Ελληνική Λογοτεχνία-Πεζογραφία

Αμυδρό Φως στην Κρύπτη

Η Κρύπτη είναι ένα υπόγειο θεατρικό εργαστήρι στη Θεσσαλονίκη όπου εκκολάπτονται νέοι ηθοποιοί. Ενώ ετοιμάζονται να ανεβάσουν το έργο Γυάλινος κόσμος του Τένεσι Ουίλιαμς με την καθοδήγηση του δασκάλου-σκηνοθέτη τους, παρακολουθούμε την εξέλιξη των αναζητήσεών τους, υπαρξιακών, κοινωνικών, πολιτικών, καθώς και τις αγωνίες τους με φόντο την κρίση της σύγχρονης εποχής. Οι ρόλοι χρησιμοποιούνται ως μέσο για να επηρεάσουν τις πραγματικές σχέσεις τους και, αντίστροφα, οι σχέσεις στη ζωή τους επηρεάζουν τους ρόλους που υποδύονται στο θέατρο.
Παράλληλα με τον κόσμο των ψευδαισθήσεων που υπαγορεύει το έργο, ανακαλύπτουν τις ψευδαισθήσεις στη ζωή τους. Έτσι, τα πρόσωπα που παίζουν ρόλο στην πραγματικότητα που βιώνουν, όπως μάνα, αδερφός, πατέρας, εραστής, είναι και τα αντίστοιχα περίπου των ρόλων τους στο έργο.
Η πλοκή, με ανατροπές στις συνθέσεις των προσώπων εντός και εκτός ομάδας, είναι το όχημα για την ανάλυση εννοιών, όπως το είναι-φαίνεσθαι, πρόσωπο-προσωπείο, μίμηση και, τέλος, η αναπαράσταση που αντιπροσωπεύει και την ουσία της Τέχνης.

Κινητή Γιορτή

Απόγευμα Παρασκευής στο 58, μια σύγχρονη κιβωτό, κι όλα τα πλάσματα του Θεού δειγματισμένα.
Φιλιππινέζες με τα μαύρα στιλπνά τους μαλλιά, τα άσπρα δόντια, μικροκαμωμένες και φίνες, αλλά κουρασμένες, πολύ κουρασμένες, που επιστρέφουν από τη δουλειά, και νεαροί γεμάτοι αδρεναλίνη που κατεβαίνουν για το φροντιστήριο και γελάνε δυνατά και διηγούνται ασταμάτητα κατορθώματα φανταστικά ή αληθινά, και εργάτες και νεαρά κορίτσια του γυμνασίου βαμμένα έντονα δυο δυο ή και παρέες μεγαλύτερες για το στέκι τους μπρος στη Μητρόπολη, για καφέ στο Ποσειδώνιο ή στις καφετέριες της παραλίας, ή για σινεμά στο ΟΝΤΕΟΝ. Κατακλυσμός. Στην Αγίας Σοφίας ή το πολύ πολύ στην Αριστοτέλους το λεωφορείο έχει αδειάσει.

Η Θυσία

Σε μια εποχή που ο θάνατος δεν υπάρχει πια, οι άνθρωποι δεν έχουν παρά να αξιοποιήσουν τον απεριόριστο χρόνο που διαθέτουν για να εκπληρώσουν όλες τις επιθυμίες τους πάνω στη γη, ενώ ο κόσμος μεταμορφώνεται σ’ έναν κήπο των επίγειων απολαύσεων. Ο Αδάμ Μακρόπουλος είναι ένας απ’ αυτούς τους ευλογημένους ανθρώπους που ανήκουν στο τυχερό γένος των αθάνατων. Έχοντας, βέβαια, την ευτυχία να ζήσει για περίπου μισή χιλιετία, στο τέλος τού απέμεινε μόνο μία επιθυμία που δεν έχει εκπληρώσει: να πεθάνει. Διοικητικές λεπτομέρειες, σουρεαλιστικές περιπέτειες και μοιραίες παρεξηγήσεις μπαίνουν διαρκώς εμπόδιο στην προσπάθεια του ήρωα ν’ ανοίξει τις πύλες της εξόδου απ’ τη ζωή. Μέχρι που συναντά την Περσεφόνη, η οποία, με την αγνότητα, την υπευθυνότητα και την αγάπη της, θα του αλλάξει γνώμη και θα του αποδείξει πως, τελικά, η ζωή έχει νόημα. Μήπως, όμως, τότε να είναι πολύ αργά; Ή μήπως πολύ νωρίς, ώστε να πειστεί ο Αδάμ Μακρόπουλος πως, για να πεθάνει κανείς, θα πρέπει πρώτα να έχει ζήσει αληθινά; Με έντονα τα στοιχεία της μαύρης κωμωδίας και της αριστοφανικής σάτιρας πάνω σε ζητήματα πολιτικής ορθότητας, αλλά και, ταυτόχρονα, βαδίζοντας στα χνάρια που χάραξε το μοντέρνο υπαρξιακό δράμα, όπως αυτό σκιαγραφήθηκε απ’ τη σκέψη του Ντοστογιέφσκι, του Κάφκα και του Καμύ, το συγκεκριμένο βιβλίο είναι γι’ αυτούς και γι’ αυτές που αρέσκονται να πλάθουν εικόνες διαβάζοντας.

