Περιεχόμενα
– ΤΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΑ
Επιθανάτιο
Λόγος συντριπτικός
Γνώση
Απόντες
-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ
Ο τελευταίος
Σκέψεις φαρμακωμένες


Έξι μικρά πεζά, χωρισμένα σε δύο ενότητες. Δείγμα γραφής: Το επιμύθιο της διάσπαρτης μετάλλαξης, η παλμική συνεύρεση στης υπερουσιότητας την κράση, το συμμιγές των υλικών σε τρυφερή ενιαία σύσταση, χαϊδολογούσανε την αύρα των παρισταμένων με άφατα μίας πρωτόπλαστης γαλήνης ενθυμήματα, και με τα ψήγματα της ‘Αχρονης Συνείδησης. Και αποσπειρούντο και εκτείνονταν και απέφευγαν, και συμμετείχαν στο κοινώνημα διαρκώς.
– ΤΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΑ
Επιθανάτιο
Λόγος συντριπτικός
Γνώση
Απόντες
-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ
Ο τελευταίος
Σκέψεις φαρμακωμένες
Σε μια εποχή που ο θάνατος δεν υπάρχει πια, οι άνθρωποι δεν έχουν παρά να αξιοποιήσουν τον απεριόριστο χρόνο που διαθέτουν για να εκπληρώσουν όλες τις επιθυμίες τους πάνω στη γη, ενώ ο κόσμος μεταμορφώνεται σ’ έναν κήπο των επίγειων απολαύσεων. Ο Αδάμ Μακρόπουλος είναι ένας απ’ αυτούς τους ευλογημένους ανθρώπους που ανήκουν στο τυχερό γένος των αθάνατων. Έχοντας, βέβαια, την ευτυχία να ζήσει για περίπου μισή χιλιετία, στο τέλος τού απέμεινε μόνο μία επιθυμία που δεν έχει εκπληρώσει: να πεθάνει. Διοικητικές λεπτομέρειες, σουρεαλιστικές περιπέτειες και μοιραίες παρεξηγήσεις μπαίνουν διαρκώς εμπόδιο στην προσπάθεια του ήρωα ν’ ανοίξει τις πύλες της εξόδου απ’ τη ζωή. Μέχρι που συναντά την Περσεφόνη, η οποία, με την αγνότητα, την υπευθυνότητα και την αγάπη της, θα του αλλάξει γνώμη και θα του αποδείξει πως, τελικά, η ζωή έχει νόημα. Μήπως, όμως, τότε να είναι πολύ αργά; Ή μήπως πολύ νωρίς, ώστε να πειστεί ο Αδάμ Μακρόπουλος πως, για να πεθάνει κανείς, θα πρέπει πρώτα να έχει ζήσει αληθινά; Με έντονα τα στοιχεία της μαύρης κωμωδίας και της αριστοφανικής σάτιρας πάνω σε ζητήματα πολιτικής ορθότητας, αλλά και, ταυτόχρονα, βαδίζοντας στα χνάρια που χάραξε το μοντέρνο υπαρξιακό δράμα, όπως αυτό σκιαγραφήθηκε απ’ τη σκέψη του Ντοστογιέφσκι, του Κάφκα και του Καμύ, το συγκεκριμένο βιβλίο είναι γι’ αυτούς και γι’ αυτές που αρέσκονται να πλάθουν εικόνες διαβάζοντας.
Μια γυναίκα ανακαλύπτει την κρυφή ζωή του συντρόφου της από το προσωπικό του ημερολόγιο, από διάφορα ευρήματα στα συρτάρια του γραφείου του και από το ιστορικό του υπολογιστή.
Ο χωρισμός είναι επώδυνος, αργόσυρτος, βουβός, με απότομες εξάρσεις.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Η Κρύπτη είναι ένα υπόγειο θεατρικό εργαστήρι στη Θεσσαλονίκη όπου εκκολάπτονται νέοι ηθοποιοί. Ενώ ετοιμάζονται να ανεβάσουν το έργο Γυάλινος κόσμος του Τένεσι Ουίλιαμς με την καθοδήγηση του δασκάλου-σκηνοθέτη τους, παρακολουθούμε την εξέλιξη των αναζητήσεών τους, υπαρξιακών, κοινωνικών, πολιτικών, καθώς και τις αγωνίες τους με φόντο την κρίση της σύγχρονης εποχής. Οι ρόλοι χρησιμοποιούνται ως μέσο για να επηρεάσουν τις πραγματικές σχέσεις τους και, αντίστροφα, οι σχέσεις στη ζωή τους επηρεάζουν τους ρόλους που υποδύονται στο θέατρο.
