Ελληνική Λογοτεχνία-Πεζογραφία

Περπατώντας στην παραλία

Η παραλία της Θεσσαλονίκης. Το χαρακτηριστικότερο τμήμα της πόλης. Έχουν γραφεί άπειρα κείμενα για την παραλία κι άλλες τόσες αναφορές έχουν γίνει σε βιβλία ιστορικά ή λογοτεχνικά.

Η παραλία δεν είναι καρτ-ποστάλ, δεν είναι αυθύπαρκτη, δεν είναι αυτόνομη.

Παίρνει ζωή από μας που την περιδιαβαίνουμε μαζί με τα προβλήματα, τη ματιά, τις προσδοκίες, την επικαιρότητά μας. Γι’ αυτό αλλάζει με το χρόνο. Δεν είναι ίδια, δεν είναι στατική.

Όπως σηματοδοτεί και η φωτογραφία του εξωφύλλου, υπάρχουν πολλές δεδομένες ή έτοιμες επιλογές για να προσεγγίσεις την παραλία. Υπάρχει, όμως, και η δυνατότητα να επιλέξεις τη δική σου εκδοχή. Ακόμα κι αν είσαι οριακά και μόνο εντός του κάδρου.

Πρίγκηπος, η πιτυούσα και η ερατεινή

Η Πρίγκηπος ή το Νησί, όπως την αποκαλούν οι Ρωμιοί της Πόλης, αποτελεί το σκηνικό στο οποίο ξετυλίγονται αυτήν τη φορά οι αναμνήσεις της συγγραφέως. Το παραδεισένιο νησί των καλοκαιρινών διακοπών στα πρώτα νεανικά της χρόνια. Μέρες χαράς και ξενοιασιάς, παρέες και αισθήματα, ποδηλατάδες και ψυχαγωγία, σε ένα νησί, το Νησί, που παρ’ όλο που αποτελεί μια μικρή και ασήμαντη κουκκίδα στον χάρτη, έφερε πάνω του, εκτός από τις μαγευτικές φυσικές του ομορφιές και το απερίγραπτο αρχιτεκτονικό κάλλος των αρχοντικών του, όλη την κοινωνική, πολιτιστική και θρησκευτική ζωή της Ρωμιοσύνης της Πόλης από τα χρόνια τα παλιά μέχρι τις τελευταίες της αναλαμπές.

Έτσι, το κουβάρι των αναμνήσεων, καθώς ξετυλίγεται, φέρνει αρχικά στο φως τις ευτυχισμένες μέρες της νεανικής ξενοιασιάς, της καλοκαιρινής ραστώνης. Στη συνέχεια, η αλληλουχία των συνειρμών ανασύρει από τα ταμεία της Μνήμης την τραγική ιστορία μιας προσφιλούς της οικογένειας που παραθέριζε στην Πρίγκηπο κατά τη χρυσή για την Ομογένεια εποχή των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Στο δε τελευταίο μέρος η συγγραφέας επιχειρεί μια αναρρίχηση στην ψηλότερη κορφή της Πριγκήπου, στη μονή του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά, και μας μεταφέρει εικόνες παλιές, αλλά και του σήμερα, από το σημαντικότερο Προσκύνημα της Πριγκήπου, και ίσως και της Πόλης ολόκληρης.

Τελειώνει, δε, αυτήν την κατάθεση ψυχής με τη λεπτομερή αναφορά στο έργο του Εθνικού Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου, που ερημώνει τώρα πια απέναντι από τον Άη Γιώργη τον Κουδουνά, και με την περιγραφή της προσωπικότητας και του έργου της τελευταίας διευθύντριας του Ορφανοτροφείου, της δασκάλας Μαρίκας Χάτσου.

