Περιεχόμενα
– Εισαγωγή: Η εποχή της νοσταλγίας
– Πίσω στον Χομπς;
– Πίσω στις φυλές
– Πίσω στην ανισότητα
– Πίσω στη μήτρα
– Επίλογος: Κοιτάζοντας μπρος για αλλαγή


Έχουμε από καιρό χάσει την πίστη μας στην ιδέα ότι οι άνθρωποι θα κατακτήσουν την ευτυχία σε ένα μελλοντικό ιδανικό κράτος, που βρίσκεται σε συγκεκριμένο τόπο και κυβερνιέται από έναν σοφό και καλόγνωμο κυβερνήτη. Κι όμως, ενώ έχουμε χάσει την πίστη μας στις πάσης φύσεως ουτοπίες, η ανθρώπινη επιθυμία για μια καλύτερη ζωή δεν έχει σβήσει. Μόνο που σήμερα εστιάζεται όχι στο μέλλον, αλλά στο παρελθόν (ρετροτοπία).
Η ανάδυση της ρετροτοπίας συνυφαίνεται με το χάσμα που ολοένα βαθαίνει ανάμεσα στην εξουσία / ισχύ και στην πολιτική, ανάμεσα στην ικανότητα να κάνουμε να κάνουμε να γίνονται πράγματα και στη δυνατότητα να αποφασίζουμε ποια πράγματα χρειάζεται να γίνουν. Τα σημερινά εθνικά κράτη αδυνατούν να εκπληρώσουν τις υποσχέσεις τους και προκαλούν μία ολοένα αυξανόμενη απογοήτευση σε σχέση με το τι θα φέρει το μέλλον. Η ρετροτοπία, πιστή στο ουτοπικό πνεύμα, επιδιώκει τη βελτίωση της ανθρώπινης κατάστασης στρεφόμενη στο παρελθόν.
Φανταστικές εικόνες του παρελθόντος χρησιμεύουν ως οδηγοί για το μέλλον μας. Στρεφόμαστε στις μεγαλειώδεις ιδέες του παρελθόντος, θαμμένες μα όχι τελείως πεθαμένες, για να διαμορφώσουμε το μέλλον.
– Εισαγωγή: Η εποχή της νοσταλγίας
– Πίσω στον Χομπς;
– Πίσω στις φυλές
– Πίσω στην ανισότητα
– Πίσω στη μήτρα
– Επίλογος: Κοιτάζοντας μπρος για αλλαγή
Η μελέτη αυτή είναι από τις μοναδικές που ασχολούνται αποκλειστικά με την ιστορία και τον λαϊκό πολιτισμό του χωριού Γλώσσα, ενός δηλαδή από τα τρία άλλα χωριά, τα οποία μαζί με τη Χώρα απαρτίζουν το νησί της Σκοπέλου. Ωστόσο, πρέπει να σημειώσω πώς αυτά που αναγράφονται στην παρούσα δεν είναι η Ιστορία της Γλώσσας τη χρονική περίοδο που προσδιορίστηκε, αλλά κάποιες πτυχές της. Κι αυτό επειδή απαιτείται μεγάλη και πολυχρόνια έρευνα στις αδημοσίευτες κυρίως πηγές, κάτι που χρειάζεται τη συνδρομή πολλών ενδιαφερομένων για την ιστορία και τη λαογραφία του τόπου τους. Έτσι, η μελέτη αυτή είναι, θα μπορούσα να ισχυριστώ, κάτι σαν την πρώτη μαγιά, ώστε να υπάρξει στο μέλλον μια πιο εκτενής και ακριβής μελέτη, η οποία με προσοχή και σεβασμό στις πηγές θα κοιτάξει να παραδώσει στις γενιές του 21ου αι. την ιστορία του χωριού τους ή και όλης της περιοχής, η οποία σε πολλά σημεία έχει μιαν ιδιοπροσωπία ξεχωριστή από αυτήν της Χώρας, γι’ αυτό και απαιτείται να σημειωθούν οι διαφορές και οι αιτίες που τις προκάλεσαν ιδιαίτερα στον λαϊκό πολιτισμό.
