Πολιτική

Ηθική

Ο κλασικός αναρχισμός υπερασπίζεται μαχητικά ένα ιδεώδες ελευθερίας που δεν συνεπάγεται την ελευθερία του ατόμου να κάνει ό,τι θέλει, αδιαφορώντας για το κοινωνικό σύνολο, αλλά προϋποθέτει μάλλον μιαν ελευθερία που ρυθμίζεται από την ηθικότητα, που αναγνωρίζει και τηρεί τις επιταγές μιας ηθικής της συνεργασίας, της αλληλοβοήθειας και της δικαιοσύνης. Οι κλασικοί θεωρητικοί του αναρχισμού αποδέχονται γενικά την ύπαρξη ενός αντικειμενικού ηθικού νόμου, που είναι κατά κάποιο τρόπο εγγενής στη φύση ή μπορεί να αναχθεί σ’ αυτήν. Η υπόθεση ενός φυσικού ηθικού νόμου υποστυλώνει την πεποίθησή τους ότι είναι δυνατόν να εδραιωθεί μια νέα ανώτερη ηθική τάξη πραγμάτων ελευθερίας και δικαιοσύνης, χωρίς τον καταναγκασμό του κράτους και τα δεσμά της θρησκείας ή της μεταφυσικής. Στην “Ηθική” ο Κροπότκιν οραματίζεται μιαν ηθική πρόοδο του ανθρώπινου γένους, που θα γίνει δυνατή χάρη στην ανάπτυξη των φυσικών και κοινωνικών επιστημών. […] Η νέα σύλληψη των θεμελιωδών αρχών της ηθικής που προτείνει ο “αναρχικός πρίγκιπας” βρίσκει στον Δαρβίνο τον μεγάλο της πρόδρομο. […] Στην “Καταγωγή του ανθρώπου” ο Δαρβίνος έδειξε ότι ο πόλεμος στη φύση περιορίζεται κυρίως σε αγώνα μεταξύ διαφορετικών ειδών, ενώ μέσα στο ίδιο είδος η πρακτική της αλληλοβοήθειας είναι ο κανόνας. Πάνω σ’ αυτό το στέρεο θεμέλιο της αλληλοβοήθειας μπορεί να ανεγερθεί ολόκληρο το οικοδόμημα μιας νέας ηθικής του αλτρουισμού, της δικαιοσύνης και της ισοτιμίας, που θα έχει διαρρήξει οριστικά τους δεσμούς της με τη θεολογία και τη μεταφυσική”. (Θανάσης Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 7/8/2007)

Η Πολιτική Αυταπάτη

Στη Δυτική κοινωνία ο πολιτικός βερμπαλισμός εκφράζει μια διπλή αυταπάτη, ενώ συγχρόνως την γεννά. Παρευρισκόμαστε στην ανάπτυξη της αυταπάτης του πολιτικού ανδρός που πιστεύει πως κουμαντάρει τον κρατικό μηχανισμό και πως παίρνει πάντα αποτελεσματικές πολιτικές αποφάσεις, ενώ είναι ολοένα περισσότερο ανίσχυρος απέναντι στην αυξανόμενη ακαμψία των κρατικών μηχανισμών.
Αλλά η ισχύς και η αποτελεσματικότητα των μέσων δράσης του κράτους, που παρεμβαίνουν ολοένα πιο βαθιά και επακριβώς στη ζωή του έθνους και στη ζωή των πολιτών, κρύβουν αυτή την ανισχυρότητα του πολιτικού ανδρός. Ο πολιτικός, κι αν ακόμη είναι δικτάτορας, δεν ασκεί εν τέλει κανέναν έλεγχο πάνω σ’ αυτά τα μέσα. Παράλληλα, εμφανίζεται η αυταπάτη του πολίτη, που, ζώντας ακόμη με την ιδεολογία της λαϊκής κυριαρχίας και των δημοκρατικών συνταγμάτων, πιστεύει πως μπορεί να ελέγξει την πολιτική, να την προσανατολίσει, να συμμετάσχει στην πολιτική λειτουργία, ενώ το πολύ που μπορεί να κάνει είναι να ελέγχει ουσιαστικά ανίσχυρους πολιτικούς. Βασιζόμενος σ’ αυτή τη διπλή αυταπάτη, εμπλέκεται σ’ ένα διάλογο ανίσχυρων.
Υπάρχει απάντηση σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση; Αν υπήρχε, θα ήταν οπωσδήποτε ταπεινή και ηρωική.

