Η τεχνολογία των ακτίνων Χ αναπτύχθηκε σε μια χρονική περίοδο που χαρακτηριζόταν από μίαν απαίτηση για πλήρη διαφάνεια και αναγνωρισιμότητα, εν μέρει ως αποικιοκρατική τακτική και εν μέρει ως τμήμα του κυβερνητικού μηχανισμού των αναδυόμενων σύγχρονων εθνών-κρατών. Το ‘Χ’ στο ‘ακτίνες Χ’ αναφέρεται στο άγνωστο και μυστηριώδες. Οι ακτίνες Χ υποτίθεται πως καθιστούν ορατό το αόρατο και αποκαλύπτουν αυτό που είναι κρυμμένο. Χρησιμοποιήθηκαν αρχικά για ιατρικές διαγνώσεις, αλλά σύντομα αποτέλεσαν μια τεχνική επιτήρησης και αστυνόμευσης, στην οποία η κεντρική επιθυμία ήταν να «βλέπει κανείς μέσα» στα ανθρώπινα όντα. Κατά συνέπεια αναδύθηκε ένα νέο καθεστώς ορατότητας. Ένα διεισδυτικό βλέμμα απαιτεί διαφάνεια και γύμνια.
Το νέο καθεστώς ορατότητας έχει δημιουργήσει ένα σύνθετο σύστημα ανάδειξης της ετερότητας των φυλετικοποιημένων, σεξουαλικοποιημένων και έμφυλων σωμάτων. Όλα αυτά γίνονται με σκοπό να καταστήσουν τον Άλλο διάφανο και αναγνωρίσιμο. Η θέληση για γνώση δεν έχει την έννοια της αναγνώρισης του Άλλου, αλλά την έννοια της σύλληψης, της πρόσληψης. Η πρόθεση είναι η κυριαρχία. Κάνοντας την Άλλη αναγνωρίσιμη, το σώμα της σπάει και κομματιάζεται σε μετρήσιμα κομμάτια δεδομένων. Η αναγνωρισιμότητά της την καθιστά απρόσωπη, ανώνυμη, άυλη, σαν μια σιλουέτα σε μια ακτινογραφία. Το κοινό σε όλες αυτές τις τεχνολογίες είναι πως το άτομο στερείται το ανθρώπινό του πρόσωπο, ενώ τα πάντα σχετικά με αυτήν (το σώμα, το υπόβαθρο, το άτομό της) καταγράφονται, απλουστεύονται, τεκμηριώνονται και εξηγούνται. Το σώμα της Άλλης είναι υπερορατό και ταυτόχρονα αόρατο
Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε είναι μια επιστημολογική μετακίνηση προς το δικαίωμα για μια δημιουργική βίωση της ψυχωσικής εμπειρίας. Αυτή η ακινησία προδιαγράφει την αποτυχία κάθε μεταρρυθμιστικής πρόθεσης στο χώρο της ψυχιατρικής. Αυτή είναι η πυρηνική θέση αυτού του βιβλίου, που υπονοεί την ανάγκη ενός εναλλακτικού παραδείγματος συνάντησης με τον ψυχικό πόνο.
Η συγγραφέας σκιαγραφεί την πορεία από την κριτική του ψυχιατρικού ασύλου στη μετακίνηση προς την πρακτική της κοινωνικής ψυχιατρικής, η οποία δεν αμφισβητεί στην πράξη το παραδοσιακό ψυχιατρικό αυτονόητο της ψυχικής νόσου, κι από κει προς την έμπρακτη διαμόρφωση μιας άλλης οπτικής, όπως αυτή έγινε πράξη στο πλαίσιο της δράσης του Παρατηρητηρίου για τα Δικαιώματα στο Χώρο της Ψυχικής Υγείας, του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος και στο οποίο δραστηριοποιείται έως και σήμερα. Η νέα οπτική της κοινωνικής χειραφέτησης, τόσο των ψυχιατρικών εγκλείστων όσο και των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και ολόκληρης της κοινωνίας, περνάει μέσα από τη συστηματική προσπάθεια των 35 χρόνων της επιστημονικής και επαγγελματικής της πορείας να δοθεί νόημα στην κοινωνική διαπραγμάτευση με την τρέλα. Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αποτελούν τα βήματα εξέλιξης αυτής της σκέψης και πράξης, από την πλευρά της συγγραφέως σε μια μακρά επι στημονική, θεραπευτική και ακτιβιστική πορεία στο χώρο της ψυχικής υγείας. Ταυτόχρονα είναι η ιστορία μιας ολόκληρης ζωής της συγγραφέως στη διαπραγμάτευσή της με την ψυχιατρική και την τρέλα, γεγονός που το καθιστά ζωντανό και πειστικό στα συμπεράσματά του.