Τι είναι ένα shopping mall; Σύγχρονο εμπορικό και ψυχαγωγικό κέντρο; Ιδιωτικός χώρος μαζικής χρήσης; Νέου τύπου ημι-δημόσιος χώρος; Σκηνή του σύγχρονου καταναλωτή;
Το shopping mall είναι όλα αυτά και κάτι παραπάνω. Είναι ένας μικρόκοσμος. Είναι τόπος που πραγματώνει την ουτοπία του εμπορευματικού πολιτισμού. Είναι τόπος που “εδαφικοποιεί” την καταναλωτική τάξη ή αλλιώς την τάξη του κόσμου του εμπορεύματος. Το mall προτείνει μια εμπειρία του κοινωνικού χώρου καθαρή, αποκλειστικά εμπορευματική και θεαματική. Ως αύταρκες, μονωμένο, καθαρό περιβάλλον προτείνει την πόλη του εμπορευματικού πολιτισμού, όπως “θα έπρεπε να είναι”. Καθαρή, αφηρημένη, μυστικοποιημένη, όπως το εμπόρευμα. Αυτή τη μορφή σχέσης προωθεί το mall όσον αφορά την εμπειρία της περιπλάνησης, την καταναλωτική πρακτική και εμπειρία, καθώς και την εργασία εντός του.
Στη μελέτη μας, μέσα από την κοινωνικο-χωρική διαλεκτική προσέγγιση, επιχειρείται η διερεύνηση και η ανάλυση του τρόπου συγκρότησης της ταυτότητας του χώρου και της ταυτότητας των “κατοίκων – καταναλωτών”. Η ταυτότητα του χώρου και η ταυτότητα των καταναλωτών βρίσκονται σε μια διαρκή, διαλεκτική διαδικασία κατεργασίας και -από ό,τι φαίνεται- επιβεβαίωσης και αναπαραγωγής της καταναλωτικής κουλτούρας. Με άλλα λόγια, διαπιστώνεται ότι ο καταναλωτής στο mall, μέσω της επιτέλεσης του ρόλου του και μέσω του “καταναλωτικού βιώματος”, βρίσκει ένα (μικρο)κόσμο όπως “θα ήθελε να είναι”, καθαρό, εν τάξει, ασφαλή, ονειρικό, μαγικό. Μια εντοπισμένη “ουτοπία”, όπου το θέαμα, ως “κοινωνική σχέση ατόμων διαμεσολαβούμενη από τις εικόνες” (Γκυ Ντεμπόρ), αποκτά την πιο καθαρή μορφή του και συνιστά το πρότυπο της καταναλωτικής εμπειρίας και οργάνωσης της εργασίας σε αυτό τον μικρόκοσμο.
Στο “Πεντάγωνο της ισχύος” ο Μάμφορντ κορυφώνει τις ριζικές αναθεωρήσεις των κοινών και διαδεδομένων αντιλήψεων για την πρόοδο του ανθρώπου και της τεχνολογίας. Για πρώτη φορά παρουσιάζει μια ολοκληρωμένη ιστορική εξήγηση των ανορθολογικοτήτων και καταστροφών που έχουν υπονομεύσει τα ανώτερα επιτεύγματα όλων των πολιτισμών.
Δείχνει πως οι ποσοτικοί στόχοι της σύγχρονης τεχνικής -ταχύτητα, μαζική παραγωγή, ακαριαία επικοινωνία και εξ αποστάσεως έλεγχος- έχουν φέρει αναπόφευκτα ρύπανση, σπατάλη, οικολογική αναστάτωση και ανθρώπινη εξολόθρευση σε κλίμακα αδιανόητητη παλαιότερα.
