Θεσσαλονίκη του ’60. Εξοχές. Μονοκατοικίες, λουλουδιασμένες αυλές, αλάνες (πεδία εκτόνωσης παιδιών και έφηβων), παραλιακά κέντρα (ανάσες ψυχαγωγίας των μεγάλων), ψάρεμα και κολύμπι στη θάλασσα, ρεμβασμοί στο μοναδικό ηλιοβασίλεμα του Θερμαϊκού, έρωτες, πλατωνικοί και όχι, υπό το σεληνόφως, αγνά αισθήματα, ανιδιοτελείς φιλίες. Η Αρετή, αθώα και άκακη ψυχή, βιώνει σ’ αυτό το περιβάλλον τον νεανικό έρωτα αλλά και την προδοσία του, που σημαδεύουν την πορεία της ζωής της. Ζωή που της επιφυλάσσει ανατροπές και δοκιμασίες μέσα από τις οποίες συνειδητοποιείται, ανακαλύπτει τις ικανότητές της, ωριμάζει, μαθαίνει ν’ αποδέχεται και να υπομένει ελπίζοντας πάντα σε μια λύτρωση.
Εκεί που Ανθίζουν οι Φτωχοί
Πάμε να κρυφτούμε στις μικρές εσοχές των οικοδομών που ανακαλύψαμε τυχαία. Να χτυπήσουμε τα κουδούνια αγνώστων και να τρυπώσουμε στα υπόγεια ξένων πολυκατοικιών. Να μπούμε κρυφά στα σχολικά προαύλια σκαρφαλώνοντας σε σκουριασμένα κάγκελα και ξεκολλημένες υδρορροές. Πάμε να βρούμε τα δικά μας καταφύγια όπως τότε που όλα τα στενά της πόλης ήταν σπίτι μας. Πάμε να κρυφτούμε πίσω από αγνώστους, να χάσουμε τα ονόματά μας και να γίνουμε και πάλι αόρατοι γι’ αυτούς που τόλμησαν να μας δουν.
Πιάσε το χέρι μου, κοίτα με στα μάτια και άσε με να σου δώσω το λυτρωτικό φιλί. Να πεταρίσει και πάλι η καρδιά μας και να φανερωθούμε. Να προδώσουμε τη θέση μας και να φωνάξουμε σ’ αυτόν τον κόσμο φτου ξελευθερία.
