρώπους, δεν μπορείς να διακρίνεις τι έχει γενική αξία.»

Εφτά και Κάτι Νύχτες

Μερικούς μήνες πριν την απριλιανή δικτατορία του 1967 ένας λοιπός οπλίτης φθάνει σε στρατόπεδο της Λαμίας, για να ζήσει από πρώτο χέρι, έξω από τις γνωστές συνθήκες μιας στρατιωτικής θητείας, και όσες άλλες συνεπάγεται ο χαρακτηρισμός του ως Β, δηλαδή υπόπτων εθνικών σκέψεων και διαθέσεων.
Στα δυο χρόνια που ακολουθούν θα μετάσχει στην “εθνική επανάσταση” της 21ης Απριλίου, θα πληροφορηθεί μέσα από τη λαθραία ανάγνωση του φακέλου του την εθνοπροδοτική δράση του και στη συνέχεια, ως δημοσιογράφος πλέον, θα ζήσει την κοινωνική και πολιτική ζωή της δικτατορίας στη Θεσσαλονίκη, διαπιστώνοντας τελικά πόσο λίγοι έως ελάχιστοι ήταν όσοι έδωσαν εκ του συστάδην τη μάχη εναντίον της. Σημειώνοντας και τις εκκωφαντικές απουσίες. Θα παρακολουθήσει και θα περιγράψει τις δίκες των αντιστασιακών και θα αξιωθεί να δει τιμώμενους από την Πολιτεία όλους ή σχεδόν όλους όσοι στήριξαν ή βοήθησαν τη δικτατορία.
Παρακολουθεί και καταγράφει τις διεργασίες στον κοινωνικό και στον φοιτητικό χώρο, τις μέσω της Τέχνης αντιστασιακές εκδηλώσεις, τη συμμετοχή του λαού στη σύνταξη του πρώτου χουντικού συντάγματος του 1968, τις εσωτερικές αντιθέσεις του εσμού του παρακράτους, που φθάνει να αυτοκαταγγέλεται κατονομάζοντας τον δολοφόνο του Γρηγόρη Λαμπράκη. Αποδίδοντάς τον οι μεν στους δε.
Στις ιστορίες που συνθέτουν το μυθιστορηματικό χρονικό της εφτάχρονης δικτατορίας λίγες είναι αυτές που δικαιώνουν τον αγώνα των λίγων, εκλεκτών, όμως, αντιπάλων της. Εμμένοντας, παρ’ όλ’ αυτά, σε όσα στη νεότητά του ασπάστηκε, παραμένοντας πάντα λοιπός οπλίτης.

Ανισαμιά

Αέναες διαδρομές στον χώρο και στον χρόνο. Αναμνήσεις και αφηγήσεις απ’τον γενέθλιο τόπο, αναπολήσεις, εμπειρίες ζωής απ’ τον τόπο που έζησε, ιστορίες που έρχονται και επανέρχονται, ανθρώπινες φιγούρες, ικανοποιήσεις, απογοητεύσεις, ένα ασταμάτητο flash back, με μετανάστες, άρχοντες και μεροκαματιάρηδες, ανθρώπους αφιερωμένους στις ιδέες τους, κυνηγημένους, αλλά και δόλιους τρυγητές καρπών που δεν τους ανήκαν. Πλωμάρι Λέσβου – Θεσσαλονίκη. Όλα ή σχεδόν όλα σε μια εκ βαθέων εξομολόγηση, αναζητώντας τη λύτρωση με μια βαθιά ανάσα, μια ΑΝΙΣΑΜΙΑ, δίνοντας ίσως την ευκαιρία στον αναγνώστη να ανιχνεύσει σταγόνες αισιοδοξίας για το μέλλον.

Ο Κοιτώνας

Μικρά πεζά κείμενα με εκρηκτικό λεκτικό πυρηνίσκο, ανταριασμένη γραφή καινοτόμων λέξεων και εξωκοσμικών λεκτικών συνδυασμών.
Δέσποινα Λέφα, η Λογοτέχνις με τον εκρηκτικό λεκτικό πυρηνίσκο, την ανταριασμένη γραφή των καινοτόμων λέξεων και των εξωκοσμικών λεκτικών συνδυασμών, που οδηγούν στην ρωγμή του αναμάρτητου οξειδωμένου λογισμού.
Ο γράφων προσπάθησε, επί ματαίω, να ανακαλύψει την ανωπαία ατραπό για προσπέλαση στα ακασικά αρχεία και εκείθεν στον αρχετυπικό ιδιορυθμό της συγγραφέως, προκειμένου να ανιχνεύσει το ενεργειακό της αποτύπωμα, στον χώρο του υπερβατικού παραλογισμού. Γρίφος τα ηλεκτροχημικά, τα οποία εκρήγνει το κυρίαρχο όργανο της νόησής της, για να μετασχηματισθούν σε φαιά ουσία, διατρέχοντας νευρώνες και νευροδιαβιβαστές, έως τις συνάψεις του αυτοκράτορα Νου. (από τον πρόλογο του Κωνσταντίνου Γεωργίου στην παρούσα έκδοση)

