Κατάλογος

Στη Ρωγμή του Τίποτα

Η κρίση που βιώνουμε δεν είναι μόνον οικονομική. Είναι πολύ περισσότερο αξιακή και ηθική. Είναι ένα συνολικότερο πολιτισμικό αδιέξοδο, οι ρίζες του οποίου εντοπίζονται τόσο στη θεώρηση του ανθρώπου για το είδος του, όσο και στο συνολικότερο κοσμοείδωλο της Δυτικής κουλτούρας. Πώς, όμως, δημιουργείται αυτή η στρέβλωση; Ποιοι είναι εκείνοι οι φορείς και οι μεθοδεύσεις που υπονομεύουν δεκαετίες τώρα την ψυχοπνευματική υπόσταση του έλλογου όντος; Πλησιάζει η ώρα που ο σύγχρονος άνθρωπος θα αναγκαστεί εκ των πραγμάτων να εγκαταλείψει τη ματαιόδοξη αυταρέσκεια και να προχωρήσει στο επόμενο στάδιο της συλλογικότητας. Να αφήσει πίσω του τον ναρκισσισμό και να διευρύνει τους ορίζοντές του σε έναν πολύ μεγαλύτερο ομόκεντρο κύκλο τέτοιο, ώστε να συνειδητοποιήσει πια ότι δεν είναι ο ίδιος το κέντρο του κύκλου, αλλά ένα μόνο μέρος μιας οργανικά δεμένης και αλληλεξαρτώμενης ενότητας. Υπάρχουν τρόποι γι’ αυτό, που ήδη αυτή τη στιγμή λειτουργούν εν δυνάμει, προαναγγέλλοντας την πιθανότητα μιας κοινωνίας πιο συμβατής με το Σύμπαν.

Σταυραδέρφια

“Με τον εφηβικό μας ενθουσιασμό και τη γοητευτική παρορμητικότητα της νιότης, συνεπαρμένοι από τον ηρωισμό των αγωνιστών της ελευθερίας που έδιναν υποσχέσεις αμοιβαίας υποστήριξης με την αδερφοποίηση, επισφραγίσαμε τη φιλία μας χαράσσοντας μια μέρα στο νησάκι στα Γιάννενα τους καρπούς των χεριών μας και αναμειγνύοντας το αίμα μας.” Ο Τέλης και ο Δήμος, δύο έφηβοι μαθητές, γίνονται αδερφοποιτοί και ορκίζονται παντοτινή πίστη, φιλία και αλληλοστήριξη-“…η ζωή μου ζωή σου και η ψυχή μου ψυχή σου”. Όμως, τα γεγονότα που συντάραξαν την Ευρώπη τον εικοστό αιώνα και τα σύνορα που έβαλαν οι νικητές με το μοίρασμα του κόσμου -σύνορα που χώρισαν ανθρώπους, διέλυσαν οικογένειες, ακύρωσαν προοπτικές και φιλοδοξίες- επηρέασαν την εξέλιξη της ζωής των δύο σταυραδερφών. Ο καθένας διέγραψε τη δική του πορεία, την πορεία που του χάραξαν τόσο οι ανελέητες δυνάμεις της Ιστορίας όσο και ο χαρακτήρας του.

Στα Κύματα η Μοίρα του Κόσμου – Προσεγγίζοντας τη Ζωή και το Έργο του Ηλία Βενέζη

«Θα σε ρωτήσουν κει πάνω, σαν έρθει η ώρα: “Ποιον συναπάντησες κάτω στη γη;” Κ’ εσύ θα τους αποκριθείς: “Κανένα. Τον εαυτό μου μόνο”. Θα σε ρωτήσουν ακόμα: “Πίστεψες, τουλάχιστο, στα όνειρα και στις χίμαιρες, στα ταπεινά έργα των ταπεινών ανθρώπων;” Κ’ εσύ θ’ αποκριθείς: “Όχι”. “Πλήρωσες, λοιπόν, γι’ αυτό κει κάτω;” Κ’ εσύ είναι δίκαιο να τους αποκριθείς πώς πλήρωσες, γιατί, εδώ, στη γη, είναι η μοίρα των ανθρώπων».
Γαλήνη