Έρωτας και Θάνατος στο Κρουαζιερόπλοιο Oceanic

«- Θα έχουμε μερικά γκρουπ, εκτός από τους ανεξάρτητους επιβάτες, ένα από αυτά, το μεγαλύτερο, αποτελείται από καμιά τριανταριά βετεράνους του πολέμου του Βιετνάμ. Από το γραφείο μού έχουν ζητήσει να βάλω στο τραπέζι σου έναν συνταγματάρχη και δυο-τρεις άλλους. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους, πρέπει αργότερα να κοιτάξω τη λίστα.»
Φεύγοντας από το Μπαρμπάντος, μόλις φύγει ο πλοηγός, το πλοίο θα πάρει την πορεία 160°, θα ταξιδέψουνε για περίπου εννιά μίλια σχεδόν παράλληλα προς την ακτή μέχρι το South Point, και στην παράλλαξή του θα γυρίσουν στη 087°. Στην άλλη άκρη αυτής της πορείας είναι η Αφρική, τα ναυτικά μίλια που θα διανύσουν μέχρι το αγκυροβόλιο του Ντακάρ είναι 2.468.
Ταξιδεύοντας Ανατολικά πρέπει να βάλουν τα ρολόγια τέσσερις ώρες μπροστά, ούτως ώστε, φτάνοντας στο Ντακάρ, να έχουν GTM που έχει η Σενεγάλη. Ελέγχει τους χάρτες και τις πορείες από Ντακάρ για Καζαμπλάνκα και από εκεί για Βαρκελώνη. Στην Καζαμπλάνκα θα καθίσουν δύο ημέρες. Κοιτάζει τον χάρτη Pilot Chart για τον μήνα Ιανουάριο. Τα ρεύματα είναι Δυτικά, αντίθετα από την πορεία τους, και οι άνεμοι θα είναι κυρίως μέτριοι Βορειοανατολικοί ή Ανατολικοί. Δηλαδή, ρεύματα και άνεμοι αντίθετα, που σημαίνει μεγαλύτερες καταναλώσεις.

Εμείς του Βάλτου

Γιατί ο Κώστας οδηγεί ένα αυτοκίνητο χωρίς τζάμια; Γιατί προσπαθούμε να ξεχάσουμε, ενώ κάνουμε ότι μπορούμε να θυμηθούμε; Γιατί αποφεύγω τα ποτάμια; Από πού έρχονται όλοι αυτοί οι φόβοι; Φόβοι ξένοι από παλιά. Η ιστορία δύο οικογενειών που συνδέθηκαν, αλλά δεν ενώθηκαν ποτέ.