Τελετουργικά και Τελευταία

Έξι μικρά πεζά, χωρισμένα σε δύο ενότητες. Δείγμα γραφής: Το επιμύθιο της διάσπαρτης μετάλλαξης, η παλμική συνεύρεση στης υπερουσιότητας την κράση, το συμμιγές των υλικών σε τρυφερή ενιαία σύσταση, χαϊδολογούσανε την αύρα των παρισταμένων με άφατα μίας πρωτόπλαστης γαλήνης ενθυμήματα, και με τα ψήγματα της ‘Αχρονης Συνείδησης. Και αποσπειρούντο και εκτείνονταν και απέφευγαν, και συμμετείχαν στο κοινώνημα διαρκώς.

Το Κενό Ανάμεσα

Σηκώθηκε, την πήρε απ’ το χέρι, την τράβηξε στο μπαλκόνι. «Κοίτα ψηλά, τι βλέπεις;» τη ρωτά. «Τον ουρανό, τι άλλο; Ασυννέφιαστος σήμερα, πεντακάθαρος», απαντά η Ελένη σα μικρό παιδί στον δάσκαλο που το παίζει παιδί. Ο Πανώρας χαμογελά, περνά το χέρι στον ώμο της, της ψιθυρίζει στο αυτί σαν ερωτευμένος στην πρώτη του εξομολόγηση: «Αν δεν γνωρίζαμε την ανέφελη νύχτα, αν βλέπαμε μόνο το γαλάζιο που μας σκεπάζει, δεν θα μαθαίναμε ποτέ πως πέρα απ’ αυτό απλώνεται το άπειρο, οπότε δεν θα είχαμε μέτρο να μετρηθούμε ούτε να μετρήσουμε παρά μόνον εκείνο του μικρόκοσμού μας, ο οποίος, χωρίς αμφιβολία, περιέχει κι αυτός όχι μόνο τη γεύση μα και τη δομή του απείρου, πώς αλλιώς. Μόνο που δίχως την πλήρη εικόνα είναι αδύνατο να εννοήσουμε καλά ακόμα κι αυτό. Μηρυκάζουμε βέβαια τα λόγια του ποιητή που λέει πως είμαστε φτιαγμένοι απ’ το υλικό των ονείρων, ενώ δεν μας πάει ο νους στο γεγονός πως και τα όνειρα είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό, πες το αστερόσκονη, απ’ την οποία είμαστε φτιαγμένοι.» Την κοίταξε στα μάτια: «Παρ’ όλη την προσπάθεια να σε παρασύρω στο σύμπαν, βλέπω πως σκάλωσες στη σκόνη, σ’ ενοχλεί η λέξη, έστω και ως δεύτερο συνθετικό της ποιητικότατης αστερόσκονης. Όμως, ό,τι ξεστόμισα το έκανα για να ενθαρρύνω τον από δική μου υπαιτιότητα πληγωμένο ιδεαλισμό σου, όσο και για να υποκλιθώ μπροστά του. Είχα λησμονήσει πως ο εγκέφαλος λειτουργεί σύμφωνα με τον τρόπο που δραστηριοποιείται το σύμπαν, μέχρι που σήμερα, πρωί-πρωί με την αυγούλα, επέστρεψαν τα λόγια στον νου μου, λόγια ενός άλλου, όχι δικά μου.»

