Αξιοποιώντας πληροφορίες από φωτογραφίες, αφηγήσεις, περιοδικά, βιβλία και άλλα “ψίχουλα της ιστορίας”, η συγγραφέας κεντάει στο εργόχειρό της τη μυθοποίηση αλλά και την απομυθοποίηση της Ιστορίας και μας φέρνει πολύ κοντά σε πραγματικούς ανθρώπους: άνδρες, γυναίκες και παιδιά που βιώνουν τις καθημερινές πραγματικότητες στη Θεσσαλονίκη, καθώς η πόλη διέρχεται τις συμπληγάδες του 20ού αι. Ασφαλώς χρειάζεται και μια δεύτερη ανάγνωση, αλλά με το πρώτο κιόλας διάβασμα η Μαρία Πάλλα μάς έχει μετακενώσει αυθεντική συγκίνηση και μας έχει μεταδώσει το χρώμα κάθε εποχής και την αίσθηση της ιστορίας της μικρής ανθρώπινης κλίμακας. (Γιώργος Αναστασιάδης, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΕΩΝ ΠΟΛΙΣ, Ιούνιος 2004)
Το βιβλίο αυτό έχει γραφεί σαν μυθιστόρημα. Η αναφορά του στο παρελθόν και στην επίμονη παρουσία του παρελθόντος στο εκρηκτικό παρόν, απευθύνεται στον αναγνώστη που έχει την επιθυμία να διαβάσει, να σκεφτεί και ν’ αποφασίσει. Στον ποταμό Ιερεμίακα, με το αραβικό όνομα Γιαρμούκ, έγινε το 636 μ.Χ. μια ιστορική μάχη που άλλαξε την πορεία της Ιστορίας και την αλλάζει έως και αυτήν τη στιγμή. Η σημερινή Δύση, ειδωλολατρική, Αναγεννησιακή, αλλά και μετά – μοντέρνα, δοκιμάζεται στα έσχατα όριά της στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή για την επιβίωσή της.
Έχοντας ανασυστήσει το αρχαίο κράτος του Ισραήλ και την Ελλάδα, κομμάτι μιας πανάρχαιας και δισυπόστατης παράδοσης Φυσιοκρατίας και Χριστιανισμού, η Δύση περιμένει περιδεής και αναποφάσιστη το μοιραίο. Διακυβεύοντας μέσα στον επιθανάτιο ρόγχο του Διαφωτισμού και της Επανάστασης την ίδια της την ιστορική παρουσία, βρίσκεται ανέτοιμη να κατανοήσει τα κύματα της ιστορικής έκρηξης των μαζών άλλων παραδειγμάτων τα οποία, επαναστατώντας κατά της ίδιας της μήτρας της έννοιας της Ιστορίας, θα επιχειρήσουν τη μητροκτονία. Έτσι, θα προσπαθήσουν να επαναφέρουν την αρχέγονη αταξία των πραγμάτων στην εν αρμονία και μέτρω τάξη της πορείας του ήλιου, απονέμοντας δικαιοσύνη σ’ όσους μέσα στην απορία τους θεμελίωσαν μια νέα Βαβέλ. Η αρχαία σοφία των προγόνων μεγάλων και περίλαμπρων λαών θα χαθεί μέσα στον μεγάλο κρότο της επιστήμης, η οποία άνευ αρετής έγινε και είναι μόνο πανουργία.