Ένα βιβλίο-σχόλιο για τη ζωή και το έργο ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς της περίλαμπρης γενιάς του ’30. Ένα βιβλίο-προτροπή για όλους εκείνους που γοητεύονται να κυνηγούν στη ζωή τους χίμαιρες και να πιστεύουν στο θαύμα. Ένα βιβλίο καταδίκης της ασχήμιας και ύμνου της ομορφιάς της ζωής. Ένα βιβλίο για τον Βενέζη με τη γραφή του Βενέζη.

Σκουλαρίκι στη Μύτη

Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί -πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται -καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά- παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγιόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη. Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσο λίγα ή μήπως με πολλά; Της έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; Ή μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά -χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

Σκόπελος. Οδηγός του Νησιού

“Έζησα στη Σκόπελο ως μόνιμος κάτοικος, χειμώνα-καλοκαίρι, από το 1987 έως το 2004. Ο οδηγός αυτός είναι αποτέλεσμα της αγάπης μου για το νησί και της ανάγκης που ένιωσα να μάθω πού βρίσκομαι. Έτσι, διάβασα αρκετά βιβλία και δημοσιεύματα για την ιστορία της Σκοπέλου, και συνάμα περπάτησα απ’ άκρη σ’ άκρη το νησί. Ιδιαίτερα με βοήθησαν οι συζητήσεις με σκοπελίτες: ζωντάνεψαν μες στο μυαλό μου τη ζωή του νησιού πριν την έλευση του τουρισμού, τότε που η Σκόπελος βασιζόταν στην παραγωγή λαδιού, ρετσινιού και δαμασκήνων (και, παλαιότερα, κρασιού).

Τα τελευταία χρόνια γίνονται στο νησί πολλά έργα: ασφαλτόστρωση δρόμων, τοποθέτηση πινακίδων στις διασταυρώσεις, επέκταση του κυματοθραύστη και κατασκευή του νέου λιμανιού, βελτίωση ηλεκτρικού δικτύου, έργα ύδρευσης και αποχέτευσης, εγκατάσταση βιολογικού καθαρισμού.

Ενδέχεται οι εντυπωσιακές αυτές αλλαγές να διευκολύνουν την κίνηση ντόπιων και επισκεπτών στο νησί. Από την άλλη, η λεγόμενη απελευθέρωση της ακτοπλοΐας αλλάζει διαρκώς τις εμπλεκόμενες εταιρείες, τα γραφεία αντιπροσώπων, τα δρομολόγια. Ο ανά χείρας Οδηγός πιστεύω πως εξακολουθεί να προσφέρει μια αρκετά ολοκληρωμένη εικόνα του νησιού, της ιστορίας του και της ζωής του.
Ελπίζω να μην υποκύψει η Σκόπελος στην τρέλα της οικοπεδοποίησης και της απεριόριστης οικοδόμησης, και να διατηρήσει τη σπάνια ομορφιά της. Αυτό είναι στο χέρι των μόνιμων κατοίκων, αλλά και των επισκεπτών που την αγαπούν και την πονάνε. Εύχομαι ο “τουρισμός” να μην είναι επιθετικός, επέλαση ανθρώπων που θέλουν μόνο να ξεδώσουν, αλλά ήπιος, με ενδιαφέρον και αγάπη για τον τόπο που επισκεπτόμαστε, με σεβασμό στους κατοίκους και στην ιστορία τους…”

(Β. Τ., Μάιος 2008)

Ο ΟΔΗΓΟΣ πρωτοεκδόθηκε το 1993. Επανεκδόθηκε το 1996, το 1998, το 2000 και το 2008.