Καθημερινά και Περίεργα

Tα «Χρονο-λογοτεχνήματα» με τίτλο «Καθημερινά και περίεργα” είναι ένα απάνθισμα 45 μικρών χρονογραφημάτων που μας αφορούν όλους, γιατί αντλούν ερεθίσματα από την αληθινή ζωή και την επικαιρότητα, με θέματα που μας ευαισθητοποιούν, μας αφυπνίζουν, αλλά και μας συγκινούν. Θέματα διαχρονικά και αδιαμφισβήτητα, όπως είναι η αγάπη και η μοναξιά, η ελευθερία, η στέρηση, η νοσταλγία, η υποκρισία της εποχής μας. Κι ακόμα η ελπίδα, η δημιουργία, η διάκριση μέσα από την συμβατική στάση ζωής, η απόκλιση από το μέτρο της ανθρώπινης αξιοπρέπειάς μας. Στα χρονο-λογοτεχνήματα σκιαγραφούνται αξίες, ήθη, βιώματα και εικόνες από την κοινωνική και οικογενειακή μας ζωή, την πολιτική επικαιρότητα και τον πολιτισμό της τρέχουσας καθημερινότητάς μας, που αναδεικνύουν θέματα, ιστορίες και αξιοπερίεργα γεγονότα που μπορούν να συμβούν στον καθένα μας. Αποκαλύπτονται, επίσης, μνήμες, πρόσωπα και ανθρώπινοι χαρακτήρες, μέσα από τη διεισδυτική αφήγηση ενός καυστικού και συνάμα τρυφερού λόγου της συγγραφέα, που περιπλανάται αέναα στο χρόνο, συνδέοντας το σήμερα με την ηθογραφία μιας εποχής που παρήλθε. Τα χρονο-λογοτεχνήματα είναι ένα εικαστικό βιβλίο που συνδυάζει τη λογοτεχνία με την τέχνη και τη σύγχρονη ποίηση αξιόλογων δημιουργών. Τις δέκα θεματικές ενότητες κοσμούν οι φωτογραφίες του Φώτη Νατσιούλη. Σκοπός της συγγραφέα είναι η δημιουργία αισθητικής απόλαυσης, η πρόκληση συγκινησιακής ατμόσφαιρας, η αναζήτηση προβληματισμών, το ταξίδι στην ανάγνωση. Το έργο απευθύνεται σε όλους και όσους αγωνίζονται να βρουν τον εαυτό τους, να ανακαλύψουν το alter ego τους, να ψυχαγωγηθούν και να μοιραστούν τις ανησυχίες τους.

Αποτομή

Αναζήτηση μέσω της ετήσιας ανακύκλωσης του φαινόμενου <<γέννας-θανάτου-ανάστασης>>.Αναζήτηση Σταυρού,Σωμάτων,Θησαυρού,Αλήθειας,Γλώσσας,Γραφής. Με το ίδιο υλικό πρακύπτει νέος κόσμος; Προσπάθεια συνάντησης αφετηρίας και τέλους,όπου υπόκεινται στη διαδικασία του <<Επέστρεφε>>.

Η Λαοδίκη στη Χώρα του Αισχύλου

“Εμείς, ψάχνοντας απαντήσεις, ας παρακολουθήσουμε και ας ακολουθήσουμε τη Λαοδίκη στον άγνωστο δρόμο που οδεύει για να μαζέψει πληροφορίες για την τύχη του στρατηλάτη γιου της. Όσο κι αν διαισθάνεται πως κάποιο κακό τον βρήκε -το όνειρο, το όνειρο ήταν σημαδιακό- η μητρική της φύση αρνείται πεισματικά να αποδεχτεί την αλήθεια. Αναβάλλει τη σύγκρουση με τη ζοφερή πραγματικότητα και, αναβάλλοντάς την, περιπλανιέται, αρχής γενομένης από, πού αλλού, τη γενέτειρα του ποιητή.
Ελευσίνα! Πόλη της μάνας Δήμητρας και της κόρης Περσεφόνης. Εδώ γεννήθηκε ο Αισχύλος το 524 π.Χ.”

Η Λαοδίκη είναι η Λαοδίκη. Είναι η ηρωίδα μου και ίσως η δική σας ηρωίδα. Μ’ αυτήν κάνουν παρέα πρόσωπα των έργων του Αισχύλου. Άλλοτε την συμβουλεύουν και την παρηγορούν, άλλοτε την φοβίζουν, μερικές φορές την κάνουν να αγανακτεί, να δυσφορεί, ποτέ μα ποτέ όμως δεν την εγκαταλείπουν. Κι αυτό επειδή καταλαβαίνουν πως αν ακουστεί η δική της φωνή θα ακουστεί και η δική τους, η φωνή της Άτοσσας, της Κλυταιμνήστρας, του Προμηθέα, των Ικέτιδων, κι έτσι θα επιβιώνουν στέλνοντας μήνυμα σπάνιας ευκρίνειας όσο και αξίας: το πάθος μάθος. Αρκεί να είσαι ακόμη ζωντανός, αν δηλαδή μετά το πάθος είσαι ακόμη εν ζωή, διδάχθηκες το μάθος, ειδάλλως η σοφία σου αυτή πλουτίζει άλλους, που ωφελούνται έμμεσα από εσένα.