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Σαραμπάντα

Δεν είμαι καμιά μηχανή παραγωγής θετικότητας.
Έχω ένταση, έχω δυσαρέσκεια, έχω δυσθυμία, κάνω αρνητικές σκέψεις, θα τους έλεγε.
Τώρα κοιτάει από το μπαλκόνι την πινακίδα που αναβοσβήνει στο ψαράδικο απέναντι, στη λεωφόρο. «Σας ψήνουμε και σας τηγανίζουμε μόνο με 4 ευρώ το κιλό, ο ψαράς της οικογένειας» και χαμογελάει. Να αφιππεύσει από το καλάμι της, να μπορούσε να αρκείται σε ό,τι έχει, θα της έλεγε ο πατέρας της, καλή του ώρα. Πέφτει πάλι με το κεφάλι στη μαύρη τρύπα της κακοδαιμονίας, ανάμεσα σε ανεξέλεγκτες φωτιές και σε έκτακτα δελτία κάθε τόσο για επιδείνωση, μπουρίνια και πάλι νέα πρόγνωση. Γκρινιάζει και δυσανασχετεί, και πού να πάει κανείς με τον καύσωνα, στα θερινά είχε δει τις περισσότερες ταινίες κι εξ άλλου οι καρέκλες ήταν άβολες, και τα κουνούπια έκαναν πάρτι, και οι φίλοι δεν επιθυμούσαν καμία έξοδο, προτιμούσαν κλεισμένοι σαν τα ποντίκια να βλέπουν σειρές και να παραγγέλνουν πίτσες, παρ’ όλη την άνωθεν σύσταση να είναι φειδωλοί στις παραγγελίες με τις εργασιακές σχέσεις για κλάματα και τους εργαζόμενους όμηρους να αλωνίζουν με τα μηχανάκια στην καυτή πόλη.

Η διαγώνιος του τετραγώνου

Μια σελίδα της σχολικής Γεωμετρίας για τα ασύμμετρα μεγέθη (όπως η διαγώνιος προς την πλευρά του τετραγώνου) θα γίνει αφορμή για τη μια από τις δύο κεντρικές ηρωίδες του βιβλίου να σκεφτεί την περίπτωση του άντρα που καθόρισε για ένα διάστημα την πορεία της ζωής της.

Οι σκέψεις τις αυτές γεννιούνται όταν πια έχει καταφέρει να απαλλαγεί από εκείνον κι ελεύθερη μπορεί να κρίνει από απόσταση τον χειριστικό του χαρακτήρα, τον διαρκή αγώνα του να καλύπτει με ψέματα τις ανεπάρκειές τους και να διώχνει από τον περίγυρο οποιονδήποτε θα μπορούσε να διακρίνει την αλήθεια για το πρόσωπό του. Εκείνος πάλι θα επιλέξει μια άλλη, το δεύτερο από τα βασικά γυναικεία πρόσωπα του βιβλίου, όταν καταλάβει ότι είναι εκείνη που δεν θα τον αμφισβητήσει ποτέ.

Δειλή, ανασφαλής, πληγωμένη από την παιδική της ηλικία, θα γίνει, με την απομόνωση που της επιβάλλει, υποχείριό του, παρέχοντάς του την επιδοκιμασία και την υλική υποστήριξη που εκείνος χρειαζόταν. Μέχρι το τέλος της.

Ο Ήλιος στη Δύση Αιμορραγεί

Σαράντα εικόνες συνθέτουν την ψυχολογία του Φώτη, οικονομικού μετανάστη στο Λονδίνο, και της Ειρήνης, που διεκπεραιώνει το διδακτορικό της στο Βερολίνο. Η ερωτική σχέση τους προσπαθεί να επιβιώσει μέσω skype.

Ο Στέφανος, κοινός φίλος, σε ρόλο καταλύτη στην ιστορία. Οι γονείς τού ενός εκπροσωπούν όλους όσοι μένουν πίσω, προσπαθώντας να συμφιλιωθούν με τις απουσίες και τα προσωπικά τους αδιέξοδα.

Κάθε εικόνα ένας κρίκος ανάμεσά τους, αλλά και μια αυτόνομη αφήγηση στο σύμπαν των βιωμάτων, των προβληματισμών και των συναισθημάτων.

Το τέλος απρόβλεπτο, αμφίσημο, αφήνει περιθώρια στους αναγνώστες να χαρίσουν με τη δική τους οπτική τη δική τους κάθαρση.

Οι Αλκυόνες Γεννούν το Καλοκαίρι!

Καλοδιάβατες οι ισιάδες της ζωής.
Τα κότσια του καθενός μετριούνται στις ανηφοριές της.
Κάποιοι επιλέγουν να σταθούν γενναίοι.
Άλλοι, δειλοί ριψάσπιδες, τρέπονται σε φυγή
αποποιούμενοι ακόμη και την ιδιότητα του γονέα.