Σαραμπάντα

Δεν είμαι καμιά μηχανή παραγωγής θετικότητας.
Έχω ένταση, έχω δυσαρέσκεια, έχω δυσθυμία, κάνω αρνητικές σκέψεις, θα τους έλεγε.
Τώρα κοιτάει από το μπαλκόνι την πινακίδα που αναβοσβήνει στο ψαράδικο απέναντι, στη λεωφόρο. «Σας ψήνουμε και σας τηγανίζουμε μόνο με 4 ευρώ το κιλό, ο ψαράς της οικογένειας» και χαμογελάει. Να αφιππεύσει από το καλάμι της, να μπορούσε να αρκείται σε ό,τι έχει, θα της έλεγε ο πατέρας της, καλή του ώρα. Πέφτει πάλι με το κεφάλι στη μαύρη τρύπα της κακοδαιμονίας, ανάμεσα σε ανεξέλεγκτες φωτιές και σε έκτακτα δελτία κάθε τόσο για επιδείνωση, μπουρίνια και πάλι νέα πρόγνωση. Γκρινιάζει και δυσανασχετεί, και πού να πάει κανείς με τον καύσωνα, στα θερινά είχε δει τις περισσότερες ταινίες κι εξ άλλου οι καρέκλες ήταν άβολες, και τα κουνούπια έκαναν πάρτι, και οι φίλοι δεν επιθυμούσαν καμία έξοδο, προτιμούσαν κλεισμένοι σαν τα ποντίκια να βλέπουν σειρές και να παραγγέλνουν πίτσες, παρ’ όλη την άνωθεν σύσταση να είναι φειδωλοί στις παραγγελίες με τις εργασιακές σχέσεις για κλάματα και τους εργαζόμενους όμηρους να αλωνίζουν με τα μηχανάκια στην καυτή πόλη.

Σανατόπια/Η Αναρχική Κοινωνία από τη Θεωρία στην Πράξη

Στη λέξη αναρχία το στερητικό άλφα δηλώνει την άρνηση της αρχής, δηλαδή την άρνηση της εξουσίας. Η αναρχία σαν ιδεολογία και σαν λέξη δεν έχει καμία σχέση ή συγγένεια με τη λογική του χάους. Αντιθέτως, η χαοτική κουλτούρα είναι αυτή που επιδιώκει μία κατάσταση χωρίς καμία οργάνωση, καμία πολιτική πρόταση, καμία ανθρώπινη αξία.

Ρετροτοπία

Έχουμε από καιρό χάσει την πίστη μας στην ιδέα ότι οι άνθρωποι θα κατακτήσουν την ευτυχία σε ένα μελλοντικό ιδανικό κράτος, που βρίσκεται σε συγκεκριμένο τόπο και κυβερνιέται από έναν σοφό και καλόγνωμο κυβερνήτη. Κι όμως, ενώ έχουμε χάσει την πίστη μας στις πάσης φύσεως ουτοπίες, η ανθρώπινη επιθυμία για μια καλύτερη ζωή δεν έχει σβήσει. Μόνο που σήμερα εστιάζεται όχι στο μέλλον, αλλά στο παρελθόν (ρετροτοπία).
Η ανάδυση της ρετροτοπίας συνυφαίνεται με το χάσμα που ολοένα βαθαίνει ανάμεσα στην εξουσία / ισχύ και στην πολιτική, ανάμεσα στην ικανότητα να κάνουμε να κάνουμε να γίνονται πράγματα και στη δυνατότητα να αποφασίζουμε ποια πράγματα χρειάζεται να γίνουν. Τα σημερινά εθνικά κράτη αδυνατούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους και προκαλούν μία ολοένα αυξανόμενη απογοήτευση σε σχέση με το τι θα φέρει το μέλλον. Η ρετροτοπία, πιστή στο ουτοπικό πνεύμα, επιδιώκει τη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης στρεφόμενη στο παρελθόν.
Φανταστικές εικόνες του παρελθόντος χρησιμεύουν ως οδηγοί για το μέλλον μας. Στρεφόμαστε στις μεγαλειώδεις ιδέες του παρελθόντος, θαμμένες μα όχι τελείως πεθαμένες, για να διαμορφώσουμε το μέλλον.

