Περιεχόμενα
– ΤΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΑ
Επιθανάτιο
Λόγος συντριπτικός
Γνώση
Απόντες
-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ
Ο τελευταίος
Σκέψεις φαρμακωμένες


Έξι μικρά πεζά, χωρισμένα σε δύο ενότητες. Δείγμα γραφής: Το επιμύθιο της διάσπαρτης μετάλλαξης, η παλμική συνεύρεση στης υπερουσιότητας την κράση, το συμμιγές των υλικών σε τρυφερή ενιαία σύσταση, χαϊδολογούσανε την αύρα των παρισταμένων με άφατα μίας πρωτόπλαστης γαλήνης ενθυμήματα, και με τα ψήγματα της ‘Αχρονης Συνείδησης. Και αποσπειρούντο και εκτείνονταν και απέφευγαν, και συμμετείχαν στο κοινώνημα διαρκώς.
– ΤΑ ΤΕΛΕΤΟΥΡΓΙΚΑ
Επιθανάτιο
Λόγος συντριπτικός
Γνώση
Απόντες
-ΤΑ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ
Ο τελευταίος
Σκέψεις φαρμακωμένες
‘Ερχεται κάποια στιγμή που “τον ξένο και τον εχθρό τον βλέπουμε στον καθρέφτη”: είναι ο εαυτός μας.
Για τους περισσότερους η διαπίστωση αυτή είναι φευγαλέα αναλαμπή.
Μόνο για λίγους είναι επώδυνη αυτογνωσία, που τους κάνει ν’ αλλάξουν ρότα…
Μια γυναίκα ανακαλύπτει την κρυφή ζωή του συντρόφου της από το προσωπικό του ημερολόγιο, από διάφορα ευρήματα στα συρτάρια του γραφείου του και από το ιστορικό του υπολογιστή.
Ο χωρισμός είναι επώδυνος, αργόσυρτος, βουβός, με απότομες εξάρσεις.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Η Ιωάννα Κοιτά ξεκινά μαθήματα ζωγραφικής με τον εικαστικό Λουκά Λυτούδη. Μέσα από τα συναρπαστικά μαθήματα αναδύεται απαλά η ιστορία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Το κείμενο το διατρέχει ένα φαντασμαγορικό γαϊτανάκι από τυρκουάζ της Κνωσού, φτερωτά κίτρινα, στιβαρά μπλε της Αμοργού. Το λιονταράκι του Λεονάρντο, ο γλυπτός πιτσιρίκος της πλατείας Ναυαρίνου παρελαύνουν μαζί με ζαβολιάρικα ζιγκ-ζαγκ και κατακόκκινες μπάλες αγάπης. Παράλληλα αναπτύσσεται μια σχέση φιλίας, που μεταμορφώνει την Ιωάννα, η οποία περιπλανιέται στην πόλη συνδέοντας με τη ματιά της τη σχέση της ζωγραφικής με τον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά του.
“Ιωάννα, παιδί μου, μη χάνεσαι στους λαβυρίνθους της σκέψης, μπες στη ζωγραφική σαν να μπαίνεις σε ένα ανθισμένο λιβάδι του Πουσέν!”
“Ω, ναι, δάσκαλε. Θα μπω σαν μικρή, θρασεία παιδίσκη που κάνει τούμπες στο χορτάρι και τραβάει από τα αυτιά τα σγουρόμαλλα αρνάκια. Κάπως σαν τη μικρή Λουλού, που έχει κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο. Θα την ξέρετε. Από τα καρτούν.”
“Βέβαια και την ξέρω. Μπες έτσι, λοιπόν. Σαν τη μικρή Λουλού.”
“Πολύ ευχαρίστως! Διότι στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των Ουρανών και ο ζωγραφικός παράδεισος!” απάντησε αμέσως εκείνη κρατώντας στα χέρια της ένα σωληνάριο κίτρινης τέμπερας.
Πάμε να κρυφτούμε στις μικρές εσοχές των οικοδομών που ανακαλύψαμε τυχαία. Να χτυπήσουμε τα κουδούνια αγνώστων και να τρυπώσουμε στα υπόγεια ξένων πολυκατοικιών. Να μπούμε κρυφά στα σχολικά προαύλια σκαρφαλώνοντας σε σκουριασμένα κάγκελα και ξεκολλημένες υδρορροές. Πάμε να βρούμε τα δικά μας καταφύγια όπως τότε που όλα τα στενά της πόλης ήταν σπίτι μας. Πάμε να κρυφτούμε πίσω από αγνώστους, να χάσουμε τα ονόματά μας και να γίνουμε και πάλι αόρατοι γι’ αυτούς που τόλμησαν να μας δουν.
Πιάσε το χέρι μου, κοίτα με στα μάτια και άσε με να σου δώσω το λυτρωτικό φιλί. Να πεταρίσει και πάλι η καρδιά μας και να φανερωθούμε. Να προδώσουμε τη θέση μας και να φωνάξουμε σ’ αυτόν τον κόσμο φτου ξελευθερία.
Η ψυχοπαθολογική αποτύπωση στην οξεία φάση της πανδημίας φανερώνει πως ο covid-19 δεν προκάλεσε απλώς ιογενή πνευμονία σε αρκετούς συνανθρώπους μας, οδηγώντας τους συχνά στον θάνατο, αλλά υπήρξε κάτι βαθύτερο, κρυφό και ύπουλο, αφού αλλοίωσε ανθρώπινες προσωπικότητες και διατάραξε τις ανθρώπινες σχέσεις. Ωστόσο, η απόσταση από πρόσωπα και καταστάσεις είχε ως επακόλουθο να αναπτυχθεί μια άλλου τύπου εγγύτητα, που δεν σχετίζεται με τα κοινωνικά δίκτυα και την αλόγιστη επικοινωνία, αλλά με τη συνειδητοποίηση των ορίων μας, της ύπαρξής μας και τη βαθύτερη γνώση των πραγμάτων.
Είκοσι μία ιστορίες γραμμένες στο διάστημα της πρώτης και της δεύτερης καραντίνας. Η αντανάκλαση των παρενεργειών του κορωνοϊού σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ιχνηλασίες ανθρώπων που άγγιξαν ή ξεπέρασαν κάποιο όριο, ευρισκόμενοι στην κρίσιμη καμπή της ζωής τους. Παράλληλα, όμως, και ιχνηλασίες των ορίων της γραφής, που σε κρίσιμες περιστάσεις λειτουργεί ως βακτηρία και αποκούμπι.
Θυμόταν την έντονη έκπληξή της όταν τον αντίκρισε στη Μαρίενπλατς, τη μεγάλη αγωνία που τον είχε κυριεύσει κατά την πρώτη της επίσκεψη στο φοιτητικό του δωμάτιο, το χαρούμενο γέλιο της στις εκδρομές που έκαναν με το αυτοκίνητό της, τα πολλά ταξίδια του στο Μόναχο και τα καυτά δάκρυα που έλουζαν το πρόσωπό της κάθε φορά που την αποχαιρετούσε, την ανείπωτη χαρά της όταν της ανακοίνωσε την πρόσληψή του από τη “Suddeutschland”, τις πολύωρες συζητήσεις για το μέλλον τους.