Περιεχόμενα
– Φωτεινό Μονοπάτι
– Τίποτα σπουδαίο
– Στης αλφαβήτας τα μισά
– Βασούλα η Καλαματιανή
– Τ’ ανεμοσούρι
– Σερρεαλιστικόν
– Φοβού τα σιδεράδικα
– Ο Σκαρπέλας
– Τα σκαρπίνια
– Μετρημένη ζωή
– Αποχωρισμοί


Μικρές ιστορίες, επεισόδια καθημερινά, παλιές αφηγήσεις και η νοσταλγία της παιδικής αθωότητας, με φόντο και πρωταγωνιστή τον κόσμο του μόχθου, δομούν ανεπαίσθητα, με διάθεση πότε σαρκαστική και παιγνιώδη, πότε οργισμένη, το περίγραμμα του ευαίσθητου μικρόκοσμου των έντεκα διηγημάτων της συλλογής “Τα σκαρπίνια”.
Έντεκα διηγήματα ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, που επαληθεύουν αυτό που έγραψε ο Αντόνιο Γκράμσι: «Αν δεν μπορείς να κατανοήσεις πραγματικούς ανθρώπους, δεν μπορείς να διακρίνεις τι έχει γενική αξία.»
– Φωτεινό Μονοπάτι
– Τίποτα σπουδαίο
– Στης αλφαβήτας τα μισά
– Βασούλα η Καλαματιανή
– Τ’ ανεμοσούρι
– Σερρεαλιστικόν
– Φοβού τα σιδεράδικα
– Ο Σκαρπέλας
– Τα σκαρπίνια
– Μετρημένη ζωή
– Αποχωρισμοί
Φασίστα!
Εγώ… φασίστας;
Κι εγώ φασίστας;
Μήπως;
Ρετούς είναι όρος της φωτογραφικής τέχνης. Είναι το ανάλαφρο άγγιγμα του φωτογράφου με καλοξυσμένο μολύβι πάνω στο αρνητικό που διορθώνει τις λεπτομέρειες, τις απροσεξίες στους φωτισμούς, τις μικρές ασέβειες του χρόνου στα πρόσωπα. Ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας, το τρυφερό χάδι του ψέματος πάνω στην αλήθεια.
Το ΡΕΤΟΥΣ αφηγείται τη γέννηση ενός ιστορικού φωτογραφείου της Θεσσαλονίκης στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Ακολουθεί τους ανθρώπους του -δύο δίδυμους αδελφούς- και την εξέλιξή τους μέχρι το σήμερα: άνοδος, ακμή, παρακμή και πτώση. Την περιπέτεια της αυτογνωσίας άλλοτε μέσα από τις νοσταλγικές επιστροφές και άλλοτε μέσα στο καθαρτήριο του τραγικού. Την ανάγκη των ανθρώπων να μεταμφιέζονται για να φωτογραφηθούν, και όχι μόνο, σ’ έναν εαυτό διαφορετικό από τον δικό τους, από επιθυμία να παραστήσουν κάτι που δεν είναι.
…Μια παρατεταμένη μεταμφίεση πολλών χρόνων, δεκαετίες με μασκαρέματα όχι τόσο αθώα όσο τα αποκριάτικα, κάλυψαν τη μούχλα, τον βολεμένο συντηρητισμό, τις συνενοχές και τον ενδόμυχο φόβο, κυρίως αυτόν, μήπως εμείς μείνουμε έξω από το παιχνίδι…
Απόγευμα Παρασκευής στο 58, μια σύγχρονη κιβωτό, κι όλα τα πλάσματα του Θεού δειγματισμένα.
Φιλιππινέζες με τα μαύρα στιλπνά τους μαλλιά, τα άσπρα δόντια, μικροκαμωμένες και φίνες, αλλά κουρασμένες, πολύ κουρασμένες, που επιστρέφουν από τη δουλειά, και νεαροί γεμάτοι αδρεναλίνη που κατεβαίνουν για το φροντιστήριο και γελάνε δυνατά και διηγούνται ασταμάτητα κατορθώματα φανταστικά ή αληθινά, και εργάτες και νεαρά κορίτσια του γυμνασίου βαμμένα έντονα δυο δυο ή και παρέες μεγαλύτερες για το στέκι τους μπρος στη Μητρόπολη, για καφέ στο Ποσειδώνιο ή στις καφετέριες της παραλίας, ή για σινεμά στο ΟΝΤΕΟΝ. Κατακλυσμός. Στην Αγίας Σοφίας ή το πολύ πολύ στην Αριστοτέλους το λεωφορείο έχει αδειάσει.
Τι είναι η μουσική;
Τι είναι το παρελθόν;
Η Βάλια μόλις προσλαμβάνεται ως βιβλιοθηκονόμος στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εκεί γνωρίζεται με τον Χάρη, καθηγητή μουσικής και πιανίστα. Με έναν παράξενο τρόπο και με οδηγό τη μουσική, ξεκινούν οι δυο τους ένα μαγικό ταξίδι που τους φέρνει αντιμέτωπους με τον έρωτα, το σκοτεινό τους παρελθόν και τον εαυτό τους.
Ένα βιβλίο για τη μοναξιά, τη φιλία και την τρυφερότητα των αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας με φόντο τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη.
