

Ο Γκρεμός
Ποιες είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της διαρκούς και ακραίας βίας σε μια κοινωνία, στους ανθρώπους και στη λογοτεχνία της; Πώς επενεργεί η βία στον ανθρώπινο εγκέφαλο; Μπορεί η λογοτεχνία να αποκαλύψει το συλλογικό και ατομικό τραύμα που έχει προκαλέσει η βία στην κοινωνία και στο άτομο; Είναι δυνατόν να εξηγηθεί η βία με οικονομικά, πολιτικά, θρησκευτικά, γεωγραφικά ή άλλα εργαλεία, ή από ένα σημείο και μετά παραμένει δυσεξήγητη, παρά τη διαχρονική, επίμονη ύπαρξή της; Και ακόμη και αν εξηγηθεί, μπορεί τελικά να αντιμετωπιστεί με οικονομικές, κοινωνιολογικές, ψυχολογικές ή άλλες μεθόδους; Και αν όλες μας οι εξηγήσεις έχουν αποδειχθεί τελικά ανίκανες να ερμηνεύσουν και να επιλύσουν το πρόβλημα της βίας, τότε μήπως η λογοτεχνία μπορεί;
Related products
Ο Πύργος
Ήταν αργά το βράδυ όταν έφτασε ο Κ. Το χωριό το σκέπαζε βαθύ χιόνι. Από τον λόφο του Πύργου δεν φαινόταν τίποτε, τον κάλυπταν η καταχνιά και το σκοτάδι, κι ούτε ένα αμυδρό φωτάκι δεν έδειχνε ότι υπήρχε εκεί ο μεγάλος Πύργος. Ώρα πολλή στάθηκε ο Κ. στην ξύλινη γέφυρα που οδηγούσε από τον δημόσιο δρόμο στο χωριό και κοίταξε το φαινομενικό κενό από πάνω του.
Κίνησε έπειτα να βρει κατάλυμα για τη νύχτα. Στο πανδοχείο δεν είχαν ακόμη κοιμηθεί, ο ξενοδόχος δεν είχε βέβαια δωμάτιο να του δώσει, μα, εξαιρετικά ξαφνιασμένος κι αναστατωμένος από τον πελάτη που έφτασε τέτοια ώρα, προθυμοποιήθηκε ν’ αφήσει τον Κ. να κοιμηθεί σ’ ένα αχυρόστρωμα στην τραπεζαρία. Ο Κ. δέχθηκε. Λίγοι χωρικοί έπιναν ακόμη την μπίρα τους, αλλά δεν ήθελε να πιάσει κουβέντα με κανέναν, κουβάλησε μόνος του το αχυρόστρωμα από τη σοφίτα και πλάγιασε κοντά στη θερμάστρα. Ήταν ζεστά, οι χωρικοί ήταν ήσυχοι, τους περιεργάστηκε για λίγο με κουρασμένα μάτια κι ύστερα αποκοιμήθηκε.
Μυθοπλασία
Στο κείμενο είναι παρούσες όλες οι εμμονές που χαρακτηρίζουν το σύνολο του παζολινικού έργου, άλλες εν σπέρματι και άλλες ήδη ώριμες (ο δεσπότης θεός και ο αντίδικος άνθρωπος, οι εξουσίες και η αμφισβήτησή τους, ο κομφορμισμός των κατ’ όνομα ριζοσπαστών, η ευθηνία των θεωρούμενων μεγάλων αξιών). Πρωτίστως, είναι παρούσα και δρώσα η εμμονή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όταν αυτή δοκιμάζει να μιλήσει τα άρρητα, να καταστήσει θεατά, επικινδύνως θεατά, τα κρύφια και τα απωθημένα. Για τον Παζολίνι, η κάθαρση δεν εξισώνεται με κάποια παραμυθία και ληθαργική χαλάρωση, αλλά με τον βαθύτατο συγκλονισμό, τη ριζική διασάλευση. (Παντελής Μπουκάλας, Η Καθημερινή, 12/10/1999)
Ο ιταλός σκηνοθέτης, λάτρης της αρχαίας τραγωδίας, θυμηθείτε τις ταινίες του ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΡΕΣΤΕΙΑ, ΜΗΔΕΙΑ (με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας), παίρνει τον μύθο του Οιδίποδα και τον μεταφέρει στα καθ ημάς. Ο πατέρας, αυτοδημιούργητος αστός, σε κρίση ταυτότητας, σκοτώνει τον αμφισβητία γιο του. Ο Παζολίνι ειρωνεύεται την προσευχή την οποία αναπέμπει ο πατέρας στον Επουράνιο, θέλοντας έτσι να δείξει την κρίση της θρησκείας και της κοινωνίας που δεν πιστεύει πια. Στο Επίμετρο, πλήρης εργοβιογραφία. (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 20/3/2000)
Οι Ιστορίες του Κάντερμπερυ
Ατέλειωτα της ζωής τα βάσανα και οι κακοτυχίες, κι εμείς οι δύστυχοι αγνοούμε τι τάχα επιθυμούμε,
όταν με προσευχές και παρακλήσεις όλα τ’ αγαθά ζητάμε,
και σαν ποντίκι μεθυσμένο εδώ κι εκεί γυρνάμε, χωρίς να βρίσκουμε τον δρόμο στο σπίτι μας να πάμε,
γιατί, αν είσαι μεθυσμένος, λάθος δρόμο παίρνεις ο καημένος.