Το βιβλίο του δεν είναι μία επίθεση στην επιστήμη και την τεχνική -κάθε άλλο μάλιστα. Επιδιώκει να οδηγήσει στην εγκαθίδρυση μιας πιο οργανικής κοινωνικής τάξης πραγμάτων, που θα βασίζεται στους τεράστιους τεχνολογικούς πόρους του ανθρώπινου οργανισμού. Μία τέτοια τάξη πραγμάτων, δείχνει ο Μάμφορντ, είναι σήμερα απαραίτητη, αν η ανθρωπότητα θέλει να θέσει υπό έλεγχο τις απάνθρωπες φαντασιώσεις και επιθετικότητες που απειλούν να καταστρέψουν τον πολιτισμό μας.
Στο παρόν κείμενο ο Έντουαρντ Πάλμερ Τόμσον πραγματεύεται γλαφυρά τη μεταβολή του τρόπου με τον οποίο αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι τον χρόνο. Ξεκινά από την εποχή που το ρολόι ήταν ένα αξιοπερίεργο σπάνιο αντικείμενο και φτάνει στην εποχή που ρυθμίζει κυριαρχικά την καθημερινή μας ζωή.
Τη Δευτέρα ή την Τρίτη, σύμφωνα με την παράδοση, ο χειρωνακτικά εργαζόμενος προσαρμόζεται στον αργό ρυθμό της μελωδίας «Έεεεεεχουμε καιρό, έεεεεεχουμε καιρό». Την Πέμπτη και την Παρασκευή, εργάζεται στον γοργό ρυθμό «Άλ-λη μια μέρα, άλ-λη μια μέρα».
Ο πειρασμός για χουζούρι, για άλλη μια ώρα στο κρεβάτι, φόρτωνε τη δουλειά στο βράδυ, και τότε έπρεπε να γίνει στο φως των κεριών.
Είναι προφανές πως υπάρχει πρόβλημα ταυτότητας της δημοκρατίας και της άμεσης δημοκρατίας ιδιαίτερα. Ταυτότητας που δεν θα επιτρέπει πλήθος αντιφατικών αναγνώσεων και μια επικοινωνία τύπου Βαβέλ, που εμποδίζουν τη σύνδεση της θεωρίας με την πράξη της άμεσης δημοκρατίας. Κι αυτό το πρόβλημα δεν είναι υπόθεση εξουσιαστικών ηγεσιών ούτε “αριστερών πρωτοποριών”, και βεβαίως ούτε “σοφών” διανοούμενων και ηγητόρων, αλλά παραμένει πρόβλημα της ίδιας της εργαζόμενης κοινωνίας-ανθρωπότητας.
Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να διαμορφώσουμε ένα νέο δημόσιο χώρο σκέψης και επικοινωνίας και να ξαναρχίσουμε τον δημόσιο διάλογο για την άμεση δημοκρατία. Στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου θα μπορέσουμε να ξαναβγάλουμε στην επιφάνεια το θεωρητικό, το εμπειρικό και το αγωνιστικό κληροδότημα των περασμένων γενεών, να το απαλλάξουμε από μύθους και ιδεοληψίες, και να το παντρέψουμε με το όραμα των σημερινών γενεών, όπως αυτό διαμορφώνεται στις σύγχρονες συνθήκες, με αιχμή το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που, σε συνδυασμό με το σημερινό επίπεδο των επιστημών και της τεχνολογίας, προσδιορίζουν τις αντικειμενικές δυνατότητες, τον δρόμο και τον ορίζοντα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, προκειμένου να συνεχίσουν το ταξίδι της ανθρωπότητας προς την άμεση δημοκρατία της οικονομικής και της κοινωνικής ισότητας.
