Περιεχόμενα
– Προλεγόμενα
– Αδυναμία γνώσης
– Αφωνία
– Υπαρξιακή αγωνία
– Ο κοιτώνας
– Γραφή και πάλι…
– Σαγήνη
– Απουσία: Αναχωρητισμός
– Απομόνωση


– Προλεγόμενα
– Αδυναμία γνώσης
– Αφωνία
– Υπαρξιακή αγωνία
– Ο κοιτώνας
– Γραφή και πάλι…
– Σαγήνη
– Απουσία: Αναχωρητισμός
– Απομόνωση
Η Κρύπτη είναι ένα υπόγειο θεατρικό εργαστήρι στη Θεσσαλονίκη όπου εκκολάπτονται νέοι ηθοποιοί. Ενώ ετοιμάζονται να ανεβάσουν το έργο Γυάλινος κόσμος του Τένεσι Ουίλιαμς με την καθοδήγηση του δασκάλου-σκηνοθέτη τους, παρακολουθούμε την εξέλιξη των αναζητήσεών τους, υπαρξιακών, κοινωνικών, πολιτικών, καθώς και τις αγωνίες τους με φόντο την κρίση της σύγχρονης εποχής. Οι ρόλοι χρησιμοποιούνται ως μέσο για να επηρεάσουν τις πραγματικές σχέσεις τους και, αντίστροφα, οι σχέσεις στη ζωή τους επηρεάζουν τους ρόλους που υποδύονται στο θέατρο.
Παράλληλα με τον κόσμο των ψευδαισθήσεων που υπαγορεύει το έργο, ανακαλύπτουν τις ψευδαισθήσεις στη ζωή τους. Έτσι, τα πρόσωπα που παίζουν ρόλο στην πραγματικότητα που βιώνουν, όπως μάνα, αδερφός, πατέρας, εραστής, είναι και τα αντίστοιχα περίπου των ρόλων τους στο έργο.
Η πλοκή, με ανατροπές στις συνθέσεις των προσώπων εντός και εκτός ομάδας, είναι το όχημα για την ανάλυση εννοιών, όπως το είναι-φαίνεσθαι, πρόσωπο-προσωπείο, μίμηση και, τέλος, η αναπαράσταση που αντιπροσωπεύει και την ουσία της Τέχνης.
Απόγευμα Παρασκευής στο 58, μια σύγχρονη κιβωτό, κι όλα τα πλάσματα του Θεού δειγματισμένα.
Φιλιππινέζες με τα μαύρα στιλπνά τους μαλλιά, τα άσπρα δόντια, μικροκαμωμένες και φίνες, αλλά κουρασμένες, πολύ κουρασμένες, που επιστρέφουν από τη δουλειά, και νεαροί γεμάτοι αδρεναλίνη που κατεβαίνουν για το φροντιστήριο και γελάνε δυνατά και διηγούνται ασταμάτητα κατορθώματα φανταστικά ή αληθινά, και εργάτες και νεαρά κορίτσια του γυμνασίου βαμμένα έντονα δυο δυο ή και παρέες μεγαλύτερες για το στέκι τους μπρος στη Μητρόπολη, για καφέ στο Ποσειδώνιο ή στις καφετέριες της παραλίας, ή για σινεμά στο ΟΝΤΕΟΝ. Κατακλυσμός. Στην Αγίας Σοφίας ή το πολύ πολύ στην Αριστοτέλους το λεωφορείο έχει αδειάσει.
Πάμε να κρυφτούμε στις μικρές εσοχές των οικοδομών που ανακαλύψαμε τυχαία. Να χτυπήσουμε τα κουδούνια αγνώστων και να τρυπώσουμε στα υπόγεια ξένων πολυκατοικιών. Να μπούμε κρυφά στα σχολικά προαύλια σκαρφαλώνοντας σε σκουριασμένα κάγκελα και ξεκολλημένες υδρορροές. Πάμε να βρούμε τα δικά μας καταφύγια όπως τότε που όλα τα στενά της πόλης ήταν σπίτι μας. Πάμε να κρυφτούμε πίσω από αγνώστους, να χάσουμε τα ονόματά μας και να γίνουμε και πάλι αόρατοι γι’ αυτούς που τόλμησαν να μας δουν.
Πιάσε το χέρι μου, κοίτα με στα μάτια και άσε με να σου δώσω το λυτρωτικό φιλί. Να πεταρίσει και πάλι η καρδιά μας και να φανερωθούμε. Να προδώσουμε τη θέση μας και να φωνάξουμε σ’ αυτόν τον κόσμο φτου ξελευθερία.
Ο βυθός και οι όχθες του Αμαζονίου αλλά και των νησιών αλλάζουν. Θα ακολουθούμε τις καμπές του ποταμού. Θα ταξιδεύουμε κοντά στις όχθες του ποταμού όπου το ρεύμα είναι λιγότερο ισχυρό, αυτό είναι γενικός κανόνας. Πάντα να προσέχεις να μη χτυπήσεις κανένα κορμό δέντρου, γιατί είναι πρόβλημα. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις που τα δέντρα είναι μισοβυθισμένα ή βυθισμένα τελείως γιατί έχουν απορροφήσει πολύ νερό, και με τις λάσπες γίνονται ακόμη βαρύτερα. Τότε, αν χτυπήσεις ένα τέτοιο δέντρο, μπορεί να κάνεις ζημιά στις προπέλες. Από ένα πέρασμα που περάσαμε σε προηγούμενο ταξίδι, μπορεί να μην περάσουμε στο επόμενο. Δημιουργούνται νησιά εκεί που δεν υπήρχαν.