Ο Βράχος της Σμαράγδας

Η οικογένεια είναι δέντρο σκιερό για τα μέλη της. Κάποιες, όμως, αποδεικνύονται ανίσκιωτοι ξέρακες κι άλλες, ακόμη χειρότερα, έχουν κλαδιά που σφίγγουν και συνθλίβουν. Ευτυχώς που υπάρχει η αγάπη των ξένων, η φιλία και ο έρωτας…

Η Τσελίστρια και τα Παιδάκια

Μια τσελίστρια και ένας σπηλαιολόγος συναντιόνται στη Θεσσαλονίκη και αρχίζει μεταξύ τους μία έντονη ερωτική ιστορία. Μια μέρα η κοπέλα προτείνει στον άνδρα να επιχειρήσουν να βρουν έναν θησαυρό που εγκατέλειψαν φεύγοντας οι Ναζί σε μια περιοχή της βόρειας Πελοποννήσου, στο Αίγιο. Ο άνδρας δέχεται και κατεβαίνουν σ’ αυτήν την πόλη. Εκεί, κατά τη διάρκεια των ερευνών του, έρχονται σε επαφή με την ιστορία της περιοχής, ενώ ο έρωτας είανι διάχυτος παντού και εξορκίζει κάθε κακό που παραμονεύει.

Φωτεινός Θάλαμος

Όταν τα δάκρυα που σωπαίνουν βαθιά μέσα μας ξυπνούν, προχωρούμε στη γνώση, καταλαβαίνουμε πως είμαστε άνθρωποι. Όταν η απώλεια του αγαπημένου ανθρώπου μάς σπαράσσει, κάτι μέσα μας αντηχεί σαν μουσική στα βαθύτερα στρώματα της ανάμνησης. Και το πέρασμα του χρόνου μοιάζει τότε σαν μία επιστροφή προς την αρχική συνάντηση, την αυγή της γνωριμίας, ανάκτηση της προηγούμενης ζωής-μαζί του, όπου διασταυρώνονται ο βιωμένος χρόνος και όλοι οι πιθανοί κόσμοι του παρελθόντος, και μας αποκαλύπτονται εστεμμένοι από ομορφιά, ενθουσιασμό, έκπληξη, αγάπη, πληρότητα, ευτυχία. Και η απουσία γίνεται παρουσία, το σκοτάδι φωτεινός θάλαμος, φλεγόμενη τέχνη.

Η Αρχοντούλα Διαβάτη μετουσιώνει τον πόνο σε τέχνη, και στην τέχνη – λέει ο Σιοράν– το μόνο κριτήριο «είναι το πλησίασμα του ουρανού», όσο κι αν αυτό μας αφήνει απαρηγόρητους… (Λίλα Τρουλινού, περιοδικό περί ου, Μάιος 2023)

Προς το Παρόν Υγειαίνω

Ένας δωδεκάχρονος εσωτερικός μετανάστης το 1912, στη χώρα που γεννήθηκε, αγωνιά να προσδιορίσει την ταυτότητά του. Είναι Έλληνας χριστιανός σε ξένη χώρα, είναι Οθωμανός, Έλλην το γένος και Χριστιανός το θρήσκευμα; Ποιας χώρας το όπλο θα κρατήσει; Υπαρξιακά ερωτήματα, που προσπαθούν να βρουν απάντηση. Ένας αγιορείτης καλόγερος, σχοινοβατεί μια ολόκληρη ζωή ανάμεσα στη βαθιά πίστη και αφοσίωσή του στην Παναγία και στο ακατασίγαστο πάθος του για τη γυναίκα και τον έρωτα. Ένας παλαίμαχος ναυτικός, κατασκευάζει μια πλώρη στο βουνό για σπίτι του, κατάντικρυ σ’ αυτήν που του πήρε και του τα ’δωσε όλα, τη θάλασσα. Ένας νέος αριστερός δικηγόρος χάνει αναπάντεχα μέσα από τα χέρια του μια μεγάλη κομματική και επαγγελματική επιτυχία. Σκλαβωμένοι στους Γερμανούς χωρικοί προσπαθούν μέσα από λογοκριμένα γράμματα να επικοινωνήσουν με τα ξενιτεμένα και χαμένα αδέρφια τους. Βαθιά ανθρώπινες ιστορίες, που περνούν δίπλα μας χωρίς καν να τις υποπτευόμαστε.