Ρετούς – Το Τρυφερό Χάδι του Ψέματος

Φασίστα!
Εγώ… φασίστας;
Κι εγώ φασίστας;
Μήπως;
Ρετούς είναι όρος της φωτογραφικής τέχνης. Είναι το ανάλαφρο άγγιγμα του φωτογράφου με καλοξυσμένο μολύβι πάνω στο αρνητικό που διορθώνει τις λεπτομέρειες, τις απροσεξίες στους φωτισμούς, τις μικρές ασέβειες του χρόνου στα πρόσωπα. Ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας, το τρυφερό χάδι του ψέματος πάνω στην αλήθεια.
Το ΡΕΤΟΥΣ αφηγείται τη γέννηση ενός ιστορικού φωτογραφείου της Θεσσαλονίκης στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Ακολουθεί τους ανθρώπους του -δύο δίδυμους αδελφούς- και την εξέλιξή τους μέχρι το σήμερα: άνοδος, ακμή, παρακμή και πτώση. Την περιπέτεια της αυτογνωσίας άλλοτε μέσα από τις νοσταλγικές επιστροφές και άλλοτε μέσα στο καθαρτήριο του τραγικού. Την ανάγκη των ανθρώπων να μεταμφιέζονται για να φωτογραφηθούν, και όχι μόνο, σ’ έναν εαυτό διαφορετικό από τον δικό τους, από επιθυμία να παραστήσουν κάτι που δεν είναι.
…Μια παρατεταμένη μεταμφίεση πολλών χρόνων, δεκαετίες με μασκαρέματα όχι τόσο αθώα όσο τα αποκριάτικα, κάλυψαν τη μούχλα, τον βολεμένο συντηρητισμό, τις συνενοχές και τον ενδόμυχο φόβο, κυρίως αυτόν, μήπως εμείς μείνουμε έξω από το παιχνίδι…

Προς το Παρόν Υγειαίνω

Ένας δωδεκάχρονος εσωτερικός μετανάστης το 1912, στη χώρα που γεννήθηκε, αγωνιά να προσδιορίσει την ταυτότητά του. Είναι Έλληνας χριστιανός σε ξένη χώρα, είναι Οθωμανός, Έλλην το γένος και Χριστιανός το θρήσκευμα; Ποιας χώρας το όπλο θα κρατήσει; Υπαρξιακά ερωτήματα, που προσπαθούν να βρουν απάντηση. Ένας αγιορείτης καλόγερος, σχοινοβατεί μια ολόκληρη ζωή ανάμεσα στη βαθιά πίστη και αφοσίωσή του στην Παναγία και στο ακατασίγαστο πάθος του για τη γυναίκα και τον έρωτα. Ένας παλαίμαχος ναυτικός, κατασκευάζει μια πλώρη στο βουνό για σπίτι του, κατάντικρυ σ’ αυτήν που του πήρε και του τα ’δωσε όλα, τη θάλασσα. Ένας νέος αριστερός δικηγόρος χάνει αναπάντεχα μέσα από τα χέρια του μια μεγάλη κομματική και επαγγελματική επιτυχία. Σκλαβωμένοι στους Γερμανούς χωρικοί προσπαθούν μέσα από λογοκριμένα γράμματα να επικοινωνήσουν με τα ξενιτεμένα και χαμένα αδέρφια τους. Βαθιά ανθρώπινες ιστορίες, που περνούν δίπλα μας χωρίς καν να τις υποπτευόμαστε.

Προς μια θεωρία των κοινωνικών πρακτικών

Στο κείμενο αυτό ο Γερμανός κοινωνιολόγος Andreas Reckwitz επιχειρεί να συστηματοποιήσει τις διάσπαρτες στη σύγχρονη κοινωνική θεωρία συμβολές σε μια προοπτική της θεωρίας των κοινωνικών πρακτικών (Theory of Social Practices). Αναδεικνύοντας τις δυστοκίες της ωφελιμιστικής θεωρίας και της θεωρίας της ορθολογικής επιλογής (homo economicus) και της παρσονικής και ντυρκεμιανής κοινωνιολογικής παράδοσης (homo sociologicus) όσον αφορά την εξήγηση της ανθρώπινης δράσης, ο Reckwitz αναδεικνύει τη συμβολή των πολιτισμικών θεωριών στην κατανόηση της δράσης μέσω της προσφυγής στις συλλογικές συμβολικές δομές γνώσης και νοήματος.