Είναι ένα βιβλίο σημαντικό για έμπειρους και νέους επαγγελματίες του ψυχοκοινωνικού χώρου, ώστε να κατανοήσουν το επαγγελματικό τους αδιέξοδο και να μπορέσουν να φανταστούν τους εαυτούς τους σε μια σύμπραξη ελπίδας και υπευθυνότητας σε νέες προοπτικές, που να τιμούν την κοινωνική τους αποστολή. Ένα βιβλίο επιστημονικής γνώσης, μάχιμης εμπειρίας στους πιο δύσκολους χώρους, ένα βιβλίο ελπίδας και κοινωνικής ευθύνης.
Η κατάρρευση του Μυκηναϊκού πολιτισμού αποτέλεσε θεμελιώδες γεγονός για την εξέλιξη της ελληνικής ιστορίας. Τα εντυπωσιακά κτήρια δεν ανοικοδομήθηκαν ποτέ ξανά, και ελάχιστες εικαστικές και χειρωνακτικές τέχνες κατάφεραν να επιβιώσουν. Οι προηγμένες μορφές πολιτικής, κοινωνικής και οικονομικής οργάνωσης χάθηκαν στη λήθη, και η έννοια της ανώτατης κυβέρνησης του μυκηναϊκού άνακτος εξαφανίστηκε για πάντα από το φάσμα των πολιτικών θεσμών της αρχαίας Ελλάδας. Τα ανάκτορα, οι βασιλείς και οι βασιλικές οικογένειες περιήλθαν στη διάσταση του μύθου. Η τέχνη της γραφής χάθηκε για αιώνες. Η Ελλάδα μετατράπηκε σε μια κλειστή κοινότητα του Αιγαίου. Με λίγα λόγια, ο ελληνικός κόσμος υποβιβάστηκε στο επίπεδο μιας προϊστορικής κοινωνίας.
Τι είδους μαθήματα μπορούμε να αντλήσουμε από την εξέταση αυτής της κρίσιμης περιόδου; Ποια μηνύματα μπορούμε να αφουγκραστούμε από την κατάρρευση των αρχαίων κοινωνιών, αναγνωρίζοντας πιθανούς παράγοντες που μπορούν να επαναληφθούν στο μέλλον υπό ανάλογες συνθήκες; Εάν η αρχαιολογική γνώση μπορεί να λειτουργήσει ως εργαλείο πρόληψης, τότε η μελέτη της κατάρρευσης των κοινωνικών συστημάτων της Εποχής του Χαλκού δεν αποτελεί μόνο μια ενδιαφέρουσα περιπτωσιολογική μελέτη για την εξαγωγή χρήσιμων ιστορικών συμπερασμάτων, αλλά και ένα σημαντικό εργαλείο για τη διαμόρφωση στρατηγικών με σκοπό την αποφυγή παρόμοιων σφαλμάτων στο μέλλον.
Μέσα από ποικίλες θεματικές με συγκλίνουσα πορεία προς το εσωτερικό δράμα του ανθρώπου, από το γενικό τού πολιτισμού στο ειδικό τού υποκειμένου, οι Παθογνωστικές Μελέτες Δ´ προσηλώνουν τον αναγνώστη εκ νέου σε μια πορεία κριτικής επαναξιολόγησης του συμπτώματος πέρα από την υποκειμενίστικη διατύπωση της παραδοσιακής ψυχανάλυσης ή Ψυχολογίας του Εγώ:
«Η αποκορύφωση αυτής της κριτικής έγκειται στο ότι το φαντασιώδες περιεχόμενο του ασυνειδήτου δεν είναι ένα υποκειμενικό επιπρόσθετο στα πράγματα, ένα από το οποίο προκύπτει το σύμπτωμα, αλλά πολύ περισσότερο ο κατ’ εξοχήν λόγος παραγωγής τους.»