Σε μία άφιξη στο Μανάους ο υποπλοίαρχος επισκέφθηκε την Όπερα, που εκείνη την εποχή επισκευαζόταν. Είχε χτιστεί στα τέλη του 19ου αιώνα, σε μία εποχή που στο Μανάους υπήρχαν 16 χιλιόμετρα λεωφόρων και ηλεκτρικά τραμ, ενώ την ίδια εποχή στη Βοστόνη τα τραμ τα έσερναν ακόμη άλογα. Ο μοναδικός Καρούζο είχε τραγουδήσει το “Pagliacci”, και η θεϊκιά Άννα Πάβλοβα είχε χορέψει τη “Λίμνη των Κύκνων”. Όλος αυτός ο πλούτος παραγόταν από τη συλλογή του καουτσούκ. Οι εργάτες που μάζευαν το καουτσούκ, οι seringueros, ζούσαν μέσα στη φτώχεια.
Στην Boca da Valeria οι επιβάτες αγόραζαν αναμνηστικά από τους ελάχιστους ντόπιους. Εκεί ήταν πολύ ωραίο θέαμα τα ροζ δελφίνια του Αμαζονίου με το παράξενο κεφάλι. Ήταν άκακα. Αντίθετα με τον μύθο, τα πιράνχας δεν επιτίθενται όταν είναι πλήμμη, αλλά μπορεί να επιτεθούν όταν είναι ρηχία. Είναι μύθος ότι τα πιράνχας επιτίθενται μαζικά και τρώνε τα θύματά τους σε λίγα λεπτά.
Η συλλογή Όνειρα και Οράματα περιλαμβάνει ένδεκα διηγήματα του φανταστικού και του μυστηρίου. Αναφέρονται στο ξάφνιασμα απέναντι σε ανεξήγητα γεγονότα του καθημερινού βίου, που ανατρέπουν την πραγματικότητα όπως τη γνωρίζουμε ή την αντιλαμβανόμαστε.
Είναι μια απάντηση στο αφόρητο του ρεαλισμού; Μία μεγέθυνση των επιθυμιών κόντρα στο ρεύμα που μας παρασύρει; Μια καταφυγή στο ανεξήγητο που εξηγεί ή δικαιολογεί συμπεριφορές και στάσεις που εναντιώνονται στο κυρίαρχο ρεύμα των κοινωνικών και ιστορικών καταναγκασμών;
Στη λογοτεχνία του φανταστικού, ο μετεωρισμός, ανακουφιστικός ή επώδυνος, για συμβάντα που δεν υπόκεινται ούτε σε φυσικούς νόμους ούτε σε κοινωνικές συμβάσεις, είναι το όργανο που δικαιολογεί το αναίτιο, σταματά ή επιταχύνει τον χρόνο για χάρη της διήγησης. Αν ο αναγνώστης διστάζει ανάμεσα στη λογική και στην υπερφυσική εξήγηση των γεγονότων, ο δισταγμός γίνεται μέθοδος, προπαίδεια στην αμφισβήτηση της αλόγιστης βεβαιότητας.
Το καλοκαίρι του 2015 στη Λέσβο έφταναν καραβιές προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυσαν τα πάντα. Η προκυμαία της Μυτιλήνης και όλες οι παραλίες του νησιού γέμισαν με χιλιάδες δυστυχισμένους ανθρώπους που ζητούσαν να ξεφύγουν από τον φόβο και τον αφανισμό που τους απειλούσε στις πατρίδες τους.
Τότε αναπτύχθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης, στο οποίο μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των Λεσβίων, που είχε ως αποτέλεσμα να προταθεί η Λέσβος, και κυρίως οι τρεις γιαγιάδες της Σκάλας Σκαμνιάς που απέσπασαν τον παγκόσμιο θαυμασμό, για το βραβείο Nobel Ειρήνης, που δυστυχώς δεν το πήραν.
Σταδιακά, όμως, από λίγους στην αρχή ανθρώπους, που πολλοί απ’ αυτούς θησαύριζαν από την παρουσία των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα ξενοφοβικό κίνημα με συνθήματα που ήθελαν να πείσουν τον κόσμο, και δυστυχώς έπεισαν πολλούς, πως όλοι αυτοί ήρθαν να μας αλλάξουν την πίστη, να ετοιμάσουν την υποταγή μας στην Τουρκία, να μας κλέψουν τις δουλειές μας. Οπότε θυμήθηκα αυτό που έγραψε ο Σεφέρης (πρόσφυγας κι αυτός) στο έργο του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη: “Έφυγαν απ’ τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι τέλος πάντων αποκρίνονται: “Ένα φράγκο το ποτήρι”. Κι ο πατέρας διηγείται: “Έφτυσα μέσα στο στόμα του παιδιού να το ξεδιψάσω”.
Αυτή η ελεεινή συμπεριφορά, μαζί και άλλες ιστορίες που άκουσα για την υποδοχή των προσφύγων στο νησί μου, με έκαναν να μετάσχω στον θρήνο της εκατονταετηρίδας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις προγονικές τους μικρασιατικές εστίες, γράφοντας λίγες ιστορίες γι’ αυτά. Απλώς για να θυμόμαστε όλοι.