Οι Μαγεμένες της Θεσσαλονίκης, πιο γνωστές με την ισπανοεβραική τους ονομασία Las Incantadas, ήταν ένα εντυπωσιακό σύμπλεγμα ανάγλυφων μορφών στην Αγορά της πόλης. Τις άρπαξε τον 19ο αι. ο Γάλλος Ε. Μίλλερ, που επονομάστηκε “Έλγιν της Θεσσαλονίκης”, και τις μετέφερε στη Γαλλία. Σήμερα εκτίθενται στο Μουσείο του Λούβρου. Από αφηγήσεις περιηγητών, που είδαν και περιέγραψαν το μνημείο, από μελέτες ιστορικών και αρχαιολόγων, από ανασκαφικά ευρήματα, ο συγγραφέας προβαίνει σε μια σφαιρική μελέτη του μνημείου: αναγνωρίζει τις αναπαριστώμενες μορφές, εξηγεί γιατί ειδικά αυτές περιλαμβάνονταν στο μνημείο, επιχειρεί να μας δώσει το κλίμα μέσα στο οποίο ανεγέρθηκε το μνημείο, το χρονολογεί και το τοποθετεί στη θέση που κατείχε στη Θεσσαλονίκη.
When we think of the arts in relation to Roma, we think of music and dance, performance arts that are easily accessible to the public at large. Storytelling is considered a significant art form among the Roma but it is a private one, reserved and intended for transmission strictly within their own community.
The book you hold in your hands, Gypsy Folktales from Greece, is a selection of 20 unique and vivid Romani tales, lovingly collected by sociologist-ethnologists Rita Spanouli and Giorgos Lepeniotis over the course of three decades of visits to Romani camps and settlements, and living and traveling with nomadic groups of Roma throughout mainland Greece.
Η Σχολή Μπάουχαους ιδρύθηκε αμέσως μετά τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στην Βαϊμάρη της αναστατωμένης Γερμανίας.
Με διευθυντές διαδοχικά, τον Βάλτερ Γκρόπιους, τον Γιοχάνες Μάγυερ και τον Μης βαν ντερ Ρόε έζησε, μετακομίζοντας στο Ντεσάου και στο Βερολίνο, μέχρι την ανάρρηση του Χίτλερ στην εξουσία το 1933.
Φιλοδόξησε να προχωρήσει την τέχνη και να την φέρει πιο κοντά στον απλό άνθρωπο (δίνοντας το βάρος στον σχεδιασμό αντικειμένων καθημερινής χρήσης), αλλά συντρίφτηκε από τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής.
Η τεχνοκρίτης και ιστορικός της τέχνης Εύα Φοργκάς παρουσιάζει στο βιβλίο της την συναρπαστική ιστορία αυτής της μεγάλης προσπάθειας, καταγράφει και αναλύει την εσωτερική και εξωτερική κατάσταση της σχολής, συγκρίνει το Μπάουχαους με άλλες αντίστοιχες σχολές της ίδιας εποχής και τονίζει, στο Επίμετρο, την επικαιρότητα του Μπάουχαους.
Με εισαγωγή του επιμελητή της Εθνικής Πινακοθήκης Μάνου Στεφανίδη και με επίμετρο της Εύας Φοργκάς για την ελληνική έκδοση.
Ο Σαχράμ Χοσραβί είναι καθηγητής Ανθρωπολογίας στη Στοκχόλμη, με καταγωγή από το Ιράν. Εχει μελετήσει τον εξαναγκαστικό εκτοπισμό, καθώς και τις έννοιες του χρόνου και της αναμονής (σε σχέση με το προσφυγικό και την εξαναγκασμένη μετανάστευση), του πρεκαριάτου, του ασύλου.
Πριν από λίγο καιρό, κυκλοφόρησε σε μετάφραση Κατερίνας Τομανά και με πρόλογο του συγγραφέα για την ελληνική έκδοση (!), το βιβλίο του «“Παράνομος ταξιδιώτης” – Μια αυτοεθνογραφία των συνόρων». Στις 256 σελίδες του βιβλίου, ο Χοσραβί περιγράφει τις περιπλανήσεις του σε Ιράν, Αφγανιστάν, Πακιστάν, Ινδία έως να καταλήξει στη Σουηδία… Ενα εξαιρετικό ανάγνωσμα, τελείως επίκαιρο, για να καταλάβουμε (επιτέλους!) ότι δεν υπάρχουν «λαθρομετανάστες», αλλά άνθρωποι «αόρατοι» από το κράτος. Οχι γιατί δεν φαίνονται, αλλά γιατί κανείς δεν θέλει να τους δει. (Νόρα Ράλλη, Η Εφημερίδα των Συντακτών, Ιούλιος 2022)
Το εκτόπισμα της λογοτεχνικής και, γενικότερα, πνευματικής παρουσίας του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο μεταπολεμικό πολιτισμικό πεδίο είναι μεγάλο: ο Χριστιανόπουλος υπήρξε από τους πρωτεργάτες του ποιητικού ρεαλισμού, προσέχτηκε ως πεζογράφος, ως κριτικός και ως φιλόλογος, οι εικαστικές τέχνες και η μουσική δεν εξοβελίστηκαν από την άλω της δραστηριότητάς του και, επιπρόσθετα, η Διαγώνιος -το περιοδικό που εξέδιδε και διηύθυνε από το 1958 έως το 1983- διαμόρφωνε αλλά και καθρέφτιζε σημαντικές καλλιτεχνικές προτάσεις και εξελίξεις, ενώ υπήρξε χώρος έκφρασης και φυτώριο άνθισης ποιητών, πεζογράφων, κριτικών και φιλολόγων.
Η όλη πορεία του Χριστιανόπουλου υποβάλλει και μία συγκεκριμένη καλλιτεχνική και ιδεολογική πρακτική που βαθμιαία διαμορφώθηκε σε βιοθεωρία: εκδίωξη της λογοτεχνικής πόζας, επιδίωξη της έσχατης λεκτικής λιτότητας ως απεικάσματος της απλότητας σε κάθε πτυχή του βίου, προσπάθεια για ψηλάφηση του βιωματικού πυρήνα, αγάπη για το λαϊκό, το αφτιασίδωτο και γνήσιο, τόσο ως εν δυνάμει καλλιτεχνική μορφή όσο και ως ιδεολογικό περιεχόμενο. “Λόγος γυμνός”, λοιπόν, υποβλητικός και δραστικός, δηκτικός, σαρκαστικός και ενίοτε αυτοσαρκαστικός, που διερευνά απογυμνωμένος το βίωμα και δεν χαρίζεται σε κανέναν, γι’ αυτό και μερικές φορές πέφτει στην υπερβολή ή και στην αδικία. Ο απογυμνωμένος από κάθε λογής στολίσματα λόγος θεωρείται αρετή και τόλμη από τον Χριστιανόπουλο. δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση “λόγος γυμνός” αντλήθηκε από το κριτικό του δοκίμιο για την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, στο οποίο ο απογυμνωμένος, ειλικρινής και δραστικός λόγος του ποιητικού ρεαλισμού θεωρείται “κουβέντα ανθρώπινη […] απόπειρα να πούμε αυτό που μας καίει, να εκφράσουμε τον καημό που μας τρώει”