Έτσι πορεύεται ως τώρα αυτός ο κόσμος, κι εμείς το ίδιο.
Με πάθος και μανία την ευτυχία όλοι ποθούμε, μάταια ψάχνοντας εκεί που δεν υπάρχει να τη βρούμε.
Χωρίς αμφιβολία, για όλους μας αυτή είναι η αλήθεια.
Η Δίκη
«Η Δίκη είναι ένα εφιαλτικό βιβλίο και σε αυτό συγκλίνουν όσοι αναγνώστες και κριτικοί το έχουν προσεγγίσει από διαφορετικά μετερίζια. Σε τι ακριβώς συνίσταται αυτός ο εφιάλτης που χάριν ευκολίας χρησιμοποιείται παντού όπου, υπό τη γενικόλογη έννοια του «καφκικού» ύφους; (…) αναγνώστη/τρια διαβάζοντας αυτό το βιβλίο θα έχεις επιτύχει κάτι απτό και μετρήσιμο, κοινωνικά χρήσιμο, καθότι η αμιγώς αναγνωστική, αισθητική απόλαυση είναι καθαρά ατομική υπόθεση (τουτέστιν ύποπτη). Εφόσον όμως συνδέσεις την ανάγνωση με το όφελος, αυτόματα η παρασιτική κατάσταση απομόνωσης (σε ένα δικό σου δωμάτιο, όπως σοφά έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ) απενοχοποιείται, καθίσταται μετρήσιμη κι άρα συνέχεια και επίρρωση της παραγωγικής διαδικασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο (ναι, αυτό τη «Δίκης») θα είναι υπερήφανο για σένα!» (Φώτης Καραμπεσίνης, bookpress.gr, 28/04/2021)
Αηδία – Ο Τόμας Μπέρνχαρντ στο Σαν Σαλβαδόρ
Μετά από δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια ο Εντγκάρδο Βέγκα αναγκάζεται να επιστρέψει στην πατρίδα του, το Ελ Σαλβαδόρ, ώστε να παραστεί στην κηδεία τής μητέρας του. Ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας αναγκαστικής επιστροφής, μετά από τόσον καιρό, σε μια πατρίδα, την οποία έχει μισήσει όσο τίποτε άλλο στη ζωή του; Μα φυσικά ένας Αφανισμός, μία Κατάρρευση, πανομοιότυπη με αυτήν που βιώνει ο Φραντς-Γιόζεφ Μουράου στον Αφανισμό τού Τόμας Μπέρνχαρντ, του συγγραφέα τον οποίο αναπαράγει πιστά ο Οράσιο Καστεγιάνος Μόγια στην Αηδία.
(…..)
Η Αηδία είναι ένας απολαυστικός μονόλογος μπερνχαρντικού τύπου, μια στιλιστική άσκηση, μια φάρσα που διαβάζεται απνευστί. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι και μία επαναστατική έκρηξη μίας καταπιεσμένης ατομικότητας, που έχει αηδιάσει από τη βία και τη διαφθορά τις οποίες παράγουν συστηματικά οι κάθε λογής φαντασιακές κοινότητες –εθνικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές ή άλλες– ειδικά στην Κεντρική Αμερική και στο Ελ Σαλβαδόρ.
(…..)
[Ο Οράσιο Καστεγιάνος Μόγια] θεωρείται ως ο σημαντικότερος εν ζωή Σαλβαδοριανός –και, κατά πολλούς, Κεντροαμερικανός– συγγραφέας, το δε βιβλίο του “Αηδία. Ο Τόμας Μπέρνχαρντ στο Σαν Σαλβαδόρ” ως το πιο αναγνωρίσιμο λογοτεχνικό δείγμα τής μετά τους εμφυλίους πολέμους περιόδου στο Ελ Σαλβαδόρ και στην Κεντρική Αμερική.