Ελληνική Λογοτεχνία-Πεζογραφία

Ενός Καφέ Μύριοι Έπονται

Χιλιάδες καφέδες έρχονται στη μνήμη του Χάρη Σεμνού. Της νιότης και της άγουρης εφηβείας του. Της στρατιωτικής του θητείας και της δουλειάς του. Του έρωτα και της αναπόλησης. Της συγγραφικής αγωνίας. Φουσκώνουν τα χρόνια στο μυαλό όπως το καϊμάκι σε μπρίκι τούρκικου καφενέ. Μπερδεύονται οι γεύσεις, οι ποικιλίες, τα αρώματα, σε ένδοξο παρελθοντικό χρόνο αλλά και στο άγονο παρόν, αναδίδοντας ένα δικό τους ξεχωριστό άρωμα, κι αφήνοντας μια ιδιαίτερη επίγευση στο στόμα. Το γλυκό χαρμάνι της ζωής που τον κρατάει ζωντανό και τον διεγείρει. Ακόμα και τώρα που έχει κόψει, πλέον, τους καφέδες.

Το Άλγος της Αφής. Αναβαθμοί και Στάσιμα.

[από το “Δεύτερο στάσιμο”:] Ομοφωνία αναπνοής των υπνούντων, ανάσες που αγνοεί, που η διαδοχή των ημερών τις διαψεύδει, δηλητήριο που μολύνει τις μέρες. Η ματιά ακινητεί στη νοητή καμπύλη των κορυφών χωρίς να βλέπει τα κυπαρίσσια. Ένας αγέρας ανάμεσα στα κλαριά. Το όνειρα μόχθος της μέρας, κινήσεις άλλων, διαδρομές, τοπία και σπίτια. Δεν περιμένει απ’ τις ημέρες που αποσύρονται δεν εμπιστεύεται τα ρολόγια. Ρείθρα αντίθετα απ’ της καρδιάς τη λαχτάρα σπρώχνουν, απωθούν τα πράγματα. Δεν βρίσκει γιατρειά στα παρόντα. Ποιό το πρόσωπο που πέρα από τα όνειρα ταξιδεύει; […] [από το “Τρίτο στάσιμο”:] Καθρεφτίσματα οι μορφές νους και ψυχή ανιχνεύοντας ξεδιαλύνουν. Τα πράγματα ονείρων διδαχή. Το παρελθόν αγέννητο, νεκρό το μέλλον ξαπλωμένος ακίνητος αναμοχλεύοντας το παρόν. Η έλλειψη και η έφεση και η μνήμη των λόγων στην ψυχή συνευρίσκονται. Άρτος ζωής ο παρέχων τον άρτον. Η σπονδυλική στήλη περιδέραιο μαργαριταριών τα μπράτσα παράλια επιπλέοντα οι φωλιασμένοι στην καρδιά λογισμοί ταξίδι στων ποταμών τα συστήματα σιγής πολυφθόγγου ομίλημα “Δεύρο προς τον Πατέρα”.

Το Δίχτυ

Η μικρή θαλαμηγός ΕΙΜΑΡΜΕΝΗ, με τριμελές πλήρωμα, τον καπετάνιο και δύο γυναίκες, και έξι επιβάτες, τυχερούς ενός τηλεφωνικού διαγωνισμού, ξεκινά από τη Θεσσαλονίκη για μία μαγευτική κρουαζιέρα στη Σκιάθο. Ο καιρός προμηνύεται θαυμάσιος. Αλλά λίγο μετά τον απόπλου, αρχίζουν να συμβαίνουν αλλόκοτα περιστατικά. Ακολουθούν μία σειρά φόνοι… Ποιο φρικτό μυστικό κρύβουν οι εννέα επιβάτες της θαλαμηγού ΕΙΜΑΡΜΕΝΗ; Πού τους οδηγεί η ειμαρμένη, που τους έχει τυλίξει στο ατσαλένιο δίχτυ της;

Γουτού Γουπατού και Άλλα Νησιώτικα Διηγήματα

Με πρόλογο του Παύλου Νιρβάνα:
ό,τι έχει γράψει για τον Παπαδιαμάντη ο σκοπελίτικης καταγωγής λογοτέχνης και φίλος του κυρ-Αλέξανδρου.

Με επίμετρο του Γιάννη Κορδάτου: Ο μαρξιστής ιστορικός είχε γράψει μια Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, στην οποία μίλησε και για τον Παπαδιαμάντη. Από τα λίγα κείμενα που δεν εξυμνούν ανεπιφύλακτα τον μεγάλο σκιαθίτη δημιουργό.