Αυτή τη σκοπιμότητα υπηρετεί η έκδοση αυτού του συλλογικού τόμου, που ως ιδέα διατυπώθηκε από πολλούς, όπως λ.χ., από το Μανώλη Γλέζο, τον Περικλή Κοροβέση, τον Ζήση Παπαδημητρίου κ.ά., αλλά και από πολλές/ πολλούς παριστάμενους κατά τη διάρκεια παρουσίασης του πρόσφατου βιβλίου μου με θέμα την Άμεση Δημοκρατία και την Αταξική Κοινωνία. Οι εκδόσεις “Νησίδες” αποδέχτηκαν την πρόταση, με τον όρο να κληθούν να συμμετάσχουν συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με διάφορες πτυχές και από διαφορετικές οπτικές με το θέμα, ώστε να αναδειχθούν οι βασικές συνιστώσες του, με την ελπίδα πως τα κείμενα που θα περιέχονται σ’ αυτόν θα συμβάλουν στο ξαναζωντάνεμα του διαλόγου σε επίπεδο κοινωνίας.
Με αυτό το κριτήριο απευθυνθήκαμε στους συγγραφείς αυτού του τόμου, οι περισσότεροι από τους οποίους είμαστε προσωπικά άγνωστοι μεταξύ μας, γνωστοί όμως από τις διάφορες σχετικές δημοσιεύσεις μας. Κανένας από εμάς δεν ισχυρίζεται πως κατέχει την απόλυτη αλήθεια, κι όχι μόνο γιατί η αλήθεια της άμεσης δημοκρατίας είναι πολύ μεγάλη για να χωρέσει σε ένα ή σε λίγα μυαλά, αλλά κύρια γιατί αυτή η αλήθεια, ως ποιοτικό ιστορικό μέγεθος, υπόκειται στους νόμους της ειδικής και της γενικής διαχρονικής σχετικότητας, που ως τέτοιο μεγαλώνει ανάλογα με το πόσο μεγαλώνει το πλήθος των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού με Γνώση για το τι δεν, είναι άμεση δημοκρατία, αλλά και με Επίγνωση για το τι θα ήθελε να είναι, τι θα μπορούσε να είναι και πώς θα πραγματοποιηθεί η άμεση δημοκρατία. Αυτή τη συνολική αλήθεια αναζητούμε και πιστεύουμε πως ο λόγος και ο αντίλογος μπορεί να εξελιχθούν σε γόνιμο διάλογο, ως μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη που μπορεί να μας φέρει πιο κοντά στην αλήθεια για την πραγματική φύση της άμεσης δημοκρατίας. [. . .]
Όλες οι βεβαιότητές μας για το νόημα ιδεών και λέξεων (νόημα που η σύγχρονη κουλτούρα θεωρεί δεδομένο) κλονίζονται ή ανατρέπονται όταν διαβάζουμε τα βιβλία του Ιλλιτς. Το θεωρητικό του έργο αντιπροσωπεύει μια ριζική κριτική στη βιομηχανική κοινωνία, στην τεχνολογία και στους σύγχρονους πολιτικούς θεσμούς. Είναι ταυτόχρονα μια πρόκληση και μια πρόσκληση για μιαν “αλλαγή τρόπου σκέψης”, που ανατρέπει πλήρως τη σημερινή μας κοσμοαντίληψη. Φιλοδοξεί να μας προμηθεύσει μιαν άλλη γλώσσα και μιαν άλλη σκέψη, που θα μας δίνει τη δυνατότητα να επιμένουμε στην αυτόνομη και δημιουργική δράση. […]
Σύμφωνα με τον Ιλλιτς, πρέπει να πάψουμε να ταυτίζουμε την πρόοδο με τον πολλαπλασιασμό εμπορευμάτων και πρέπει να σκεφτούμε με εντελώς νέο τρόπο την αλληλοσυσχέτιση αναγκών και ικανοποιήσεων. Ένα πρόγραμμα “συμβιωτικής λιτότητας” πρέπει να αντιταχθεί στην απόλυτη κυριαρχία του εμπορεύματος, προκειμένου να ευνοήσει την παραγωγή αξιών χρήσης που δεν εμφανίζονται στην αγορά.
(Θανάσης Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, Ιούλιος 1999)