Ένα βιβλίο με πολυεπίπεδες τομές στον χρόνο, σε μιαεκρηκτική συγκυρία για το μέλλον της περιοχής και της πατρίδας μας. Ο συγγραφέας στοχάζεται σε βάθος ζητήματα που αφορούν στην ύπαρξη του ανθρωπίνου όντος, ενώ συγχρόνως αναλύει γεγονότα που καθορίζουν τις διεθνείς εξελίξεις. Αξίζει να διαβαστεί από όλους με την απαιτούμενη προσοχή. (Κώστας Μελάς, tvxs.gr, 26 Μαρτίου 2015)
Ψάρι με κεφάλι και ουρά. Έτσι επιγράφεται η νέα συλλογή διηγημάτων του Ξενοφώντα Μαυραγάνη, Προέδρου της Λέσχης Πλωμαρίου Βενιαμίν ο Λέσβιος, που κυκλοφόρησε πριν λίγο καιρό απ τον εκδοτικό οίκο «Νησίδες». Από τα 25 διηγήματα, τα περισσότερα αφορούν πρόσωπα του παλιού Πλωμαριού, ενώ τα υπόλοιπα εστιάζουν σε ιστορίες που έχουν να κάνουν με τη σύγχρονη μετανάστευση. – Το βιβλίο διαβάζεται -«ρουφιέται», καλύτερα- απνευστί. Και λόγω της αφηγηματικής δεινότητας του συγγραφέα, αλλά και λόγω της γλώσσας, που ρέει αβίαστη και φυσική, αλλά ταυτόχρονα και υπέροχα ποικιλμένη με λογής-λογής τύπους της καθαρεύουσας και της πλωμαρίτικης «διαλέκτου». – Ο Ξ. Μαυραγάνης περιγράφει ιστορίες ανθρώπων, για την ακρίβεια περιπέτειες ζωής. Επειδή όμως κάθε ατομικός βίος είναι ταυτόχρονα και μια πτυχή του συλλογικού γίγνεσθαι, μας παραδίδει τελικά μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα τοιχογραφία του παλιού Πλωμαριού. Οι ιστορίες της ζωής των ηρώων του γίνονται ο καμβάς πάνω στον οποίο κεντά με καταπληκτική δεινότητα χαρακτηριστικά της ιδιοσυγκρασίας και λεπτομέρειες μιας ζωής που ήταν στοιχημένη σε πολύ διαφορετικούς αξιακούς κώδικες απ τους σημερινούς. Πίσω απ τις περιγραφές του Ξ. Μαυραγάνη θα διακρίνει κανείς, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, τον καημό του μετανάστη, τον ψυχισμό του θαλασσινού, τις αυστηρές αρχές του παλιού οικογενειάρχη, τη σύγκρουση των νοοτροπιών ανάμεσα σε διαφορετικές γενιές, τα γνωστά πάθη των ανθρώπων, πριν η ομοιογενοποίηση των τελευταίων δεκαετιών τούς ισοπεδώσει. -Κάθε διήγημα μοιάζει με μια μεστή φιλμική αφήγηση. Ο συγγραφέας εστιάζει στο καίριο και το ουσιώδες, παραλείποντας το αυτονόητο και το τετριμμένο. Έτσι καταφέρνει, κάνοντας άλματα στον χρόνο, να φτιάχνει ιστορίες που δεν κουράζουν, αλλά παρασέρνουν τον αναγνώστη σε ένα μαγευτικό ταξίδι με απανωτά φλασ-μπάκ. Αυτές οι συνεχείς «βουτιές» στο χθες δίνουν στον συγγραφέα την ευκαιρία να φωτίσει στοιχεία, κοινωνικές δομές, διατρωματώσεις, εθιμικές πρακτικές, οικονομικές δοσοληψίες, επαγγελματικές συνήθειες του χθες. Όλα τα παραπάνω αποτελούν το φόντο