Ο Βιασμός της Φιλομήλας

Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η Φιλομήλα ήταν κόρη του βασιλιά της Αθήνας Πανδίονα και αδερφή της Πρόκνης, η οποία με τη σειρά της ήταν σύζυγος του Τηρέα, γιου του θεού Άρη και βασιλιά της Θράκης.

 

Ο μύθος ανασκευάστηκε στην τραγωδία του Σοφοκλή Τηρεύς, αν και δυστυχώς μόνο ελάχιστοι στίχοι της έχουν διασωθεί σήμερα. Η παλαιότερη πηγή που διαθέτουμε για τον μύθο πηγάζει από το ποιητικό έργο του Οβιδίου Μεταμορφώσεις.

 

Στο βιβλίο Ο βιασμός της Φιλομήλας, μολονότι ο πυρήνας του μύθου διατηρείται άθικτος, το παρασκήνιο της τραγωδίας και η εξέλιξη της πλοκής μεταφέρονται σε πρόσωπα και καταστάσεις που αντικατοπτρίζουν τη σύγχρονη εποχή. Ο μύθος μεταπλάθεται στη μορφή ενός φιλοσοφικού δράματος, προσαρμοσμένου στα ερωτήματα και στις προκλήσεις των δικών μας καιρών.

 

Ποιοι είναι οι ηγέτες στις μέρες μας; Ποιοι επιβάλλουν την τάξη στον κόσμο και ποιες αξίες υποστηρίζουν; Ποια είναι τα θύματα των εγκλημάτων που διαπράττονται εξ ονόματος αυτών των αξιών και πώς μπορούμε να αντιδράσουμε στην αδικία που προκαλούν;

 

Ο συγγραφέας της Φιλομήλας απορρίπτει τις δυαδικές αντιλήψεις «μαύρου – άσπρου», χωρίς όμως να υποκύπτει στη μοιρολατρία. Αντίθετα, εξερευνά την ψυχολογία των χαρακτήρων και με χειρουργική ακρίβεια διαχωρίζει τη λάμψη των εξωτερικών φαινομένων από τα σκοτεινά βάθη των εσωτερικών συναισθημάτων.

 

Το ανά χείρας βιβλίο εστιάζει στην υπαρξιακή πάλη του ανθρώπου, που καταρρέει ψυχικά αντιμετωπίζοντας τις έσχατες συνέπειες των επιλογών του.

Σκουλαρίκι στη Μύτη

Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί -πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται -καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά- παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγιόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη. Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσο λίγα ή μήπως με πολλά; Της έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; Ή μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά -χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

Εγώ ο Άλλος

Ο ηθοποιός δεν είναι τίποτα άλλο από μιά αναπνοή. Μια αναπνοή χωρίς σταθερό ρυθμό που περιέχει όλους τους ρυθμούς του κόσμου. Δεν είναι άνθρωπος με σώμα, είναι το πλάσμα που φορά τις λέξεις για σώμα του.
Οι κινήσεις, ο τρόπος του βλέμματος, του περπατήματος, ο τρόπος που ανακατεύει τον πρωινό καφέ του, ο τρόπος που ντύνεται, ο τρόπος, αυτό είναι ο ηθοποιός, ο τρόπος που υπάρχει. Ο τρόπος που ξεκολλά τις σάρκες του πάνω στη σκηνή για να ταΐσει τα σκυλιά, ο τρόπος που σκορπά τα κόκκαλά του να χορτάσουν οι πεινασμένοι, ο τρόπος που δεν αντιλαμβάνεται πως οι θεατές τους είναι σκυλιά και πεινασμένοι, ο τρόπος που μαρτυρεί, που καίγεται στη σκηνή που αυτοπυρπολείται.