Ρούντολφ Χάιντς (Rudolf Heinz)
Ιδρυτής της Παθογνωστικής
ενός είδους Κριτικής Ψυχανάλυσης, Ψυχανάλυσης Βάθους ή Ψυχανάλυσης των Πραγμάτων
♦
Ο πολιτισμός στοχεύει στην επικάλυψη και έτι περαιτέρω στον εξωραϊσμό τής απόκρυφης και από τη συνείδηση μη-προσπελάσιμης εσωτερικής διάστασης του ανθρώπινου όντος. Οτιδήποτε αναδύεται εντός του πολιτισμού – συμπεριλαμβανομένης της ακραίας αρνητικότητας –, αναγνωρίζεται από αυτόν ή απορρίπτεται και υπηρετεί εφ’ εξής, ως αναγνωρισμένο ή απορριφθέν (και στις δύο περιπτώσεις θύμα), το καθολικό πνεύμα τής εξωτερικότητας, ήτοι την αγωνιώδη τάση για υπέρβαση της ύλης / του περιεχομένου διά της οδού τής ορθολογιστικής και αισθητικής επικύρωσης.
Η θεραπεία των πραγμάτων αφουγκράζεται μέσα από μια σταχυολόγηση συμπτωματικών αναλύσεων τη ματαιοπονία αυτής της επιδίωξης, ανασύρει δε στη συνείδηση και στη γνώση το ασυνείδητο περιεχόμενο του πολιτισμού. Ως εκ τούτου κατανοεί τις μορφές ακραίας αρνητικότητας, οι οποίες προκύπτουν εξ άπαντος από την εγγενή αδυναμία τού ίδιου του πολιτισμού να υπάρξει αποκλειστικά ως αυτή η εξωτερικότητα – παράγοντας ακούσια ως εσωτερική αντίδραση κατά του εαυτού του την ακραία μορφή αυτοαναίρεσής του: το ξέσπασμα της βίας, ατομικής ή συλλογικής (εγκληματικότητα).
Η κριτική ψυχαναλυτική εντρύφηση στο πολύπτυχο του πολιτισμού, η παθογνωστική, άγει με συνέπεια από την εξωτερικότητα στο επίκεντρο του δράματος, στην απρόσιτη για τον πολιτισμό διάσταση, την οποία αποκαλούμε εσωτερικότητα του μεμονωμένου ανθρώπου. Εδώ βρίσκεται ο χώρος τής «αλήθειας» του πολιτισμού, το πεδίο όπου ο πολιτισμός αδυνατεί, ενώ θα το επιθυμούσε, να ξεχάσει τον εαυτό του, ώστε να ηρεμήσει· να απελευθερωθεί από τον φαύλο κύκλο τής αυτοκαταστροφικής βίας και να επαναφέρει τη χαμένη αίσθηση της ζωής, εν άλλοις λόγοις να παραιτηθεί από την αυθυπέρβαση· είναι ο τόπος όπου το υποκείμενο υποφέρει και νοσεί ψυχικά και σωματικά.
Κατακλείδα: ο πολιτισμός διαπλάθει το υποκείμενο με βάση την κοινωνική συναίνεση, ήτοι αυθαίρετα. Το υποκείμενο δημιουργεί, αενάως και ανεπαίσθητα, εξ αιτίας τής τριβής ένα «νέο» πολιτισμό· η μία πλευρά προσεγγίζεται μέσα από την άλλη: μέσα στο σύμπτωμα αποκαλύπτεται ο πολιτισμός και τανάπαλιν, μέσα από τον πολιτισμό γίνεται κατανοητό το σύμπτωμα.
Γυρνάς στο σπίτι άδειος, όπως άδειος έφυγες.
Τίποτα δεν φαίνεται ότι μπορεί να σε συγκινήσει.
Το περιβάλλον, οποιοδήποτε κι αν είναι, παύει να αναπνέει.
Τελευταία είσαι και κάπως αφηρημένος με τα αυτοκίνητα.
Σε κάποιες διαβάσεις συλλαμβάνεις τον εαυτό σου
να χάνει την αίσθηση του χώρου.
Όμως δεν παραμιλάς. Ούτε κοιτάς κορίτσια και γυναίκες.
Στην ουσία δεν παρατηρείς τίποτα. Φοβάσαι όμως μη χτυπήσεις.
Γιατί ποιος θα σε φροντίσει;
Αυτό είναι το αντίτιμο για έναν άνθρωπο που πίστεψε στην ηδονή.
