Περιεχόμενα
– ΤΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΑ
Επιθανάτιο
Λόγος συντριπτικός
Γνώση
Απόντες
-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ
Ο τελευταίος
Σκέψεις φαρμακωμένες


Έξι μικρά πεζά, χωρισμένα σε δύο ενότητες. Δείγμα γραφής: Το επιμύθιο της διάσπαρτης μετάλλαξης, η παλμική συνεύρεση στης υπερουσιότητας την κράση, το συμμιγές των υλικών σε τρυφερή ενιαία σύσταση, χαϊδολογούσανε την αύρα των παρισταμένων με άφατα μίας πρωτόπλαστης γαλήνης ενθυμήματα, και με τα ψήγματα της ‘Αχρονης Συνείδησης. Και αποσπειρούντο και εκτείνονταν και απέφευγαν, και συμμετείχαν στο κοινώνημα διαρκώς.
– ΤΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΑ
Επιθανάτιο
Λόγος συντριπτικός
Γνώση
Απόντες
-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ
Ο τελευταίος
Σκέψεις φαρμακωμένες
Γιατί ο Κώστας οδηγεί ένα αυτοκίνητο χωρίς τζάμια; Γιατί προσπαθούμε να ξεχάσουμε, ενώ κάνουμε ότι μπορούμε να θυμηθούμε; Γιατί αποφεύγω τα ποτάμια; Από πού έρχονται όλοι αυτοί οι φόβοι; Φόβοι ξένοι από παλιά. Η ιστορία δύο οικογενειών που συνδέθηκαν, αλλά δεν ενώθηκαν ποτέ.
“Εκείνο τον καιρό, είναι αλήθεια, οι χαρές ήταν πολύ λιγότερες από τις σκοτούρες. Μαζί με τη μάνα είχα την ευθύνη της οικογένειας. Δουλειά και πάλι δουλειά. Η μόνη χαρά που δεν ήθελα να στερηθώ ήταν να μαθαίνω να μαθαίνω καινούργια πράγματα. Γι’ αυτό, παρά το ξεθέωμα της μέρας, τα βράδια περνούσα από τα σοκάκια του χωριού και κοντοστεκόμουν στις αυλόπορτες ν’ ακούσω καμιά είδηση, ας ήταν και παλιά, εμένα μου ‘κανε.”
Ποιος ορίζει το μέτρημα του χρόνου; Ποιος θυμάται πόσο γρήγορα ή αργά άλλαξε ο κόσμος;
Οι ήρωες της Αναθύμησης αναμετριούνται με τη ροή των γεγονότων, τις εξελίξεις. Θυμούνται, ξεχνούν, διηγούνται, καταγράφουν. Μέσα από τις ζωές τους και τις εμπειρίες τους ξεδιπλώνεται και η ιστορία της Λάρισας και της περιοχής της τα τελευταία εκατό και κάτι χρόνια.
Η νύχτα με τη βαριά της ανάσα από τα κλιματιστικά μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο και με ξύπνησε.
Πουλιά μαζεμένα στο απέναντι μεγάλο δέντρο άρχιζαν άοκνα τις συνεννοήσεις. Ξημερώνει.
Καιρός αίθριος και σήμερα, ο ευφημισμός στο ραδιόφωνο για τον επερχόμενο καύσωνα.
Για αιώνες οι άνθρωποι στην Ευρώπη γεννιόντουσαν και πέθαιναν σε μια ακτίνα επτά μιλιών από τον τόπο τους. Οι λόγοι που έφευγαν από την πόλη τους ήταν ο πόλεμος ή τα ταξίδια για τους Αγίους Τόπους.
Οι μόνοι άνθρωποι που ταξιδεύανε σε όλο τον κόσμο ήταν οι ναυτικοί. Φεύγανε από τον τόπο τους και ταξιδεύανε στις θάλασσες και στα ποτάμια του κόσμου, πλουτίζοντας με εικόνες, γνώσεις και συναισθήματα. Πολλοί απ’ αυτούς, όταν γύριζαν μετά από πολλά χρόνια, ακόμα και πάνω από είκοσι, δεν τους γνώριζαν ούτε οι αγαπημένοι τους. Ήταν η σειρά των ναυτικών να διηγηθούνε αυτά που είδαν, αν και αρκετές φορές περιέγραφαν τι είδε η φαντασία τους και όχι τα μάτια τους, αλλά πάντα αυτά που έλεγαν ήταν το κέντρο ενδιαφέροντος των ανθρώπων που τους άκουγαν.
Η συγγραφή όλων αυτών των κείμενων στο ανά χείρας βιβλίο ήταν μια παλιά εσωτερική ανάγκη. Όλες οι ιστορίες είναι αληθινές. Πολλά ονόματα χαρακτήρων, πλοίων και τόπων καταγωγής είναι φανταστικά.
Τι είναι η μουσική;
Τι είναι το παρελθόν;
Η Βάλια μόλις προσλαμβάνεται ως βιβλιοθηκονόμος στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εκεί γνωρίζεται με τον Χάρη, καθηγητή μουσικής και πιανίστα. Με έναν παράξενο τρόπο και με οδηγό τη μουσική, ξεκινούν οι δυο τους ένα μαγικό ταξίδι που τους φέρνει αντιμέτωπους με τον έρωτα, το σκοτεινό τους παρελθόν και τον εαυτό τους.
Ένα βιβλίο για τη μοναξιά, τη φιλία και την τρυφερότητα των αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας με φόντο τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη.
Η Αντιγόνη Αργυρίου ξεκινά ως νεαρή φιλόλογος την εκπαιδευτική της σταδιοδρομία με όνειρα και ορμή και με την επιθυμία οι μαθητές της να «είναι όλοι τους παιδιά» της.
Στο τέλος της εκπαιδευτικής της διαδρομής κάνει τον απολογισμό της.
Ανακαλεί στη μνήμη της θραύσματα από την πορεία της στην ελληνική εκπαίδευση,
εικόνες μπερδεμένες, αποσπασματικές, θολές εικόνες που αποκτούν σιγά σιγά το περίγραμμά τους, πρόσωπα που έρχονται, φεύγουν και ξανάρχονται, η καθημερινότητα του σχολείου, οι δυσκολίες, οι αντιθέσεις, οι αντιδράσεις, οι φωτεινές και όμορφες στιγμές με τα «παιδιά» της, τα γέλια και τα τραγούδια τους και άλλες εικόνες της προσωπικής της ζωής, όλα σαν κινηματογραφικά πλάνα πέφτουν το ένα μετά το
άλλο, μια οθόνη το μυαλό της, σκηνοθέτης και μοντέρ η ίδια, προσπαθεί να τα βάλει όλα σε λογική σειρά, να φτάσει σε συμπεράσματα…
Η αφήγηση της Αντιγόνης Αργυρίου δίνει μια συναισθηματική, εκ των έσω, εικόνα της ζωής του σχολείου, όπως την «είδε» η ίδια. Σε δεύτερο πλάνο οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη χώρα.