Εκεί που Ανθίζουν οι Φτωχοί

Πάμε να κρυφτούμε στις μικρές εσοχές των οικοδομών που ανακαλύψαμε τυχαία. Να χτυπήσουμε τα κουδούνια αγνώστων και να τρυπώσουμε στα υπόγεια ξένων πολυκατοικιών. Να μπούμε κρυφά στα σχολικά προαύλια σκαρφαλώνοντας σε σκουριασμένα κάγκελα και ξεκολλημένες υδρορροές. Πάμε να βρούμε τα δικά μας καταφύγια όπως τότε που όλα τα στενά της πόλης ήταν σπίτι μας. Πάμε να κρυφτούμε πίσω από αγνώστους, να χάσουμε τα ονόματά μας και να γίνουμε και πάλι αόρατοι γι’ αυτούς που τόλμησαν να μας δουν.
Πιάσε το χέρι μου, κοίτα με στα μάτια και άσε με να σου δώσω το λυτρωτικό φιλί. Να πεταρίσει και πάλι η καρδιά μας και να φανερωθούμε. Να προδώσουμε τη θέση μας και να φωνάξουμε σ’ αυτόν τον κόσμο φτου ξελευθερία.

Είναι Όλοι τους Παιδιά μας

Η Αντιγόνη Αργυρίου ξεκινά ως νεαρή φιλόλογος την εκπαιδευτική της σταδιοδρομία με όνειρα και ορμή και με την επιθυμία οι μαθητές της να «είναι όλοι τους παιδιά» της.
Στο τέλος της εκπαιδευτικής της διαδρομής κάνει τον απολογισμό της.
Ανακαλεί στη μνήμη της θραύσματα από την πορεία της στην ελληνική εκπαίδευση,
εικόνες μπερδεμένες, αποσπασματικές, θολές εικόνες που αποκτούν σιγά σιγά το περίγραμμά τους, πρόσωπα που έρχονται, φεύγουν και ξανάρχονται, η καθημερινότητα του σχολείου, οι δυσκολίες, οι αντιθέσεις, οι αντιδράσεις, οι φωτεινές και όμορφες στιγμές με τα «παιδιά» της, τα γέλια και τα τραγούδια τους και άλλες εικόνες της προσωπικής της ζωής, όλα σαν κινηματογραφικά πλάνα πέφτουν το ένα μετά το
άλλο, μια οθόνη το μυαλό της, σκηνοθέτης και μοντέρ η ίδια, προσπαθεί να τα βάλει όλα σε λογική σειρά, να φτάσει σε συμπεράσματα…

Η αφήγηση της Αντιγόνης Αργυρίου δίνει μια συναισθηματική, εκ των έσω, εικόνα της ζωής του σχολείου, όπως την «είδε» η ίδια. Σε δεύτερο πλάνο οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη χώρα.

Η Εγγύτητα των Πραγμάτων

Η ψυχοπαθολογική αποτύπωση στην οξεία φάση της πανδημίας φανερώνει πως ο covid-19 δεν προκάλεσε απλώς ιογενή πνευμονία σε αρκετούς συνανθρώπους μας, οδηγώντας τους συχνά στον θάνατο, αλλά υπήρξε κάτι βαθύτερο, κρυφό και ύπουλο, αφού αλλοίωσε ανθρώπινες προσωπικότητες και διατάραξε τις ανθρώπινες σχέσεις. Ωστόσο, η απόσταση από πρόσωπα και καταστάσεις είχε ως επακόλουθο να αναπτυχθεί μια άλλου τύπου εγγύτητα, που δεν σχετίζεται με τα κοινωνικά δίκτυα και την αλόγιστη επικοινωνία, αλλά με τη συνειδητοποίηση των ορίων μας, της ύπαρξής μας και τη βαθύτερη γνώση των πραγμάτων.
Είκοσι μία ιστορίες γραμμένες στο διάστημα της πρώτης και της δεύτερης καραντίνας. Η αντανάκλαση των παρενεργειών του κορωνοϊού σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ιχνηλασίες ανθρώπων που άγγιξαν ή ξεπέρασαν κάποιο όριο, ευρισκόμενοι στην κρίσιμη καμπή της ζωής τους. Παράλληλα, όμως, και ιχνηλασίες των ορίων της γραφής, που σε κρίσιμες περιστάσεις λειτουργεί ως βακτηρία και αποκούμπι.

Αυτά που δεν Πρέπει να Ομολογήσεις

Μια γυναίκα ανακαλύπτει την κρυφή ζωή του συντρόφου της από το προσωπικό του ημερολόγιο, από διάφορα ευρήματα στα συρτάρια του γραφείου του και από το ιστορικό του υπολογιστή.
Ο χωρισμός είναι επώδυνος, αργόσυρτος, βουβός, με απότομες εξάρσεις.