Το Τοπίο ως Ερωτική Προϋπόθεση

Η Νέλλη και ο Πέτρος βιώνουν την ερωτική σχέση τους αβίαστα, χωρίς υποσχέσεις στα τοπία των Πρεσπών, της Μαρώνειας αλλά και της Θεσσαλονίκης.
Η μοναδική τους δέσμευση είναι η αποσιώπηση της πραγματικής τους ζωής και του παρελθόντος τους. Έτσι, η σχέση ξετυλίγεται ρευστή σε έναν κύκλο τεσσάρων εποχών. Η επικοινωνία τους αναλώνεται σε σύγχρονες αναζητήσεις, αδιέξοδα, σχόλια για την τέχνη, κυρίως τη μουσική, με φόντο πάντα τα τοπία που είναι ζωντανά, πρωταγωνιστούν, έχουν αισθήσεις και μυούν τους ήρωες στα μυστικά τους.
Οι συμπτώσεις κορυφώνουν την αγωνία, για να οδηγήσουν στην αποκάλυψη της αλήθειας, που λειτουργεί ως πρόσχημα τελικά για να αναδειχτεί το μεγαλείο της ζωής, της ελευθερίας, της μαγείας του έρωτα, της φύσης και της τέχνης.

Το Ξύπνημα

Έτσι κύλησε η ώρα και η Άννα σηκώθηκε να φύγει γιατί είχε μάθημα, και “θα τηλεφωνηθούμε”, είπαν και οι δυο σχεδόν ταυτόχρονα. Μετά από λίγο σηκώθηκε και ο Max. Ο ήλιος πήγαινε να δύσει και άρχισε να κάνει κρύο. Ο Max κούμπωσε το μπουφάν του και κατευθύνθηκε προς την παραλία. Πήδηξε στην άμμο. Είχε σηκώσει κύμα και αέρα. Σήκωσε το φερμουάρ μέχρι το πηγούνι και, με τα χέρια στις τσέπες και το βλέμμα μπροστά, άρχισε να περπατά και τα παπούτσια του βούλιαζαν στην υγρή άμμο. Κάτι έλαμπε στην άμμο. Έσκυψε και το πήρε. Ήταν μια ρόδα από ένα παιδικό παιχνίδι. Σκέφτηκε το μικρό τραυματισμένο αυτοκίνητο, το παιδάκι που θα το κοίταζε με λύπη ή απορία. Θυμήθηκε ότι μικρός είχε δημιουργήσει στην αποθήκη του σπιτιού τους ένα νοσοκομείο αυτοκινήτων. Κάποτε, σε κάποια εκκαθάριση, η μητέρα του τα πέταξε, τα θεώρησε άχρηστα όλα αυτά τα αυτοκινητάκια, με τις λειψές ρόδες, χωρίς τιμόνια, με τις σπασμένες πόρτες. Είχε κλάψει πολύ όταν το είδε και του έλειπαν για καιρό, κάκισε τη στεγνή λογική των μεγάλων και την αυστηρή κατάταξη με την οποία ταξινομούσαν τα αντικείμενα σε χρήσιμα και άχρηστα. Ήταν, θυμάται, η πρώτη διαφοροποίηση που ένιωσε να τον χωρίζει από τους ενήλικες. Έφερε στο μυαλό του το κουτί με τα αυτοκινητάκια, και ξαφνικά του έλειψαν πολύ. Έσφιξε τη ρόδα στη χούφτα του και την άφησε να πέσει στην τσέπη του.
Αργότερα, στην προσπάθειά του να ζεσταθεί, σήκωσε τους ώμους και έσπρωξε τα χέρια του πιο βαθιά στις τσέπες του. Άφησε ένα μικρό επιφώνημα πόνου, καθώς το δάκτυλό του γρατζουνίστηκε στη ρόδα. Έβγαλε την παλάμη του και είδε μια μικρή κόκκινη αμυχή, λίγο αίμα. Το κοίταξε και χαμογέλασε. Αν συνέβαινε τότε, θα ήταν εργατικό ατύχημα, σκέφτηκε, κάποιου τραυματιοφορέα στο παιδικό του νοσοκομείο αυτοκινήτων.

1 3 4 5 6