Ενώ η θεωρία της πρακτικής συγκαταλέγεται και αυτή στο φάσμα των πολιτισμικών θεωριών, εν τούτοις διαφέρει κρίσιμα από τις άλλες περισσότερο «νοοκρατικές» πολιτισμικές θεωρίες (κουλτουραλιστική νοησιαρχία, κειμενισμός, διυποκειμενισμός). Οι διαφορές τους έχουν να κάνουν με το πώς εννοιολογούν διαφορετικά το κοινωνικό, το σώμα, τον νου, τα πράγματα, τη γνώση, τον λόγο, το δρων υποκείμενο και τη δομή / διαδικασία. Για τη θεωρία των κοινωνικών πρακτικών όλα αυτά εδράζονται στις καθημερινές κοινωνικές πρακτικές. Και η ανάδειξη του ρουτινοποιημένου, του μη συνειδητού, του σιωπηρού χαρακτήρα των καθημερινών μας κοινωνικών πρακτικών είναι κρίσιμη για την κατανόηση της δράσης και των τρόπων κοινωνικής αναπαραγωγής ή / και κρίσης και αλλαγής.

Μια πρακτική, όπως την ορίζει ο Reckwitz, «είναι ένας ρουτινοποιημένος τρόπος με τον οποίο τα σώματα κινούνται, τα αντικείμενα χρησιμοποιούνται, τα υποκείμενα αντιμετωπίζονται, τα πράγματα περιγράφονται, και ο κόσμος κατανοείται».

Η υιοθέτηση μιας τέτοιας επιστημολογικής προοπτικής μπορεί να έχει κρίσιμες επιπτώσεις στην ηθική μας προοπτική όσον αφορά τις σχέσεις με τον εαυτό (το σώμα, τα συναισθήματα, τα κίνητρα), τους άλλους, τα πράγματα και τη φύση. Όπως και μπορεί να ενημερώσει σημαντικά την εμπειρική κοινωνικο-πολιτισμική ανάλυση…

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Προς Μια Αυτόνομη Κοινωνία

Το τέλος των αξιών και οι πηγές έμπνευσης μιας αυτόνομης κοινωνίας
– Σε ποια κοινωνία ζούμε;
– Τι κοινωνία θέλουμε;
Αυτά τα ερωτήματα συνιστούν την πολιτική. Δημοκρατία είναι να μπορούν όλες και όλοι να δίνουν τη δική τους απάντηση κάθε μέρα. Με απόψεις, πράξη και ζωή.
Το βιβλιαράκι αυτό καταθέτει μια πρώτη γνώμη.
“Κρίση αξιών” ή ευκαιρία άλλων επιλογών ζωής; Όταν όλα ξεφτίζουν, τότε όλα μπορούν να επινοηθούν απ’ την αρχή. Κυρίως ο έρωτας και η φιλία ως πηγές έμπνευσης μιας αυτόνομης κοινωνίας. Αφετηρίες ζωής που αντλεί το νόημά της όχι από τη συσσώρευση πραγμάτων αλλά από τις σχέσεις ελεύθερων και ίσων ανθρώπων.

Πρίγκηπος, η πιτυούσα και η ερατεινή

Η Πρίγκηπος ή το Νησί, όπως την αποκαλούν οι Ρωμιοί της Πόλης, αποτελεί το σκηνικό στο οποίο ξετυλίγονται αυτήν τη φορά οι αναμνήσεις της συγγραφέως. Το παραδεισένιο νησί των καλοκαιρινών διακοπών στα πρώτα νεανικά της χρόνια. Μέρες χαράς και ξενοιασιάς, παρέες και αισθήματα, ποδηλατάδες και ψυχαγωγία, σε ένα νησί, το Νησί, που παρ’ όλο που αποτελεί μια μικρή και ασήμαντη κουκκίδα στον χάρτη, έφερε πάνω του, εκτός από τις μαγευτικές φυσικές του ομορφιές και το απερίγραπτο αρχιτεκτονικό κάλλος των αρχοντικών του, όλη την κοινωνική, πολιτιστική και θρησκευτική ζωή της Ρωμιοσύνης της Πόλης από τα χρόνια τα παλιά μέχρι τις τελευταίες της αναλαμπές.