Το καλοκαίρι του 2015 στη Λέσβο έφταναν καραβιές προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυσαν τα πάντα. Η προκυμαία της Μυτιλήνης και όλες οι παραλίες του νησιού γέμισαν με χιλιάδες δυστυχισμένους ανθρώπους που ζητούσαν να ξεφύγουν από τον φόβο και τον αφανισμό που τους απειλούσε στις πατρίδες τους.
Τότε αναπτύχθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης, στο οποίο μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των Λεσβίων, που είχε ως αποτέλεσμα να προταθεί η Λέσβος, και κυρίως οι τρεις γιαγιάδες της Σκάλας Σκαμνιάς που απέσπασαν τον παγκόσμιο θαυμασμό, για το βραβείο Nobel Ειρήνης, που δυστυχώς δεν το πήραν.
Σταδιακά, όμως, από λίγους στην αρχή ανθρώπους, που πολλοί απ’ αυτούς θησαύριζαν από την παρουσία των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα ξενοφοβικό κίνημα με συνθήματα που ήθελαν να πείσουν τον κόσμο, και δυστυχώς έπεισαν πολλούς, πως όλοι αυτοί ήρθαν να μας αλλάξουν την πίστη, να ετοιμάσουν την υποταγή μας στην Τουρκία, να μας κλέψουν τις δουλειές μας. Οπότε θυμήθηκα αυτό που έγραψε ο Σεφέρης (πρόσφυγας κι αυτός) στο έργο του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη: “Έφυγαν απ’ τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι τέλος πάντων αποκρίνονται: “Ένα φράγκο το ποτήρι”. Κι ο πατέρας διηγείται: “Έφτυσα μέσα στο στόμα του παιδιού να το ξεδιψάσω”.
Αυτή η ελεεινή συμπεριφορά, μαζί και άλλες ιστορίες που άκουσα για την υποδοχή των προσφύγων στο νησί μου, με έκαναν να μετάσχω στον θρήνο της εκατονταετηρίδας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις προγονικές τους μικρασιατικές εστίες, γράφοντας λίγες ιστορίες γι’ αυτά. Απλώς για να θυμόμαστε όλοι.
Η Κρύπτη είναι ένα υπόγειο θεατρικό εργαστήρι στη Θεσσαλονίκη όπου εκκολάπτονται νέοι ηθοποιοί. Ενώ ετοιμάζονται να ανεβάσουν το έργο Γυάλινος κόσμος του Τένεσι Ουίλιαμς με την καθοδήγηση του δασκάλου-σκηνοθέτη τους, παρακολουθούμε την εξέλιξη των αναζητήσεών τους, υπαρξιακών, κοινωνικών, πολιτικών, καθώς και τις αγωνίες τους με φόντο την κρίση της σύγχρονης εποχής. Οι ρόλοι χρησιμοποιούνται ως μέσο για να επηρεάσουν τις πραγματικές σχέσεις τους και, αντίστροφα, οι σχέσεις στη ζωή τους επηρεάζουν τους ρόλους που υποδύονται στο θέατρο.
Παράλληλα με τον κόσμο των ψευδαισθήσεων που υπαγορεύει το έργο, ανακαλύπτουν τις ψευδαισθήσεις στη ζωή τους. Έτσι, τα πρόσωπα που παίζουν ρόλο στην πραγματικότητα που βιώνουν, όπως μάνα, αδερφός, πατέρας, εραστής, είναι και τα αντίστοιχα περίπου των ρόλων τους στο έργο.
Η πλοκή, με ανατροπές στις συνθέσεις των προσώπων εντός και εκτός ομάδας, είναι το όχημα για την ανάλυση εννοιών, όπως το είναι-φαίνεσθαι, πρόσωπο-προσωπείο, μίμηση και, τέλος, η αναπαράσταση που αντιπροσωπεύει και την ουσία της Τέχνης.
Υπάρχουν σταθερά δύο μπουκάλια κρασί στο ψυγείο. Η πιθανότητα η Λόλα να εμφανιστεί, με οδηγεί να φροντίζω πιο τακτικά το σπίτι. Χάρη στο ενδεχόμενο της Λόλας, καθημερινά σκουπίζω το πάτωμα, πλένω τα πιάτα και τα ποτήρια, αλλάζω τα σεντόνια, πετάω τα σκουπίδια, μαζεύω τα άπλυτα ρούχα. Κυλά ο καιρός, και δεν εμφανίζεται. Δεν παύει όμως το ενδεχόμενο της Λόλας να υφίσταται. Οι μέρες και οι νύχτες δείχνουν να ισορροπούν γύρω από αυτό το ενδεχόμενο. Ένα μεσημέρι η Λόλα με κάλεσε για καφέ.
Τη ρώτησα αν σκέφτηκε κάποιο βράδυ να μου στείλει ένα μήνυμα. Μου είπε πως συνέβη μια φορά να μου γράψει ένα μήνυμα και την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και το διέγραψε.
Κάπως έτσι είναι η δική μας επικοινωνία. Κωδικοποιημένες λέξεις, ελάχιστες, κι αυτές πολύ αραιά. Όμως είναι λέξεις που, αν γραφούν και κυρίως αν σταλούν, τότε αλλάζουν οι παλμοί και το σώμα απογειώνεται.