Περιεχόμενα
– Φωτεινό Μονοπάτι
– Τίποτα σπουδαίο
– Στης αλφαβήτας τα μισά
– Βασούλα η Καλαματιανή
– Τ’ ανεμοσούρι
– Σερρεαλιστικόν
– Φοβού τα σιδεράδικα
– Ο Σκαρπέλας
– Τα σκαρπίνια
– Μετρημένη ζωή
– Αποχωρισμοί


Μικρές ιστορίες, επεισόδια καθημερινά, παλιές αφηγήσεις και η νοσταλγία της παιδικής αθωότητας, με φόντο και πρωταγωνιστή τον κόσμο του μόχθου, δομούν ανεπαίσθητα, με διάθεση πότε σαρκαστική και παιγνιώδη, πότε οργισμένη, το περίγραμμα του ευαίσθητου μικρόκοσμου των έντεκα διηγημάτων της συλλογής “Τα σκαρπίνια”.
Έντεκα διηγήματα ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, που επαληθεύουν αυτό που έγραψε ο Αντόνιο Γκράμσι: «Αν δεν μπορείς να κατανοήσεις πραγματικούς ανθρώπους, δεν μπορείς να διακρίνεις τι έχει γενική αξία.»
– Φωτεινό Μονοπάτι
– Τίποτα σπουδαίο
– Στης αλφαβήτας τα μισά
– Βασούλα η Καλαματιανή
– Τ’ ανεμοσούρι
– Σερρεαλιστικόν
– Φοβού τα σιδεράδικα
– Ο Σκαρπέλας
– Τα σκαρπίνια
– Μετρημένη ζωή
– Αποχωρισμοί
Ανάμεσα στη Λέσβο, και πιο ειδικά στο Πλωμάρι του, και στη Θεσσαλονίκη, βίωσε, φαντάσθηκε ή επινόησε ιστορίες και παραμύθια που συγκίνησαν τον γραφιά αυτών των κομματιών.
Οι φτωχοί απόμαχοι της ζωής, που βρήκαν τρόπο να διασκεδάσουν τον επερχόμενο θάνατο στις απάνθρωπες συνθήκες της κρίσης, ο νέος ξενιτεμός των βλασταριών της ελληνικής επαρχίας, η δυστυχία και η πάλη για ζωή των νεοπροσφύγων, οι λιτανείες για τον εξανθρωπισμό του Θείου, αγιορείτικες αλλά και λεσβιακές περιηγήσεις, ερωτικές φαντασιώσεις, με τα κατάλοιπα της ανίκητης κυριαρχίας της βαθιάς συντηρητικής αντίληψης, συνθέτουν ένα πανόραμα της κοινωνικής μας πραγματικότητας των τελευταίων εξήντα χρόνων, που αποτυπώνονται σ’ αυτήν τη συλλογή διηγημάτων.
Μια γυναίκα ανακαλύπτει την κρυφή ζωή του συντρόφου της από το προσωπικό του ημερολόγιο, από διάφορα ευρήματα στα συρτάρια του γραφείου του και από το ιστορικό του υπολογιστή.
Ο χωρισμός είναι επώδυνος, αργόσυρτος, βουβός, με απότομες εξάρσεις.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Για αιώνες οι άνθρωποι στην Ευρώπη γεννιόντουσαν και πέθαιναν σε μια ακτίνα επτά μιλιών από τον τόπο τους. Οι λόγοι που έφευγαν από την πόλη τους ήταν ο πόλεμος ή τα ταξίδια για τους Αγίους Τόπους.
Οι μόνοι άνθρωποι που ταξιδεύανε σε όλο τον κόσμο ήταν οι ναυτικοί. Φεύγανε από τον τόπο τους και ταξιδεύανε στις θάλασσες και στα ποτάμια του κόσμου, πλουτίζοντας με εικόνες, γνώσεις και συναισθήματα. Πολλοί απ’ αυτούς, όταν γύριζαν μετά από πολλά χρόνια, ακόμα και πάνω από είκοσι, δεν τους γνώριζαν ούτε οι αγαπημένοι τους. Ήταν η σειρά των ναυτικών να διηγηθούνε αυτά που είδαν, αν και αρκετές φορές περιέγραφαν τι είδε η φαντασία τους και όχι τα μάτια τους, αλλά πάντα αυτά που έλεγαν ήταν το κέντρο ενδιαφέροντος των ανθρώπων που τους άκουγαν.