Έτσι, το κουβάρι των αναμνήσεων, καθώς ξετυλίγεται, φέρνει αρχικά στο φως τις ευτυχισμένες μέρες της νεανικής ξενοιασιάς, της καλοκαιρινής ραστώνης. Στη συνέχεια, η αλληλουχία των συνειρμών ανασύρει από τα ταμεία της Μνήμης την τραγική ιστορία μιας προσφιλούς της οικογένειας που παραθέριζε στην Πρίγκηπο κατά τη χρυσή για την Ομογένεια εποχή των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Στο δε τελευταίο μέρος η συγγραφέας επιχειρεί μια αναρρίχηση στην ψηλότερη κορφή της Πριγκήπου, στη μονή του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά, και μας μεταφέρει εικόνες παλιές, αλλά και του σήμερα, από το σημαντικότερο Προσκύνημα της Πριγκήπου, και ίσως και της Πόλης ολόκληρης.

Τελειώνει, δε, αυτήν την κατάθεση ψυχής με τη λεπτομερή αναφορά στο έργο του Εθνικού Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου, που ερημώνει τώρα πια απέναντι από τον Άη Γιώργη τον Κουδουνά, και με την περιγραφή της προσωπικότητας και του έργου της τελευταίας διευθύντριας του Ορφανοτροφείου, της δασκάλας Μαρίκας Χάτσου.

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Πόλη και Αυτοκίνητο

Τα κείμενα του βιβλίου αυτού εξετάζουν από διάφορες οπτικές γωνίες τις σχέσεις της σύγχρονης πόλης με το αυτοκίνητο, ιδίως με το ιδιωτικό αυτοκίνητο. Πραγματεύονται τη σταδιακή εκτόπιση των άλλων τρόπων μετακίνησης, την επιβολή, πραγματική και φαντασιακή, του ιδιωτικού αυτοκινήτου, τη δομή της πόλης που δημιουργείται έτσι και εισηγούνται μέτρα για να βελτιωθεί η κίνηση και η ζωή μας στα αστικά κέντρα. Στο Επίμετρο, ο γνωστός αμερικανός στοχαστής Λιούις Μάμφορντ αναλύει τον “αμερικάνικο τρόπο θανάτου”, δηλαδή τη λατρεία του ιδιωτικού αυτοκινήτου στις Η.Π.Α.

Ποιητικός Ρυθμός Παραδοσιακή και Νεωτερική Έκφραση

Τα μελετήματα, που συγκροτούν το βιβλίο, γράφτηκαν στη διάρκεια της τελευταίας δεκαπενταετίας. Από ένα σημείο και μετά έγινε κατανοητό από τον υπογράφοντα πως δεν αποτελούν παρά οπτικές γωνίες υπό τις οποίες αυτός παρακολουθεί το ποιητικό φαινόμενο, τόσο στην παραδοσιακή όσο και στη νεωτερική ρυθμολογική εκδοχή του. Η ποίηση ήταν και είναι λόγος ρυθμικός, και προφανώς και η ποίηση που θα δημιουργηθεί στο άμεσο αλλά και στο απώτερο μέλλον θα εξακολουθεί ενίοτε να επιδεικνύει, οπωσδήποτε να εγκιβωτίζει ή και απλώς να υπαινίσσεται τον ρυθμό ως sine qua non χαρακτηριστικό της. Στο πλαίσιο του βιβλίου, αρυόμενοι ποιητικό υλικό πρωτευόντως από το πεδίο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, προσπαθήσαμε να ψηλαφίσουμε τις ποικιλότροπες εκφάνσεις της ρυθμικής υπόστασης του ποιητικού λόγου, εντάσσοντάς τες σε οπτική αλληλοσυσχετίσεων και χρονικής διαδοχής.

1 6 7 8 25