Η Ουτοπία, οι Δαίμονες της Ψυχής και η Προοπτική του Ανθρώπου

α τέσσερα κείμενα που συγκεντρώσαμε εδώ είναι από τα τελευταία χρόνια της ζωής του αμερικανού οικουμενικού στοχαστή Λιούις Μάμφορντ (1895-1990), που τα κυριότερα έργα του είναι: “Η ιστορία των ουτοπιών” , “Τέχνη και τεχνική”, “Οι μεταμορφώσεις του ανθρώπου” και το δίτομο κύκνειο άσμα του “Ο μύθος της μηχανής” (Α’ Τεχνική και ανάπτυξη του ανθρώπου, Β’ Το Πεντάγωνο της ισχύος). Το πρώτο δημοσιεύθηκε το 1962 ως Νέος Πρόλογος στο βιβλίο του “Η ιστορία των ουτοπιών” και μιλάει για τα συναισθήματα που ένιωσε και τις σκέψεις που έκανε μελετώντας τις ουτοπίες. Το δεύτερο πραγματεύεται τους δύο βασικούς ανατόμους της ανθρώπινης ψυχής, τον Ζίγκμουντ Φρόυντ και τον Καρλ Γιουνγκ, που οι δρόμοι τους κάποτε ενώθηκαν και κατόπιν οριστικά χώρισαν. Στο τρίτο και στο τέταρτο κείμενο εκθέτει τις απόψεις του για τις προοπτικές που ανοίγονται στον άνθρωπο, έτσι όπως έχει οργανώσει τη ζωή του στον πολιτισμό μας.

Η Καταναλωτική Κοινωνία

Όπως όλοι οι μεγάλοι μύθοι που σέβονται τον εαυτό τους, ο μύθος της “κατανάλωσης” έχει τον λόγο του και τον αντίλογό του: ο εξυμνητικός λόγος για την αφθονία συνοδεύεται από έναν “κριτικό” αντίλογο, σκυθρωπό και ηθικολογικό, για τα κακά της καταναλωτική κοινωνίας και την τραγική κατάληξη στην οποία θα οδηγήσει οπωσδήποτε τον πολιτισμό μας. Η μαγεία της κοινωνίας μας είναι λευκή, δεν είναι πια εφικτή η αίρεση μέσα στην αφθονία. Πρόκειται για την προφυλακτική λευκότητα μιας χορτασμένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας χωρίς ίλιγγο και χωρίς ιστορία, χωρίς μύθο άλλον από τον εαυτό της.

Η Θεραπεία των Πραγμάτων

Μέσα από ποικίλες θεματικές με συγκλίνουσα πορεία προς το εσωτερικό δράμα του ανθρώπου, από το γενικό τού πολιτισμού στο ειδικό τού υποκειμένου, οι Παθογνωστικές Μελέτες Δ´ προσηλώνουν τον αναγνώστη εκ νέου σε μια πορεία κριτικής επαναξιολόγησης του συμπτώματος πέρα από την υποκειμενίστικη διατύπωση της παραδοσιακής  ψυχανάλυσης ή Ψυχολογίας του Εγώ:

«Η αποκορύφωση αυτής της κριτικής έγκειται στο ότι το φαντασιώδες περιεχόμενο του ασυνειδήτου δεν είναι ένα υποκειμενικό επιπρόσθετο στα πράγματα, ένα από το οποίο προκύπτει το σύμπτωμα, αλλά πολύ περισσότερο ο κατ’ εξοχήν λόγος παραγωγής τους.»