Η συγγραφή όλων αυτών των κείμενων στο ανά χείρας βιβλίο ήταν μια παλιά εσωτερική ανάγκη. Όλες οι ιστορίες είναι αληθινές. Πολλά ονόματα χαρακτήρων, πλοίων και τόπων καταγωγής είναι φανταστικά.
Το καλοκαίρι του 2015 στη Λέσβο έφταναν καραβιές προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυσαν τα πάντα. Η προκυμαία της Μυτιλήνης και όλες οι παραλίες του νησιού γέμισαν με χιλιάδες δυστυχισμένους ανθρώπους που ζητούσαν να ξεφύγουν από τον φόβο και τον αφανισμό που τους απειλούσε στις πατρίδες τους.
Τότε αναπτύχθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης, στο οποίο μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των Λεσβίων, που είχε ως αποτέλεσμα να προταθεί η Λέσβος, και κυρίως οι τρεις γιαγιάδες της Σκάλας Σκαμνιάς που απέσπασαν τον παγκόσμιο θαυμασμό, για το βραβείο Nobel Ειρήνης, που δυστυχώς δεν το πήραν.
Σταδιακά, όμως, από λίγους στην αρχή ανθρώπους, που πολλοί απ’ αυτούς θησαύριζαν από την παρουσία των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα ξενοφοβικό κίνημα με συνθήματα που ήθελαν να πείσουν τον κόσμο, και δυστυχώς έπεισαν πολλούς, πως όλοι αυτοί ήρθαν να μας αλλάξουν την πίστη, να ετοιμάσουν την υποταγή μας στην Τουρκία, να μας κλέψουν τις δουλειές μας. Οπότε θυμήθηκα αυτό που έγραψε ο Σεφέρης (πρόσφυγας κι αυτός) στο έργο του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη: “Έφυγαν απ’ τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι τέλος πάντων αποκρίνονται: “Ένα φράγκο το ποτήρι”. Κι ο πατέρας διηγείται: “Έφτυσα μέσα στο στόμα του παιδιού να το ξεδιψάσω”.
Αυτή η ελεεινή συμπεριφορά, μαζί και άλλες ιστορίες που άκουσα για την υποδοχή των προσφύγων στο νησί μου, με έκαναν να μετάσχω στον θρήνο της εκατονταετηρίδας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις προγονικές τους μικρασιατικές εστίες, γράφοντας λίγες ιστορίες γι’ αυτά. Απλώς για να θυμόμαστε όλοι.
ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΜΟΣ
Συνάθροιση στην ιερότητα του γνόφου, στην υφαντουργική πληθώρα, τάχισμα δαιδαλώδες και μονότροπο στο τεθλασμένο αγκύλωμα δραματικής υποταγής, στο αιτιώδες γράφημα φασματικής μυθογραφίας. Στιγματικά διεκπεραιώνουν την νουθεσία απόλυτης πλοήγησης, την υψηλή γνωσιακή ακινησία, την σκοτεινή λαμπρύνουσα μομφή, στην χρέωση απίθανης υπόστασης. Και ηχούν τα ενστικτώδικα βελάσματα στου ζόφου μέσα την κτηνώδη δυσωδία, οργανική υποτέλεια, της σάρκας ανυπόληπτη εγγύτητα, λανθάνον επεισόδιο μιας ευρυγώνιας λήψης: λόγοι αστραπιαίας παραχώρησης, υπαιτιότητα γενικευμένη, χώροι μιας πεμπτουσιακής ανέλκυσης, τόνοι οξύσχημοι ληπτότητας, ευμάρεια στον τεκμηριακό πνευματισμό, ποιότητα εξουθενωμένη στο νοητό, ελπιδοφόρο θέισμα. Θεάμονες στο ενιαίο όραμα, μιαν αμεσότητα συμπυκνωμένη στο ανίδεο δέλεαρ αταυτοποίητης οντότητας, κινούνται ευφημιστικά σε οχληρό προαισθητήριο τάνυσμα.
Η ιστορία δύο νέων φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, της Αυγής και του Νικόλα, που γνωρίζονται λίγο πριν το πραξικόπημα της χούντας των Συνταγματαρχών το 1967. Στο ταξίδι αυτό, που ξεκινάμε με όχημα τον έρωτα, συναντούν παλιούς κατοίκους της πόλης, γηγενείς και πρόσφυγες, αλλά και συνοικίες, δρόμους και πλατείες, μνημεία και σύμβολα, μπουάτ και ταβέρνες, καθώς και τον απόηχο από παλιές χαμένες επαναστάσεις και επαναστάτες.