των ιστοριών του και αποκαλύπτουν μια ζώσα και παλλόμενη ιστορική πραγματικότητα, εντυπωσιακά ελκυστικότερη από τις «κατεψυγμένες» εικόνες που αποκομίζει κανείς διαβάζοντας ιστορικές αναφορές, άγευστες, εγκλωβισμένες σε ημερομηνίες και γεγονότα. – Φυσικά, δεν λείπουν και οι επώνυμοι πρωταγωνιστές. Ο συγγραφέας εντάσσει στα διηγήματά του και σημαντικά ιστορικά γεγονότα -άγνωστα στους πολλούς- με χαρακτηριστικότερο τη συνάντηση του Πλωμαρίτη καπετάνιου Πούλια (που προστάτευε τα νότια παράλια του νησιού απ τις επιδρομές των Ψαριανών πειρατών) υπό τις διαταγές του Τούρκου κυβερνήτη της Λέσβου Κουλαξίζ Αγά, και του Κ. Κανάρη, που μαζί με τον Παπανικολή ήταν τα πρωτοπαλλήκαρα των επιθέσεων των Ελλήνων κατά του τουρκικού στόλου στην επανάσταση του 1821. Η συνάντηση γίνεται μυστικά, με στόχο ο Πούλιας να φύγει απ τον Κουλαξίζ Αγά και να ενώσει τις ναυτικές δυνάμεις του μ εκείνες των επαναστατημένων Ελλήνων. Το περιστατικό που περιγράφεται είναι απ τα πιο ενδιαφέροντα του βιβλίου και δείχνει πόσο δύσκολο είναι να χωρέσει η ιστορία σε απλουστευτικά δίπολα και πόσο σύνθετη παρουσιάζεται πολλές φορές η πραγματικότητα. – Για όλα τα παραπάνω, και για πολλά άλλα που δεν επαρκεί ο χώρος ν αναφέρουμε, το Ψάρι με κεφάλι και ουρά είναι ένα βιβλίο που τιμά τα λεσβιακά γράμματα και ξεχωρίζει μέσα στον καταιγισμό των εκδόσεων, και αξίζει να διαβαστεί και να ξαναδιαβαστεί αφού, πέρα απ τη λογοτεχνική του αξία, αποτελεί και πολύτιμη λαογραφική και ιστορική παρακαταθήκη. (Χριστίνα Βογιάννη, Τα ΝΕΑ της Λέσβου, Τετάρτη 29 Ιουνίου 2011)
Ποιητικά γραμμένα πεζογραφήματα, με το χαρακτηριστικό ύφος της συγγραφέως…
Την στιγμή της εντεινόμενης αγωνίας του για την καλπάζουσα διεύρυνση των κοινωνικών ανισοτήτων, στις οποίες ανέκαθεν ο άνθρωπος αντιστάθηκε και τις οποίες καλείται πάλι να αντιμετωπίσει, μη μερικός, δεν παύει να προσπαθεί να εντρυφήσει σε όλα τα ακρογωνιαία, πανανθρώπινα…
Τα κείμενα που ακολουθούν είναι αφηγήσεις. Απόπειρες ερμηνείας σε ανάκατα σπαράγματα συμβάντων, υποθέσεων και καταστάσεων που δεν συνέβησαν ποτέ. […] Τα κείμενα αυτά μιλούν για τη νεότητα μιας χώρας, μιας εποχής. Οι αφηγήσεις αυτές θέλουν να είναι ένας κριτικός αναστοχασμός πάνω στο “αυτονόητο”. Σ’ ένα αυτονόητο χαμηλού ορίζοντα, όπου πολλές από τις αδικίες που περικλείει περνούν στο αθέατο, στο απυρόβλητο. Βεβαίως, τα κείμενα αυτά δεν ξεκινούν από την εξωτερική εκείνη, αδέκαστη σκοπιά που θα προέκρινε το αντικειμενικό. Ξεκινούν από τη σημασία της μνήμης και της διαφοράς.