Η Γεωγραφία του Νερού/ Ταξίδια, Νοήματα, Πόλεις

Στο βιβλίο συνυπάρχουν και συσχετίζονται με τις εικόνες δύο τύποι κειμένου. Η γραμμική αφήγηση, η χρονολογική αναφορά των τόπων, των σχέσεων και των σκέψεων, η μηχανή της αποκάλυψης μιας γραμμής έντασης μεταξύ του βλέμματος του αφηγητή σε εκείνο τον τόπο και της αναπόλησης όσων υπήρχαν και συνέβαλαν, μαζί με τις συναισθηματικές προσθέσεις όσων δεν υπήρχαν αλλά δέθηκαν αυθαίρετα, στον καθορισμό ενός απολαυστικού συνόλου. Ο δεύτερος αφορά τις σημειακές προσθέσεις μικρών κειμένων-σημειώσεων κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και όταν, χρόνια μετά, οι εικόνες αντιμετωπίστηκαν ξανά και άρπαξαν τη σκέψη, απαίτησαν να αποδοθεί ένα μικρό σχόλιο.

Λιμπεϊμπεράλες

Ξέρω ότι δεν ξεχνάς. Η λησμονιά σκοτώνει, αλλά εσύ είσαι εδώ, μακριά ή κοντά δεν έχει σημασία, είσαι ζωντανή και πώς να ξεχάσεις, είσαι αέρινη, αερικό, μια απρόσιτη νεράιδα, η ιέρεια του παραμυθιού μια ύπαρξη που ταλαντεύεται ανάμεσα στο γενόμενο και τη φαντασία, γέννημα ονείρου που γρατζουνά με παιδική αφέλεια τα γαλάζια μου πρωινά.

Άγγελοι Είναι, τι Ξέρουν Αυτοί;

Απ’ τα ανοιχτά παράθυρα της γιορταστικής αίθουσας έβγαιναν ήχοι μουσικής. Οι νεόνυμφοι χόρευαν στο κέντρο της πίστας, οι γονείς τους χαμογελούσαν, οι καλεσμένοι απολάμβαναν εδέσματα και ποτά, και τα τρία ζευγάρια, γριά – νέα γριά – νέα γριά – νέα, παρακολουθούσαν ατάραχα. Οι άγγελοι που προστατεύουν τις γιορτές νόμιζαν ότι κι εκείνα διασκέδαζαν. Άγγελοι είναι, τι ξέρουν αυτοί;

Η Επίσκεψη και Άλλα Νησιώτικα Διηγήματα

Ο Βασίλης Κουκορίνης γεννήθηκε στο χωριό Γλώσσα της νήσου Σκοπέλου, που ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης το ονομάζει “ψηλό χωριό” (στο διήγημά του Η ΝΟΣΤΑΛΓΟΣ). Από πολύ μικρός αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αμερική (βλ. διήγημα ΣΤΟΝ ΤΑΦΟ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΜΟΥ). Εκεί, δούλεψε, πάσχισε να διατηρήσει και να διαδώσει τη γλώσσα μας, ίδρυσε τμήμα Νεοελληνικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο της Γιούτα και, συνάμα, έγραψε τα διηγήματά του, που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά της ομογένειας και της Ελλάδας. Από τις δυο συλλογές διηγημάτων, που εξέδωσε στην Θεσσαλονίκη το 1964 και το 1967, επέλεξε ο ίδιος τα διηγήματα που αποτελούν τον παρόντα τόμο. Πρόσθεσε και ένα δύο ανέκδοτα κείμενά του, καθώς και δύο μελέτες για το έργο του: του Βολιώτη κ. Γιώργου Θωμά και του κοντοχωριανού του παπα-Κώστα Καλλιανού. “Ποτέ δεν έπαψε ο καθαρός, ο δροσερός, ο αναπαυτικός νοερός διάλογος με το νησί μου και τους ανθρώπους που άφησα πίσω να μου φτερώνει τη σκέψη και την ψυχή”, γράφει ο Βασίλης Κουκορίνης κι αυτόν ακριβώς τον διάλογο παρουσιάζει στα νησιώτικα διηγήματά του. Σημαντικό είναι και το κείμενό του για τον (επίσης Σκοπελίτη) Παύλο Νιρβάνα. Βιβλίο σπουδαίο, γιατί εκτός από τις λογοτεχνικές του αρετές, μας δείχνει πως πασχίζουν οι άνθρωποι να διατηρήσουν την ελληνικότητα, την δική τους και των ομοεθνών τους, στην μακρινή Αμερική.

1 2 6