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Αίθριος και Σήμερα!

Η νύχτα με τη βαριά της ανάσα από τα κλιματιστικά μπήκε από το ανοιχτό παράθυρο και με ξύπνησε.
Πουλιά μαζεμένα στο απέναντι μεγάλο δέντρο άρχιζαν άοκνα τις συνεννοήσεις. Ξημερώνει.
Καιρός αίθριος και σήμερα, ο ευφημισμός στο ραδιόφωνο για τον επερχόμενο καύσωνα.

Αμαζονία Mon Amour

Ο βυθός και οι όχθες του Αμαζονίου αλλά και των νησιών αλλάζουν. Θα ακολουθούμε τις καμπές του ποταμού. Θα ταξιδεύουμε κοντά στις όχθες του ποταμού όπου το ρεύμα είναι λιγότερο ισχυρό, αυτό είναι γενικός κανόνας. Πάντα να προσέχεις να μη χτυπήσεις κανένα κορμό δέντρου, γιατί είναι πρόβλημα. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις που τα δέντρα είναι μισοβυθισμένα ή βυθισμένα τελείως γιατί έχουν απορροφήσει πολύ νερό, και με τις λάσπες γίνονται ακόμη βαρύτερα. Τότε, αν χτυπήσεις ένα τέτοιο δέντρο, μπορεί να κάνεις ζημιά στις προπέλες. Από ένα πέρασμα που περάσαμε σε προηγούμενο ταξίδι, μπορεί να μην περάσουμε στο επόμενο. Δημιουργούνται νησιά εκεί που δεν υπήρχαν.
Σε μία άφιξη στο Μανάους ο υποπλοίαρχος επισκέφθηκε την Όπερα, που εκείνη την εποχή επισκευαζόταν. Είχε χτιστεί στα τέλη του 19ου αιώνα, σε μία εποχή που στο Μανάους υπήρχαν 16 χιλιόμετρα λεωφόρων και ηλεκτρικά τραμ, ενώ την ίδια εποχή στη Βοστόνη τα τραμ τα έσερναν ακόμη άλογα. Ο μοναδικός Καρούζο είχε τραγουδήσει το “Pagliacci”, και η θεϊκιά Άννα Πάβλοβα είχε χορέψει τη “Λίμνη των Κύκνων”. Όλος αυτός ο πλούτος παραγόταν από τη συλλογή του καουτσούκ. Οι εργάτες που μάζευαν το καουτσούκ, οι seringueros, ζούσαν μέσα στη φτώχεια.
Στην Boca da Valeria οι επιβάτες αγόραζαν αναμνηστικά από τους ελάχιστους ντόπιους. Εκεί ήταν πολύ ωραίο θέαμα τα ροζ δελφίνια του Αμαζονίου με το παράξενο κεφάλι. Ήταν άκακα. Αντίθετα με τον μύθο, τα πιράνχας δεν επιτίθενται όταν είναι πλήμμη, αλλά μπορεί να επιτεθούν όταν είναι ρηχία. Είναι μύθος ότι τα πιράνχας επιτίθενται μαζικά και τρώνε τα θύματά τους σε λίγα λεπτά.

Η Μεγάλη Αναβροχιά

Ανάμεσα στη Λέσβο, και πιο ειδικά στο Πλωμάρι του, και στη Θεσσαλονίκη, βίωσε, φαντάσθηκε ή επινόησε ιστορίες και παραμύθια που συγκίνησαν τον γραφιά αυτών των κομματιών.
Οι φτωχοί απόμαχοι της ζωής, που βρήκαν τρόπο να διασκεδάσουν τον επερχόμενο θάνατο στις απάνθρωπες συνθήκες της κρίσης, ο νέος ξενιτεμός των βλασταριών της ελληνικής επαρχίας, η δυστυχία και η πάλη για ζωή των νεοπροσφύγων, οι λιτανείες για τον εξανθρωπισμό του Θείου, αγιορείτικες αλλά και λεσβιακές περιηγήσεις, ερωτικές φαντασιώσεις, με τα κατάλοιπα της ανίκητης κυριαρχίας της βαθιάς συντηρητικής αντίληψης, συνθέτουν ένα πανόραμα της κοινωνικής μας πραγματικότητας των τελευταίων εξήντα χρόνων, που αποτυπώνονται σ’ αυτήν τη συλλογή διηγημάτων.