Ποιες είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της διαρκούς και ακραίας βίας σε μια κοινωνία, στους ανθρώπους και στη λογοτεχνία της; Πώς επενεργεί η βία στον ανθρώπινο εγκέφαλο; Μπορεί η λογοτεχνία να αποκαλύψει το συλλογικό και ατομικό τραύμα που έχει προκαλέσει η βία στην κοινωνία και στο άτομο; Είναι δυνατόν να εξηγηθεί η βία με οικονομικά, πολιτικά, θρησκευτικά, γεωγραφικά ή άλλα εργαλεία, ή από ένα σημείο και μετά παραμένει δυσεξήγητη, παρά τη διαχρονική, επίμονη ύπαρξή της; Και ακόμη και αν εξηγηθεί, μπορεί τελικά να αντιμετωπιστεί με οικονομικές, κοινωνιολογικές, ψυχολογικές ή άλλες μεθόδους; Και αν όλες μας οι εξηγήσεις έχουν αποδειχθεί τελικά ανίκανες να ερμηνεύσουν και να επιλύσουν το πρόβλημα της βίας, τότε μήπως η λογοτεχνία μπορεί;
Σαράντα εικόνες συνθέτουν την ψυχολογία του Φώτη, οικονομικού μετανάστη στο Λονδίνο, και της Ειρήνης, που διεκπεραιώνει το διδακτορικό της στο Βερολίνο. Η ερωτική σχέση τους προσπαθεί να επιβιώσει μέσω skype.
Ο Στέφανος, κοινός φίλος, σε ρόλο καταλύτη στην ιστορία. Οι γονείς τού ενός εκπροσωπούν όλους όσοι μένουν πίσω, προσπαθώντας να συμφιλιωθούν με τις απουσίες και τα προσωπικά τους αδιέξοδα.
Κάθε εικόνα ένας κρίκος ανάμεσά τους, αλλά και μια αυτόνομη αφήγηση στο σύμπαν των βιωμάτων, των προβληματισμών και των συναισθημάτων.
Το τέλος απρόβλεπτο, αμφίσημο, αφήνει περιθώρια στους αναγνώστες να χαρίσουν με τη δική τους οπτική τη δική τους κάθαρση.
Καλοδιάβατες οι ισιάδες της ζωής.
Τα κότσια του καθενός μετριούνται στις ανηφοριές της.
Κάποιοι επιλέγουν να σταθούν γενναίοι.
Άλλοι, δειλοί ριψάσπιδες, τρέπονται σε φυγή
αποποιούμενοι ακόμη και την ιδιότητα του γονέα.
Αν ο κόσμος γέμιζε με πραγματικούς μοτοσυκλετιστές και οι γυναίκες υιοθετούσαν τη φιλοσοφία τής
μοτοκουλτούρας, όπως αυτή ορίζεται στο παρόν βιβλίο, τότε θα είχαμε σοβαρούς λόγους να μιλάμε με όρους
υπονόμευσης της πατριαρχικής κουλτούρας και του καπιταλιστικού συστήματος. Γιατί κάθε εξουσιαστικό
σύστημα δεν θέλει να έχει υπό τον έλεγχό του ανθρώπους με οικολογικές ευαισθησίες, άντρες τρυφερούς και
ρομαντικούς και γυναίκες με πλήρη αίσθηση της δύναμής τους και τη θηλυκότητά τους σε πλήρη άνθιση και
λειτουργία.
Είναι κάπως παράτολμο να το υποστηρίξουμε αλλά αξίζει να το τολμήσουμε. Η μοτοκουλτούρα θα
μπορούσε να γεννήσει μια νέα επανάσταση στη γυναικεία σκέψη ικανή να οδηγήσει στην πολυπόθητη κοινωνική
χειραφέτηση από το κράτος και τον καπιταλισμό. Ακόμη όμως κι αν αρκούμασταν στην πιο ήπια μορφή της, είναι
και αυτή το ίδιο επαναστατική, γιατί, ό-πως αναφέρθηκε επανειλημμένα, η γυναικεία σκέψη ανοίγει τον δρόμο
για την ουτοπία και η μοτοσυκλέτα είναι το μέσο που θα μας οδηγήσει σε αυτήν.
Αν κάποιος μέσα σε όλα αυτά αναρωτηθεί ποιος είναι ο σκοπός τού μοτοσυκλετιστή, η απάντηση είναι πολύ
απλή. Να αγαπά και να σέβεται τους ανθρώπους και τη Φύση. Να θαυμάζει τη Γυναίκα, το σώμα της και τη
θηλυκότητα γιατί η μοτοσυκλέτα –που εξίσου θαυμάζει– είναι Μηχανή που όλη η αρχιτεκτονική της βασίζεται σε
θηλυκές αρχές. Να εκτιμά και να σέβεται, όχι μόνο τη μοτοσυκλέτα του, αλλά κάθε είδους αντικείμενο που
χρησιμοποιεί γιατί από πίσω του κρύβονται δεκάδες εργατοώρες και πολλές ποσότητες δαπανημένης ενέργειας
και πρώτων υλών.