Επτά Διηγήματα που δεν θα σας Νυστάξουν

Τον ανάγκασαν να πλύνει τα πόδια και τον έβαλαν να κοιμηθεί. Μόλις ξάπλωσαν οι γονείς του, ο Θάνος το `σκασε αθόρυβα. Πρώτα πέρασε μπροστά από την εκκλησία. Άκαυτη και μεγαλοπρεπής. Η καμπάνα, στο ορθωμένο κωδωνοστάσιο, με απλωμένο το σκοινί, περιμένει την ώρα που ο κανδηλανάφτης θα σημάνει εσπερινό. Ο Θάνος προχώρησε μέσα από ένα στενοσόκακο. Μερικά ροχαλητά πρόδιδαν τους εραστές του μεσημεριάτικου ύπνου. Ο Θάνος θυμήθηκε τις συμβουλές του παπά: “Πρέπει διαρκώς να επαγρυπνούμε, μη μας πιάσουνε στον ύπνο!” “Και να που μας πιάσανε”, σκέφτηκε το παιδί.
Όσο πλησίαζε στο καφενείο, τόσο καμπούριαζε, να μη δίνει στόχο. Βρισκόταν πλέον δίπλα στο καφενείο. Σύρθηκε στη γη. Αυτό το κόλπο το `μαθε από μια πολεμική ταινία με τον Τζον Γουέιν. Το κεφάλι του το σήκωσε μόνο όταν έφτασε σ` ένα σημείο που είχε καλή ορατότητα. Αντίκρισε το κιόσκι του καφενείου. Άκαυτο. Μια παρέα γερμανών τουριστών, μπαϊλντισμένοι από τον ποθητό τους ήλιο, έπιναν μπύρα FIX. Ο Θάνος τους ήξερε από πέρσι. Ο καφετζής ευχόταν να τους έχει και του χρόνου. Ποτέ δεν πήραν ρέστα, αν και ο καφετζής πάντα τους τα έφερνε. Οι Γερμανοί έλεγαν “ντάνκε” και τα άφηναν στο τραπέζι. Κανά δυο τραπέζια μακρύτερα, υπήρχε άλλη μια παρέα από τρεις άνδρες. Φορούσαν μακριά παντελόνια, σε αντίθεση με τους Γερμανούς που φορούσαν σορτς. Ο ένας τους, είχε πολύ βαθιές ρυτίδες.

Ο Φόνος Θέλει Τέχνη

Όπως όλες οι σημαντικές πόλεις του πλανήτη, απέκτησε πια και η Θεσσαλονίκη τον δικό της διώκτη του εγκλήματος. Η πόλη με την μακραίωνη ιστορία και παράδοση, με το σημαντικό λιμάνι, σταυροδρόμι λαών και πολιτισμών, κόμβος επικοινωνίας εθνών και ηπείρων, αποκούμπι προσφύγων, στίβος πολιτικών αγώνων, η πόλη των αντιθέσεων και της ανεργίας, η πόλη στην οποία συρρέουν και συμβιώνουν λογής λογής άνθρωποι χρειαζόταν τον δικό της ντετέκτιβ· και τον απέκτησε: είναι ο ποινικολόγος Ανδρέας Αναγνώστου. Σ’ αυτή τη σειρά βιβλίων, ο Αναγνώστου θα μας γοητεύει και θα μας συναρπάζει με τις διηγήσεις του. Θα μας χαρίζει βαθιά συγκίνηση και ανείπωτη τέρψη, καθώς θα τον παρακολουθούμε, με κομμένη την ανάσα, να εξιχνιάζει δύσκολα εγκλήματα με εφόδια τη λογική, τη δυνατότητα μαθηματικής προσέγγισης των προβλημάτων, τη γόνιμη φαντασία του, αλλά και το πάθος του για το δίκιο και την αλήθεια. Παράλληα θα μας ξεναγεί και θα μας γνωρίζει την πόλη και τους θησαυρούς της, τους ανθρώπους της και τους καημούς τους· και, κάθε τόσο, θα μας παίρνει μαζί του στις ανεπανάληπτες θαλασσινές εξορμήσεις του και θα μας αποκαλύπτει τα μυστικά της ψυχής του, μα και της ψαρικής και της μαγειρικής.
Τα δώδεκα διηγήματα του τόμου αυτού αποδεικνύουν ότι και Ο φόνος θέλει τέχνη.