Αναθύμηση

“Εκείνο τον καιρό, είναι αλήθεια, οι χαρές ήταν πολύ λιγότερες από τις σκοτούρες. Μαζί με τη μάνα είχα την ευθύνη της οικογένειας. Δουλειά και πάλι δουλειά. Η μόνη χαρά που δεν ήθελα να στερηθώ ήταν να μαθαίνω να μαθαίνω καινούργια πράγματα. Γι’ αυτό, παρά το ξεθέωμα της μέρας, τα βράδια περνούσα από τα σοκάκια του χωριού και κοντοστεκόμουν στις αυλόπορτες ν’ ακούσω καμιά είδηση, ας ήταν και παλιά, εμένα μου ‘κανε.”
Ποιος ορίζει το μέτρημα του χρόνου; Ποιος θυμάται πόσο γρήγορα ή αργά άλλαξε ο κόσμος;
Οι ήρωες της Αναθύμησης αναμετριούνται με τη ροή των γεγονότων, τις εξελίξεις. Θυμούνται, ξεχνούν, διηγούνται, καταγράφουν. Μέσα από τις ζωές τους και τις εμπειρίες τους ξεδιπλώνεται και η ιστορία της Λάρισας και της περιοχής της τα τελευταία εκατό και κάτι χρόνια.

Βικτωρία

Δυο πόλεις, δυο γιαγιάδες. Η Βικτωρία, δυναμική, εκρηκτική και ρηξικέλευθη, στην Πόλη, η Ελένη, θεοσεβούμενη, προσγειωμένη και σεμνή, στη Σαλονίκη. Οι οικογένειές τους ενώνονται μέσω του γάμου των παιδιών τους, και η μικρή τους εγγονή θυμάται. Θυμάται όσα ως μικρό κορίτσι έζησε μαζί τους. Τις καθημερινές ασχολίες και τις γιορτινές επετείους, τα ασήμαντα γεγονότα και τα φοβερά που έμειναν στην ιστορία, τα πρόσωπα που κινούνταν γύρω τους με ρόλο πρωταγωνιστικό ή δευτερεύοντα χωρίς να παραλείπει τις αναφορές στους ανώνυμους κομπάρσους, τύπους χαρακτηριστικούς εκείνων των χρόνων.
Θυμάται πολλά. Και όσα δεν θυμάται -ως ενήλικη πια- τα ψάχνει. Ρωτάει όσους ακόμη ζουν και ερευνά καταφεύγοντας σε όσες επίσημες πηγές είναι προσβάσιμες, έχοντας μοιράσει τη ζωή της ανάμεσα στη λατρεμένη λαμπρή Πόλη των παιδικών της χρόνων και στην προσφυγομάνα Θεσσαλονίκη της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Γραμμένο με ψυχή, με συναισθήματα που ξεπηδούν από τα βιώματα, με ματιά καθαρή και αντικειμενική, με πνεύμα αδέσμευτο από φανατισμούς, με λόγο προφορικό και εναργή το έργο της συγγραφέως ζωντανεύει τα πρόσωπα που αγάπησε και την καθόρισαν, τα γεγονότα που έζησε και τη στιγμάτισαν και παραδίδει όσα είδε, όσα άκουσε και όσα έμαθε κτήμα ες αεί για τα παιδιά της, αναμνηστικό βοήθημα για όσους έζησαν μαζί της όσα περιγράφει, και υπέροχο ανάγνωσμα για τους υπολοίπους που νοερά ταξιδεύουν μαζί της από την Πόλη στη Σαλονίκη.
Ο τίτλος του βιβλίου χαρίζεται στη μία γιαγιά. Γιατί ήταν η γιαγιά της Πόλης. Της λατρεμένης της Πόλης όπου γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της η συγγραφέας, φέρουσα το όνομά της και κληρονομώντας το στη δική της μικρή εγγονή. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται νωρίς γιατί η Βικτωρία κέρδισε τον τίτλο.

1 5 6