Εμμανουηλίδου Άννα

Author's books

“…και ένα βράδυ έφεραν τους τρελούς”

Το κείµενο που ακολουθεί αποτελεί την επεξεργασµένη µορφή µιας λεπτοµερούς ανάλυσης του φαινοµένου «Λέρος» µέσα από πρωτογενές υλικό και της συγκριτικής έρευνας των παρεµβάσεων στο άσυλο της Λέρου στην πρώτη φάση της έναρξής τους, πριν αυτές αποτελέσουν κρατικό πρόγραµµα ευρωπαϊκής χρηµατοδότησης. Αυτές οι πρώτες παρεµβάσεις, καταρχήν στο διαβόητο «περίπτερο των Γυµνών» και στη συνέχεια σε άλλα τµήµατα του ιδρύµατος, ήταν το αποτέλεσµα συνεργασίας του ασύλου της Λέρου µε τη Μονάδα Επανένταξης του Ψυχιατρικού Νοσοκοµείου Θεσσαλονίκης µε όρους που περιγράφονται αναλυτικά στο κείµενο. Η γράφουσα ήταν αµισθί εργαζόµενο µέλος στην πρώτη οµάδα των παρεµβάσεων το 1989 και αποσπασµατικά για τα δύο περίπου επόµενα έτη, βιώνοντας πολυεπίπεδα τα τεκταινόµενα εκεί. Τα αποτελέσµατα της έρευνας ήταν τόσο δυναµικά, που θα δηµιουργούσαν µια βάση ποιοτικής επέκτασης της δουλειάς αποϊδρυµατοποίησης στο ίδρυµα, αν είχαν αξιοποιηθεί ανάλογα. Η ιστορία εξελίχθηκε διαφορετικά. Οι θυελλώδεις πολιτικές εξελίξεις εκείνης της περιόδου έστρεψαν τον φακό σε µια βιαστική και χωρίς κοινή φιλοσοφία προσπάθεια απορρόφησης κονδυλίων, που έθεσε το θέµα της ουσιαστικής ποιότητας της δουλειάς σε πολύ χαµηλή προτεραιότητα.
Η δηµοσίευση αυτή σήµερα έχει όχι µόνο ιστορική σηµασία, αλλά και τη χρησιµότητα να καταδείξει, ειδικά σε καιρούς σαν τους δικούς µας, όπου τα συστήµατα ψυχικής υγείας αποδοµούνται δραµατικά, πώς µια διαφορετική κατανόηση της τρέλας µπορεί να αλλάξει τους επαγγελµατίες και πώς αυτοί µε τη σειρά τους µπορούν να αλλάξουν την ιστορία.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

Από το Άσυλο προς την Κοινωνική Χειραφέτηση

Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε είναι μια επιστημολογική μετακίνηση προς το δικαίωμα για μια δημιουργική βίωση της ψυχωσικής εμπειρίας. Αυτή η ακινησία προδιαγράφει την αποτυχία κάθε μεταρρυθμιστικής πρόθεσης στο χώρο της ψυχιατρικής. Αυτή είναι η πυρηνική θέση αυτού του βιβλίου, που υπονοεί την ανάγκη ενός εναλλακτικού παραδείγματος συνάντησης με τον ψυχικό πόνο.

Η συγγραφέας σκιαγραφεί την πορεία από την κριτική του ψυχιατρικού ασύλου στη μετακίνηση προς την πρακτική της κοινωνικής ψυχιατρικής, η οποία δεν αμφισβητεί στην πράξη το παραδοσιακό ψυχιατρικό αυτονόητο της ψυχικής νόσου, κι από κει προς την έμπρακτη διαμόρφωση μιας άλλης οπτικής, όπως αυτή έγινε πράξη στο πλαίσιο της δράσης του Παρατηρητηρίου για τα Δικαιώματα στο Χώρο της Ψυχικής Υγείας, του οποίου υπήρξε ιδρυτικό μέλος και στο οποίο δραστηριοποιείται έως και σήμερα. Η νέα οπτική της κοινωνικής χειραφέτησης, τόσο των ψυχιατρικών εγκλείστων όσο και των επαγγελματιών ψυχικής υγείας και ολόκληρης της κοινωνίας, περνάει μέσα από τη συστηματική προσπάθεια των 35 χρόνων της επιστημονικής και επαγγελματικής της πορείας να δοθεί νόημα στην κοινωνική διαπραγμάτευση με την τρέλα. Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο αποτελούν τα βήματα εξέλιξης αυτής της σκέψης και πράξης, από την πλευρά της συγγραφέως σε μια μακρά επι στημονική, θεραπευτική και ακτιβιστική πορεία στο χώρο της ψυχικής υγείας. Ταυτόχρονα είναι η ιστορία μιας ολόκληρης ζωής της συγγραφέως στη διαπραγμάτευσή της με την ψυχιατρική και την τρέλα, γεγονός που το καθιστά ζωντανό και πειστικό στα συμπεράσματά του.

Είναι ένα βιβλίο σημαντικό για έμπειρους και νέους επαγγελματίες του ψυχοκοινωνικού χώρου, ώστε να κατανοήσουν το επαγγελματικό τους αδιέξοδο και να μπορέσουν να φανταστούν τους εαυτούς τους σε μια σύμπραξη ελπίδας και υπευθυνότητας σε νέες προοπτικές, που να τιμούν την κοινωνική τους αποστολή. Ένα βιβλίο επιστημονικής γνώσης, μάχιμης εμπειρίας στους πιο δύσκολους χώρους, ένα βιβλίο ελπίδας και κοινωνικής ευθύνης.

Βγαίνοντας από τα Ψυχοφάρμακα

Από τότε που υπάρχουν ψυχοφάρμακα, πολλοί νοσηλευόμενοι κόβουν από μόνοι τους τα φάρμακά τους. Μπορούμε να υποθέσουμε σε πόσους απ’ αυτούς εμφανίζεται, μόνο και μόνο γι’ αυτό, μια “υποτροπή”, που τους οδηγεί σε μια νέα αναγκαστική λήψη ψυχοφαρμάκων. Είμαι σίγουρος ότι πολλές τέτοιες προσπάθειες θα στέφονταν με επιτυχία, αν οι ενδιαφερόμενοι και οι οικογένειές τους γνώριζαν τα πιθανά προβλήματα και είχαν μια εικόνα για το τι πρέπει να κάνουν, ώστε να μην οδηγηθούν στην υποτροπή. Οι επαγγελματίες του χώρου ψυχικής υγείας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, δεν σκέφτονται σχεδόν καθόλου πως να υποστηρίξουν τους πελάτες τους, όταν αυτοί αποφασίσουν να κόψουν τα φάρμακα. Ωστόσο, το να γυρίζουμε την πλάτη σ’ αυτούς τους ανθρώπους και να τους αφήνουμε ν’ αντιμετωπίσουν μόνοι το πρόβλημά τους, δείχνει χαμηλού επιπέδου συναίσθηση ευθύνης.