Για να καταλάβουμε το γέλιο, πρέπει να το τοποθετήσουμε στο φυσικό του περιβάλλον, που είναι η κοινωνία· κυρίως πρέπει να ορίσουμε τη χρήσιμη λειτουργία του, που είναι κοινωνική λειτουργία. Τέτοια θα είναι, ας το πούμε από τώρα, η κατευθυντήρια ιδέα όλων των ερευνών μας. Το γέλιο οφείλει να ανταποκρίνεται σε ορισμένες απαιτήσεις της συμβίωσης των ανθρώπων. Το γέλιο οφείλει να έχει κοινωνική σημασία.
Φαίνεται πως το κωμικό θα γεννηθεί, όταν άνθρωποι που αποτελούν ομάδα εστιάσουν την προσοχή τους σε έναν απ’ αυτούς, σιγάσουν την ευαισθησία τους και ασκήσουν μόνο τη νόησή τους.
Το κωμικό είναι η πλευρά του ανθρώπου με την οποία αυτός μοιάζει με πράγμα, η όψη των ανθρώπινων συμβάντων που μιμείται με την τελείως ιδιαίτερη ακαμψία της τον απλό μηχανισμό, τον αυτοματισμό, τελικά την κίνηση χωρίς τη ζωή. Ώστε εκφράζει μία ατομική ή συλλογική ατέλεια που αξιώνει άμεση διόρθωση. Το γέλιο είναι αυτή ακριβώς η διόρθωση. Το γέλιο είναι μία ορισμένη κοινωνική χειρονομία που τονίζει και καταστέλλει μία ορισμένη ιδιαίτερη αφηρημάδα των ανθρώπων και των συμβάντων.
Σύμφωνα με την ελληνική μυθολογία, η Φιλομήλα ήταν κόρη του βασιλιά της Αθήνας Πανδίονα και αδερφή της Πρόκνης, η οποία με τη σειρά της ήταν σύζυγος του Τηρέα, γιου του θεού Άρη και βασιλιά της Θράκης.
Ο μύθος ανασκευάστηκε στην τραγωδία του Σοφοκλή Τηρεύς, αν και δυστυχώς μόνο ελάχιστοι στίχοι της έχουν διασωθεί σήμερα. Η παλαιότερη πηγή που διαθέτουμε για τον μύθο πηγάζει από το ποιητικό έργο του Οβιδίου Μεταμορφώσεις.
Στο βιβλίο Ο βιασμός της Φιλομήλας, μολονότι ο πυρήνας του μύθου διατηρείται άθικτος, το παρασκήνιο της τραγωδίας και η εξέλιξη της πλοκής μεταφέρονται σε πρόσωπα και καταστάσεις που αντικατοπτρίζουν τη σύγχρονη εποχή. Ο μύθος μεταπλάθεται στη μορφή ενός φιλοσοφικού δράματος, προσαρμοσμένου στα ερωτήματα και στις προκλήσεις των δικών μας καιρών.
Ποιοι είναι οι ηγέτες στις μέρες μας; Ποιοι επιβάλλουν την τάξη στον κόσμο και ποιες αξίες υποστηρίζουν; Ποια είναι τα θύματα των εγκλημάτων που διαπράττονται εξ ονόματος αυτών των αξιών και πώς μπορούμε να αντιδράσουμε στην αδικία που προκαλούν;
Ο συγγραφέας της Φιλομήλας απορρίπτει τις δυαδικές αντιλήψεις «μαύρου – άσπρου», χωρίς όμως να υποκύπτει στη μοιρολατρία. Αντίθετα, εξερευνά την ψυχολογία των χαρακτήρων και με χειρουργική ακρίβεια διαχωρίζει τη λάμψη των εξωτερικών φαινομένων από τα σκοτεινά βάθη των εσωτερικών συναισθημάτων.
Το ανά χείρας βιβλίο εστιάζει στην υπαρξιακή πάλη του ανθρώπου, που καταρρέει ψυχικά αντιμετωπίζοντας τις έσχατες συνέπειες των επιλογών του.
Το διάβασμα του περιβάλλοντος και το απείκασμα των συναισθημάτων οδηγούν στη δημιουργία ποιητικών εικόνων και συλλογισμών.
Ο αναγνώστης καλείται να συμμετάσχει σε μια δημιουργική διαδικασία με απελευθερωμένη σκέψη και να αφεθεί σ’ ένα ταξίδι στον λαβύρινθο του νου.