Παράλληλα με τον κόσμο των ψευδαισθήσεων που υπαγορεύει το έργο, ανακαλύπτουν τις ψευδαισθήσεις στη ζωή τους. Έτσι, τα πρόσωπα που παίζουν ρόλο στην πραγματικότητα που βιώνουν, όπως μάνα, αδερφός, πατέρας, εραστής, είναι και τα αντίστοιχα περίπου των ρόλων τους στο έργο.
Η πλοκή, με ανατροπές στις συνθέσεις των προσώπων εντός και εκτός ομάδας, είναι το όχημα για την ανάλυση εννοιών, όπως το είναι-φαίνεσθαι, πρόσωπο-προσωπείο, μίμηση και, τέλος, η αναπαράσταση που αντιπροσωπεύει και την ουσία της Τέχνης.
Γιατί ο Κώστας οδηγεί ένα αυτοκίνητο χωρίς τζάμια; Γιατί προσπαθούμε να ξεχάσουμε, ενώ κάνουμε ότι μπορούμε να θυμηθούμε; Γιατί αποφεύγω τα ποτάμια; Από πού έρχονται όλοι αυτοί οι φόβοι; Φόβοι ξένοι από παλιά. Η ιστορία δύο οικογενειών που συνδέθηκαν, αλλά δεν ενώθηκαν ποτέ.
Εξ αρχής θεωρήθηκε ως χώρος μακράν της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των φρονίμων και σοβαρών νοικοκυραίων κείμενος, ως τόπος απαγορευμένος για εμφορούμενους από υγιείς αρχές ανθρώπους, δηλαδή, μ’ ένα λόγο, ως τόπος απώλειας ψυχών της μικρής μας πόλης. Ίσως και γι’ αυτό, όταν ένα χειμωνιάτικο Σαββατόβραδο άνοιξε τις πύλες του, δεν πραγματοποιήθηκε ο κατά τα ειωθότα καθιερωμένος αγιασμός, για να πάνε καλά οι δουλειές. Το αν κλήθηκε και αρνήθηκε (απίστευτο, πάντως) να παρευρεθεί ιερέας ή δεν κλήθηκε παντάπασιν, δεν έγινε γνωστό. Το σίγουρο είναι πως μέχρι εκείνη τη στιγμή, αρχές Φεβρουαρίου του 1952, τέτοιο μαγαζί δεν είχαμε ξαναδεί. Και μάλιστα με το παράξενο για μας όνομα ΟΥΖΕΡΙ.
“Εκείνο τον καιρό, είναι αλήθεια, οι χαρές ήταν πολύ λιγότερες από τις σκοτούρες. Μαζί με τη μάνα είχα την ευθύνη της οικογένειας. Δουλειά και πάλι δουλειά. Η μόνη χαρά που δεν ήθελα να στερηθώ ήταν να μαθαίνω να μαθαίνω καινούργια πράγματα. Γι’ αυτό, παρά το ξεθέωμα της μέρας, τα βράδια περνούσα από τα σοκάκια του χωριού και κοντοστεκόμουν στις αυλόπορτες ν’ ακούσω καμιά είδηση, ας ήταν και παλιά, εμένα μου ‘κανε.”
Ποιος ορίζει το μέτρημα του χρόνου; Ποιος θυμάται πόσο γρήγορα ή αργά άλλαξε ο κόσμος;
Οι ήρωες της Αναθύμησης αναμετριούνται με τη ροή των γεγονότων, τις εξελίξεις. Θυμούνται, ξεχνούν, διηγούνται, καταγράφουν. Μέσα από τις ζωές τους και τις εμπειρίες τους ξεδιπλώνεται και η ιστορία της Λάρισας και της περιοχής της τα τελευταία εκατό και κάτι χρόνια.