Το Τέλος της Φοβίας

Σ’ ένα από τα ταξίδια μου στο νότιο ημισφαίριο, στις χώρες της απίθανης μα υπαρκτής Αμερικής, πληροφορήθηκα την ύπαρξη μιας απολιθωμένης πόλης, δημιουργίας του περίφημου ηφαιστείου Apalambra, του οποίου η έκρηξη πριν από περίπου μια δεκαετία είχε δημιουργήσει, όπως θυμάμαι, παγκόσμια αίσθηση και της οποίας ο ήχος και ο απόηχος, λόγω των τρομερών απωλειών σε ανθρώπινες ζωές, θα έφτασε οπωσδήποτε στ’ αφτιά σας. Συγκλονισμένη τότε είχα με ζωηρό ενδιαφέρον παρακολουθήσει, όπως τόσοι και τόσοι, την ακραία φυσική καταστροφή, κι έπειτα άλλα γεγονότα της διεθνούς σκηνής προσήλκυσαν σιγά-σιγά την προσοχή μου κι αφέθηκα στη ροή της σύγχρονης ιστορίας που, όπως πιστεύουμε όλοι, αγγέλλεται ερήμην μας. Οι τοπικές αρχές είχαν φροντίσει, όμως, να διατηρήσουν έναν ολόκληρο οικισμό με τα κατάλοιπα ανθρώπων και πραγμάτων, σαν από δυσπιστία στη φιλμογραφία και στις μεθόδους σύγχρονης απαθανάτισης που έχουμε εφεύρει, κι αυτό, όταν το έμαθα, αν και ενδεχομένως είχε καταστεί γνωστό, καθώς εμένα μου είχε διαφύγει, με παρακίνησε βαθιά.

Μετατοπίσεις

Μικρά πεζά κείμενα μιας πρωτοεμφανιζόμενης συγγραφέως. Σκόρπιες σκέψεις, πανίσχυρα συναισθήματα σε λιτά κείμενα που δεν έχουν πρόθεση να αστειευτούν με τον αναγνώστη. Αλλά να του υπενθυμίσουν ότι υπάρχουν κάποιες στιγμές που δεν ξεφεύγεις από την ανάκριση στην οποία σε υποβάλλει ο εαυτός σου: “Μία στιγμή μοναδική για τον καθένα μας, θεότρελη, σ’ αυτό ακατάβλητη και παιχνιδιάρα, να παίζει καρουζέλ με τις υπόλοιπες, μέρος ενός σπασμένου τηλεφώνου”. (Έφη Φαλιδά, Τα Νέα)

Ο Μάρκος στο Χαρέμι

Με τα φτερά της φαντασίας ταξιδεύουμε στα σουλτανικά παλάτια της οθωμανικής Σταμπούλ επί δυναστείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, του Νομοθέτη. Η παντοδύναμη μητέρα του, η μεγάλη βαλιδέ-σουλτάνα, ελληνικής -υποτίθεται- καταγωγής, στα πλαίσια της φιλελεύθερης πολιτικής που επιχειρεί να εφαρμόσει στο χαρέμι, προσκαλεί από την Αθήνα τον ρεμπέτη Μάρκο Βαμβακάρη με την ορχήστρα του για να διασκεδάσει τις αιχμάλωτες χανούμισσες. Ο Μάρκος με το μπουζούκι του και με τη συνοδεία του Σταύρακα φτάνει στην Πόλη, όπου του γίνεται θερμή υποδοχή στο σαράι, αλλά, μετά τη γνωριμία του με τις γυναίκες του χαρεμιού, αποφασίζει την απαγωγή και την απελευθέρωσή τους με τη συνεργασία του Καραγκιόζη, που εκτελεί χρέη υπηρέτη της βαλιδέ. Η συνωμοσία αποκαλύπτεται από τους συνεργάτες της βαλιδέ-χανούμ, τον Μορφονιό και τον αρχιευνούχο Χαντούμ-αγά, με αποτέλεσμα τη σύλληψη των συνωμοτών. Η βαλιδέ προτίθεται να τους τιμωρήσει όλους παραδειγματικά, αλλά υποχωρεί έπειτα από τις παρακλήσεις και τις εξομολογήσεις του Βαμβακάρη και του Καραγκιόζη, τους συγχωρεί και τους στέλνει μαζί με τις ελεύθερες πλέον γυναίκες του χαρεμιού στην Ελλάδα.

Λάθρα Beach

Διηγήματα βγαλμένα από την καθημερινή ζωή, στα οποία η ρεαλιστική αφήγηση δένεται με το όνειρο. Το καλοκαίρι, με τις ψηλές θερμοκρασίες, οι άνθρωποι έρχονται πιο κοντά, η ρουτίνα λυγίζει, οι αισθήσεις ελευθερώνονται κι οι αντιστάσεις χαλαρώνουν στις άδηλες επιθυμίες, σ’ αυτές που φωλιάζουν μέσα μας περιμένοντας μια τόση δα αφορμή για να ξεθυμάνουν, πόσο μάλλον όταν βρίσκεσαι σε κάποιο νησί, εκεί νιώθεις θαλασσοπούλι, σαν αυτά που ίπτανται κάτω από την κουβέρτα των πλοίων, χαμηλά, πολύ χαμηλά, με τα φτερά ορθάνοιχτα χωρίς να φτερουγίζουν, σα να βρίσκουν κενά αέρος, ίπτανται χιλιοστά απ’ το νερό παιχνιδίζοντας, διερευνώντας το βυθό με μάτι γαρίδα, αναζητώντας τροφή.
1 2 3 6