Θεσσαλονίκη του ’60. Εξοχές. Μονοκατοικίες, λουλουδιασμένες αυλές, αλάνες (πεδία εκτόνωσης παιδιών και έφηβων), παραλιακά κέντρα (ανάσες ψυχαγωγίας των μεγάλων), ψάρεμα και κολύμπι στη θάλασσα, ρεμβασμοί στο μοναδικό ηλιοβασίλεμα του Θερμαϊκού, έρωτες, πλατωνικοί και όχι, υπό το σεληνόφως, αγνά αισθήματα, ανιδιοτελείς φιλίες. Η Αρετή, αθώα και άκακη ψυχή, βιώνει σ’ αυτό το περιβάλλον τον νεανικό έρωτα αλλά και την προδοσία του, που σημαδεύουν την πορεία της ζωής της. Ζωή που της επιφυλάσσει ανατροπές και δοκιμασίες μέσα από τις οποίες συνειδητοποιείται, ανακαλύπτει τις ικανότητές της, ωριμάζει, μαθαίνει ν’ αποδέχεται και να υπομένει ελπίζοντας πάντα σε μια λύτρωση.
Αμαζονία Mon Amour
Ο βυθός και οι όχθες του Αμαζονίου αλλά και των νησιών αλλάζουν. Θα ακολουθούμε τις καμπές του ποταμού. Θα ταξιδεύουμε κοντά στις όχθες του ποταμού όπου το ρεύμα είναι λιγότερο ισχυρό, αυτό είναι γενικός κανόνας. Πάντα να προσέχεις να μη χτυπήσεις κανένα κορμό δέντρου, γιατί είναι πρόβλημα. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις που τα δέντρα είναι μισοβυθισμένα ή βυθισμένα τελείως γιατί έχουν απορροφήσει πολύ νερό, και με τις λάσπες γίνονται ακόμη βαρύτερα. Τότε, αν χτυπήσεις ένα τέτοιο δέντρο, μπορεί να κάνεις ζημιά στις προπέλες. Από ένα πέρασμα που περάσαμε σε προηγούμενο ταξίδι, μπορεί να μην περάσουμε στο επόμενο. Δημιουργούνται νησιά εκεί που δεν υπήρχαν.
Σε μία άφιξη στο Μανάους ο υποπλοίαρχος επισκέφθηκε την Όπερα, που εκείνη την εποχή επισκευαζόταν. Είχε χτιστεί στα τέλη του 19ου αιώνα, σε μία εποχή που στο Μανάους υπήρχαν 16 χιλιόμετρα λεωφόρων και ηλεκτρικά τραμ, ενώ την ίδια εποχή στη Βοστόνη τα τραμ τα έσερναν ακόμη άλογα. Ο μοναδικός Καρούζο είχε τραγουδήσει το “Pagliacci”, και η θεϊκιά Άννα Πάβλοβα είχε χορέψει τη “Λίμνη των Κύκνων”. Όλος αυτός ο πλούτος παραγόταν από τη συλλογή του καουτσούκ. Οι εργάτες που μάζευαν το καουτσούκ, οι seringueros, ζούσαν μέσα στη φτώχεια.
Στην Boca da Valeria οι επιβάτες αγόραζαν αναμνηστικά από τους ελάχιστους ντόπιους. Εκεί ήταν πολύ ωραίο θέαμα τα ροζ δελφίνια του Αμαζονίου με το παράξενο κεφάλι. Ήταν άκακα. Αντίθετα με τον μύθο, τα πιράνχας δεν επιτίθενται όταν είναι πλήμμη, αλλά μπορεί να επιτεθούν όταν είναι ρηχία. Είναι μύθος ότι τα πιράνχας επιτίθενται μαζικά και τρώνε τα θύματά τους σε λίγα λεπτά.
