ΚΑΘΕ ΤΕΛΟΣ
μες στις γαλότσες
σαν άγριο ψάρι
άλλοτε φρύγει
άλλοτε αρδεύει
το ρήμα δρω
Η παραλία της Θεσσαλονίκης. Το χαρακτηριστικότερο τμήμα της πόλης. Έχουν γραφεί άπειρα κείμενα για την παραλία κι άλλες τόσες αναφορές έχουν γίνει σε βιβλία ιστορικά ή λογοτεχνικά.
Η παραλία δεν είναι καρτ-ποστάλ, δεν είναι αυθύπαρκτη, δεν είναι αυτόνομη.
Παίρνει ζωή από μας που την περιδιαβαίνουμε μαζί με τα προβλήματα, τη ματιά, τις προσδοκίες, την επικαιρότητά μας. Γι’ αυτό αλλάζει με το χρόνο. Δεν είναι ίδια, δεν είναι στατική.
Όπως σηματοδοτεί και η φωτογραφία του εξωφύλλου, υπάρχουν πολλές δεδομένες ή έτοιμες επιλογές για να προσεγγίσεις την παραλία. Υπάρχει, όμως, και η δυνατότητα να επιλέξεις τη δική σου εκδοχή. Ακόμα κι αν είσαι οριακά και μόνο εντός του κάδρου.
Υπάρχουν σταθερά δύο μπουκάλια κρασί στο ψυγείο. Η πιθανότητα η Λόλα να εμφανιστεί, με οδηγεί να φροντίζω πιο τακτικά το σπίτι. Χάρη στο ενδεχόμενο της Λόλας, καθημερινά σκουπίζω το πάτωμα, πλένω τα πιάτα και τα ποτήρια, αλλάζω τα σεντόνια, πετάω τα σκουπίδια, μαζεύω τα άπλυτα ρούχα. Κυλά ο καιρός, και δεν εμφανίζεται. Δεν παύει όμως το ενδεχόμενο της Λόλας να υφίσταται. Οι μέρες και οι νύχτες δείχνουν να ισορροπούν γύρω από αυτό το ενδεχόμενο. Ένα μεσημέρι η Λόλα με κάλεσε για καφέ.
Τη ρώτησα αν σκέφτηκε κάποιο βράδυ να μου στείλει ένα μήνυμα. Μου είπε πως συνέβη μια φορά να μου γράψει ένα μήνυμα και την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και το διέγραψε.
Κάπως έτσι είναι η δική μας επικοινωνία. Κωδικοποιημένες λέξεις, ελάχιστες, κι αυτές πολύ αραιά. Όμως είναι λέξεις που, αν γραφούν και κυρίως αν σταλούν, τότε αλλάζουν οι παλμοί και το σώμα απογειώνεται.
«Παλιός μελετητής των ουτοπιών κι εγώ, βλέπω με ιδιαίτερη συμπάθεια το βιβλίο της Μαρία-Λουίζα Μπερνέρι, γιατί είναι η περιεκτικότερη και διεισδυτικότερη μελέτη των ιδεωδών πολιτειών που έχει γραφεί μέχρι σήμερα. Αυτό, που δίνει στο βιβλίο την ιδιαίτερη αξία του, είναι το τολμηρό μυαλό και το φλογερό πνεύμα της συγγραφέως του. Η Μπερνέρι είναι εχθρός των δυνάμεων, που θέλουν να μετατρέψουν τον άνθρωπο σε δουλικό αυτόματο και φίλος όλων όσα ευνοούν την ελευθερία και την δημιουργική έκφραση. Η Ουτοπία έχει τόσο πολλούς κύκλους, όσους η Κόλαση του Δάντη η Μπερνέρι είναι ο καλύτερος οδηγός που μπορούμε να έχουμε, όταν επισκεπτόμαστε την Ουτοπία: δεν φοβάται ν’ αφήσει τους κατοίκους της Ουτοπίας να μας μιλήσουν, ούτε και να μας αφήσει να βγάλουμε μόνοι μας τα συμπεράσματα από την περιήγησή μας. Κοντολογής, εξαίρετο πραγματικά βιβλίο».
ΑΚΡΙΒΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ
Επιστρέφω με κάθε ευκαιρία
Επιστρέφω στις ακριβές μου στιγμές
Σ’ εκείνες που με πήγαν λίγο πιο ψηλά
Λίγο πιο ψηλά από την κάθε μέρα
Λίγο πιο ψηλά από αυτό που είμαι
Επιστρέφω και συναντώ λόγια και σιωπές
Όσα ειπώθηκαν, και όσα αφέθηκαν να εννοηθούν
Και διαπιστώνω, εκ των υστέρων, ότι έχουν το ίδιο βάρο
Με κίνητρο την ποιητική του ανάγκη και την αγάπη του για το νησί και τους ανθρώπους του ο Σπύρος Κοσμάς παραθέτει σε έμμετρο λόγο όσα αποθησαύρισε από τον κόσμο αυτόν.
Το έργο του διαπνέεται από λυρισμό, συναρπαστικές εικόνες και πορτραίτα των πρωταγωνιστών και αποτελεί μια ωραία ανάσα στη σημερινή τεχνοκρατική και στεγνή κοινωνία μας.
Περνάει ασυλόγιστος ο καιρός. τον ρωτάω
ο επίδοξος μηχανικός του συνεχίζω την
αμηχανία μου. σκέφτομαι την αναπόφευκτη_
ομοιομορφία της φύσης και την ανόμοιο
μορφία των αντανακλάσεών της μέσα μου. να με
διαμαρτύρομαι παίζοντας προσπαθώντας πάντα.
[…]
To Μάρτη του 1984 ο ιδιοκτήτης της Champ Libre και εκδότης του Ζακ Μεσρίν, Ζεράρ Λεμποβισί, βρίσκεται δολοφονημένος με τέσσερις σφαίρες στον αυχένα. Η δολοφονία του δεν εξιχνιάστηκε ποτέ.
Ο Ζεράρ Λεμποβισί γνωρίστηκε με τον Γκυ Ντεμπόρ το 1971 και έγινε φίλος του, εκδότης των βιβλίων του και παραγωγός των κινηματογραφικών ταινιών του. Δολοφονήθηκε σε ενέδρα στις 5 Μαρτίου 1984 στο Παρίσι.
«Είμαι Τσιγγάνος», της είπε ο βασιλιάς, «σ’ αυτόν τον τόπο έχω βαρεθεί τη ζωή μου. Εσύ που είσαι αγράμματη αλλά σοφή. Εσύ που είσαι πεντάφτωχη, αλλά έχεις ξάστερο και ακονισμένο μυαλό. Που δεν έχεις τίποτα, αλλά έχεις κέφι και καρδιά. Πες μου αν ξέρεις κάτι σημαντικό που να ξυπνήσει την ψυχή μου. Που να είναι στ’ αλήθεια όμορφο, χωρίς η ομορφιά του να σκανδαλίζει. Κάτι που να έχει το μυστικό άρωμα της αρετής, χωρίς τη συνηθισμένη βλακεία της διδασκαλίας. Κάτι που να είναι αληθινά σοφό και απλό, χωρίς ωστόσο τυλιγμένο στα φανταχτερά κουρέλια της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Κάτι που να είναι ευχάριστο σαν την καινούργια φιλενάδα αλλά όχι κουραστικό σαν τη σύζυγο. Ούτε βέβαια ανατριχιαστικό σαν την πεθερά. Κάτι που να σε μεθάει σαν το παλιό αγνό κρασί χωρίς να σου θολώνει το μυαλό. Κάτι που αρέσει στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, στους τίμιους όσο και στους κατεργάρηδες. Κάτι που να μη βάζει σε σκοτούρες τον βασιλιά και την κυβέρνηση. Ούτε και τον λαό σε αναταραχές. Κάτι που να γοητεύει. Ν’ αποκοιμίζει μωρά στα γόνατα της γιαγιάς τους. Ν’ αρέσει στ’ αγόρια όσο και στα κορίτσια. Να το ακούνε με την ίδια ευχαρίστηση οι άντρες όσο και οι γυναίκες, οι σπουδασμένοι, οι μυαλωμένοι όσο και οι ασπούδαστοι και οι αγράμματοι, οι ονειροπαρμένοι. Κάτι που για το χατίρι του να παρατάνε στη μέση τη δουλειά τους οι νοικοκυρές. Να αποξεχνάνε τα κορίτσια τη βαρέλα τους στη βρύση. Να λησμονούν το ψωμί τους στον φούρνο. Να αφήνουν να καίγεται το φαγητό τους στη φωτιά. Κάτι που να μαγεύει τις γριές και τους γερόντους. Να ακούγεται με την ίδια ξενοιασιά τόσο τη νύχτα όσο και τη μέρα.»
Τότε όλοι τριγύρω σώπασαν. Κρατάνε την αναπνοή τους. Θάμασαν τη σοφία του βασιλιά. Αλλά από μέσα τους σκέφθηκαν: «Ζητάει κάτι ο βασιλιάς, κάτι που δεν υπάρχει!»