Φεύγω, αλλά θα ξανάρθω είναι ο τίτλος της συλλογής κειμένων της Αρχοντούλας Διαβάτη στον οποίο η ίδια συνειδητά προσθέτει τον παραπλανητικό, σε πρώτη ανάγνωση, υπότιτλο χρονογραφήματα. Η συγγραφέας, έχοντας ήδη δύο βιβλία πίσω της (Στη μάνα του νερού, λογοτεχνικό χρονικό, και Το αλογάκι της Παναγίας, μυθιστορίες), συγκεντρώνει σ’ αυτές τις εκατό και κάτι σελίδες τα τριάντα οκτώ αφηγήματα που, αρκετά πυκνά, με περιοδικότητα σχεδόν δεκαημέρου δημοσίευσε στα ηλεκτρονικά περιοδικά book press κυρίως αλλά και στο Φρέαρ, και αλλού. Το υλικό καλύπτει ένα χρονικό άνυσμα δεκαεννέα περίπου μηνών από τον Σεπτέμβριο του 2011 (χρονιά του Δράκου, όπως η ίδια σημειώνει στον σύντομο πρόλογο) μέχρι τον Απρίλιο του 2013. Πρόκειται ουσιαστικά για κριτικές και σημειώματα που στρέφονται γύρω από τη λογοτεχνική, την κινηματογραφική και εν γένει την τρέχουσα καλλιτεχνική παραγωγή κυρίως της Θεσσαλονίκης, αλλά και σχόλια επίκαιρα και ανεπίκαιρα για βιβλία, ταινίες, θεατρικές παραστάσεις που συγκροτούν τον σταθερό ορίζοντα ενδιαφερόντων της Διαβάτη, αλλά και κοινωνικά γεγονότα που απασχόλησαν τον χώρο των σκεπτόμενων Νεοελλήνων. Καθένα από τα τριάντα εννέα συνολικά κείμενα, μια φωτογραφία, περιγραφές, διάλογοι και σκηνές που εκτυλίσσονται στο αστικό τοπίο όπου ζει, κινείται και δημιουργεί η συγγραφέας. (Κέλλυ Πάλλα, diastixo.gr, Οκτώβριος 2014)
Το βιβλίο ξεκινάει με τα γράμματα του φίλου-αγαπημένου, στρατιώτη, υποδηλώνοντας μια σχέση πλησιάσματος και απομάκρυνσης. Μέσα απ’ αυτήν την αλληλογραφία – όπου γνωρίζουμε μονάχα τις επιστολές του νέου – εμφανίζεται η στρατιωτική ζωή της εποχής, γύρω στο 1975, και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τον εαυτό του και το περιβάλλον του ο επιστολογράφος καθώς και τις επιδιώξεις και τα σχέδιά του για το μέλλον. Παράλληλα μας αποκαλύπτεται, μέσω της νεανικής του ματιάς, η προ-στρατιωτική του ζωή, εικόνες της δεκαετίας του ’70, ζωντανές, μάχιμες, όμως κυρίως η ανολοκλήρωτη σχέση , η διαφορετικότητα των αλληλογράφων που δεν εστιάζει στον άλλον κάνοντας την επαφή να ολισθαίνει. Ο Άγγελος, ο γράφων, παρ’ όλη την θετική του προσέγγιση, δείχνει μια ανέμελη αντιμετώπιση στην ουσία της σχέσης. Μένει στον περίγυρο, αποφεύγει το κέντρο. Η αλληλογραφία τελειώνει με την ασάφεια του μέλλοντός τους. (Μαρία Κουγιουμτζή, vakxikon.gr, Δεκέμβριος 2012)
Οι δρόμοι για το Κάστρο της Νιφάδας ξεκινούν από παντού και τελειώνουν στο βάθος των οριζόντων, αν μπορείς να ονειρεύεσαι. Μα αυτό θα το μάθεις μόνο αν διαλέξεις να ζεις τη ζωή σου σαν παραμύθι, σαν τον τόπο των εκπλήξεων και της ομορφιάς, μέσα στον πόνο και στον χρόνο…
«Είμαι Τσιγγάνος», της είπε ο βασιλιάς, «σ’ αυτόν τον τόπο έχω βαρεθεί τη ζωή μου. Εσύ που είσαι αγράμματη αλλά σοφή. Εσύ που είσαι πεντάφτωχη, αλλά έχεις ξάστερο και ακονισμένο μυαλό. Που δεν έχεις τίποτα, αλλά έχεις κέφι και καρδιά. Πες μου αν ξέρεις κάτι σημαντικό που να ξυπνήσει την ψυχή μου. Που να είναι στ’ αλήθεια όμορφο, χωρίς η ομορφιά του να σκανδαλίζει. Κάτι που να έχει το μυστικό άρωμα της αρετής, χωρίς τη συνηθισμένη βλακεία της διδασκαλίας. Κάτι που να είναι αληθινά σοφό και απλό, χωρίς ωστόσο τυλιγμένο στα φανταχτερά κουρέλια της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Κάτι που να είναι ευχάριστο σαν την καινούργια φιλενάδα αλλά όχι κουραστικό σαν τη σύζυγο. Ούτε βέβαια ανατριχιαστικό σαν την πεθερά. Κάτι που να σε μεθάει σαν το παλιό αγνό κρασί χωρίς να σου θολώνει το μυαλό. Κάτι που αρέσει στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, στους τίμιους όσο και στους κατεργάρηδες. Κάτι που να μη βάζει σε σκοτούρες τον βασιλιά και την κυβέρνηση. Ούτε και τον λαό σε αναταραχές. Κάτι που να γοητεύει. Ν’ αποκοιμίζει μωρά στα γόνατα της γιαγιάς τους. Ν’ αρέσει στ’ αγόρια όσο και στα κορίτσια. Να το ακούνε με την ίδια ευχαρίστηση οι άντρες όσο και οι γυναίκες, οι σπουδασμένοι, οι μυαλωμένοι όσο και οι ασπούδαστοι και οι αγράμματοι, οι ονειροπαρμένοι. Κάτι που για το χατίρι του να παρατάνε στη μέση τη δουλειά τους οι νοικοκυρές. Να αποξεχνάνε τα κορίτσια τη βαρέλα τους στη βρύση. Να λησμονούν το ψωμί τους στον φούρνο. Να αφήνουν να καίγεται το φαγητό τους στη φωτιά. Κάτι που να μαγεύει τις γριές και τους γερόντους. Να ακούγεται με την ίδια ξενοιασιά τόσο τη νύχτα όσο και τη μέρα.»
Τότε όλοι τριγύρω σώπασαν. Κρατάνε την αναπνοή τους. Θάμασαν τη σοφία του βασιλιά. Αλλά από μέσα τους σκέφθηκαν: «Ζητάει κάτι ο βασιλιάς, κάτι που δεν υπάρχει!»
Η γριά Τσιγγάνα Ταμάρα χαμογέλασε. «Κατάλαβα», είπε, «βασιλιά, τι ζητάς, ζητάς, πολυχρονεμένε μου αφέντη, να σου πω ωραία παραμύθια».
…Έτσι άρχισα να βλέπω προσεεχτικά τις κάρτες και να διαβάζω τα γράμματα και το Ημερολόγιο.Και τότε δυο κόσμοι,άγνωστοι μέχρι εκείνη τη στιγμή σε μένα ανοίχτηκαν μπροστά μου και με θάμπωσαν.
Από τη μια πλευρά έβλεπα σαν σε κινηματογραφική ταινία σκηνές από έναν έρωτα που φούντωσε κι ολοκήρώθηκε μέσα στην αγαπημένη πόλξ,την πόλη μου, και χάθηκε τόσο αναπάντεχα την άφατη στιγμή της απόλυτης ομορφιάς του…Έναν έρωτα παθιασμένο του Ζιλ προς την κοπέλα με τα ζωηρά μαύρα μάτια και τη χοντρή πλεξούδα που έπεφτε στον δεξί της ώμο…τη Νικόλ…έναν έρωτα που χάθηκε μαζί με την πόλη.Στη μεγάλη πυρκαγιά…
Μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη από το 1917 (χρονιά της μεγάλης πυρκαγιάς) μέχρι σήμερα. Ένας μεγάλος έρωτας που τον καταστρέφει ένα απρόβλεπτο γεγονός: η μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου 1917.