Η γριά Τσιγγάνα Ταμάρα χαμογέλασε. «Κατάλαβα», είπε, «βασιλιά, τι ζητάς, ζητάς, πολυχρονεμένε μου αφέντη, να σου πω ωραία παραμύθια».
Οι ιστορίες που μας αφηγούνται τα μαγικά παραμύθια είναι στην πλειονότητά τους μετασχηματισμένες αφηγήσεις τελετών φυλετικής μύησης αγοριών και κοριτσιών. Τα περισσότερα μοτίβα τους ανάγονται σε περιορισμένο, φυσικά, αριθμό μυητικών μοτίβων και υπακούουν στο σχήμα απομάκρυνση – μεσοδιάστημα – επανένταξη, που είναι το σχήμα των διαβατήριων τελετών.
Ο μετασχηματισμός που υφίσταται στην αφήγηση τόσο η δομή της τελετουργικής ακολουθίας όσο και το περιεχόμενο των επιμέρους μοτίβων της δεν την καθιστά μη αναγνωρίσιμη. Και στην παραμυθιακή αφήγηση μεγάλο μέρος της δράσης μεταφέρεται έξω από τα όρια της καθημερινής ζωής, όπως και στη μυητική τελετουργία· η αιτία που επινοείται, στη θέση του θεσμού, για την έναρξη της μυητικής περιπέτειας ανήκει συχνά σ’ αυτήν (στην καθημερινή ζωή)…
Κατά το πέρασμα από τη συμβολική γλώσσα της τελετουργίας στη συμβολική γλώσσα του παραμυθιού συχνά η μεταφορά μετασχηματίζεται σε κυριολεξία. Έτσι, το δίδυμο μυητικό μοτίβο μιμητικού θανάτου – αναγέννησης παρουσιάζεται μερικές φορές στο παραμύθι ως θάνατος και ανάσταση στην κυριολεξία, δηλαδή το συμβολικό στοιχείο της τελετουργίας μεταφέρεται στην αφήγηση ως πραγματικό γεγονός. Ο ήρωας ή η ηρωίδα πεθαίνει, ενίοτε θάβεται κιόλας, και στη συνέχεια ανασταίνεται. Για να αιτιολογηθεί το τελευταίο, ή συχνά και τα δύο, επινοείται το μαγικό στοιχείο.
Το καλοκαίρι του 2015 στη Λέσβο έφταναν καραβιές προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυσαν τα πάντα. Η προκυμαία της Μυτιλήνης και όλες οι παραλίες του νησιού γέμισαν με χιλιάδες δυστυχισμένους ανθρώπους που ζητούσαν να ξεφύγουν από τον φόβο και τον αφανισμό που τους απειλούσε στις πατρίδες τους.
Τότε αναπτύχθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης, στο οποίο μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των Λεσβίων, που είχε ως αποτέλεσμα να προταθεί η Λέσβος, και κυρίως οι τρεις γιαγιάδες της Σκάλας Σκαμνιάς που απέσπασαν τον παγκόσμιο θαυμασμό, για το βραβείο Nobel Ειρήνης, που δυστυχώς δεν το πήραν.
Σταδιακά, όμως, από λίγους στην αρχή ανθρώπους, που πολλοί απ’ αυτούς θησαύριζαν από την παρουσία των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα ξενοφοβικό κίνημα με συνθήματα που ήθελαν να πείσουν τον κόσμο, και δυστυχώς έπεισαν πολλούς, πως όλοι αυτοί ήρθαν να μας αλλάξουν την πίστη, να ετοιμάσουν την υποταγή μας στην Τουρκία, να μας κλέψουν τις δουλειές μας. Οπότε θυμήθηκα αυτό που έγραψε ο Σεφέρης (πρόσφυγας κι αυτός) στο έργο του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη: “Έφυγαν απ’ τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι τέλος πάντων αποκρίνονται: “Ένα φράγκο το ποτήρι”. Κι ο πατέρας διηγείται: “Έφτυσα μέσα στο στόμα του παιδιού να το ξεδιψάσω”.
Αυτή η ελεεινή συμπεριφορά, μαζί και άλλες ιστορίες που άκουσα για την υποδοχή των προσφύγων στο νησί μου, με έκαναν να μετάσχω στον θρήνο της εκατονταετηρίδας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις προγονικές τους μικρασιατικές εστίες, γράφοντας λίγες ιστορίες γι’ αυτά. Απλώς για να θυμόμαστε όλοι.