Ρούντολφ Χάιντς (Rudolf Heinz)
Ιδρυτής της Παθογνωστικής
ενός είδους Κριτικής Ψυχανάλυσης, Ψυχανάλυσης Βάθους ή Ψυχανάλυσης των Πραγμάτων

Ο πολιτισμός στοχεύει στην επικάλυψη και έτι περαιτέρω στον εξωραϊσμό τής απόκρυφης και από τη συνείδηση μη-προσπελάσιμης εσωτερικής διάστασης του ανθρώπινου όντος. Οτιδήποτε αναδύεται εντός του πολιτισμού – συμπεριλαμβανομένης της ακραίας αρνητικότητας –, αναγνωρίζεται από αυτόν ή απορρίπτεται και υπηρετεί εφ’ εξής, ως αναγνωρισμένο ή απορριφθέν (και στις δύο περιπτώσεις θύμα), το καθολικό πνεύμα τής εξωτερικότητας, ήτοι την αγωνιώδη τάση για υπέρβαση της  ύλης / του περιεχομένου διά της οδού τής ορθολογιστικής και αισθητικής επικύρωσης.

Η θεραπεία των πραγμάτων αφουγκράζεται μέσα από μια σταχυολόγηση συμπτωματικών αναλύσεων τη ματαιοπονία αυτής της επιδίωξης, ανασύρει δε στη συνείδηση και στη γνώση το ασυνείδητο περιεχόμενο του πολιτισμού. Ως εκ τούτου κατανοεί τις μορφές ακραίας αρνητικότητας, οι οποίες προκύπτουν εξ άπαντος από την εγγενή αδυναμία τού ίδιου του πολιτισμού να υπάρξει αποκλειστικά ως αυτή η εξωτερικότητα – παράγοντας ακούσια ως εσωτερική αντίδραση κατά του εαυτού του την ακραία μορφή αυτοαναίρεσής του: το ξέσπασμα της βίας, ατομικής ή συλλογικής (εγκληματικότητα).

Η κριτική ψυχαναλυτική εντρύφηση στο πολύπτυχο του πολιτισμού, η παθογνωστική, άγει με συνέπεια από την εξωτερικότητα στο επίκεντρο του δράματος, στην απρόσιτη για τον πολιτισμό διάσταση, την οποία αποκαλούμε εσωτερικότητα του μεμονωμένου ανθρώπου. Εδώ βρίσκεται ο χώρος τής «αλήθειας» του πολιτισμού, το πεδίο όπου ο πολιτισμός αδυνατεί, ενώ θα το επιθυμούσε, να ξεχάσει τον εαυτό του, ώστε να ηρεμήσει· να απελευθερωθεί από τον φαύλο κύκλο τής αυτοκαταστροφικής βίας και να επαναφέρει τη χαμένη αίσθηση της ζωής, εν άλλοις λόγοις να παραιτηθεί από την αυθυπέρβαση· είναι ο τόπος όπου το υποκείμενο υποφέρει και νοσεί ψυχικά και σωματικά.

Κατακλείδα: ο πολιτισμός διαπλάθει το υποκείμενο με βάση την κοινωνική συναίνεση, ήτοι αυθαίρετα. Το υποκείμενο δημιουργεί, αενάως και ανεπαίσθητα, εξ αιτίας τής τριβής ένα «νέο» πολιτισμό· η μία πλευρά προσεγγίζεται μέσα από την άλλη: μέσα στο σύμπτωμα αποκαλύπτεται ο πολιτισμός και τανάπαλιν, μέσα από τον πολιτισμό γίνεται κατανοητό το σύμπτωμα.

Η Ελλάδα και η Κρίση – Τι Έγινε και τι Μπορεί να Γίνει

Ο ένας στόχος του συγγραφέα του βιβλίου αυτού είναι να αποδείξει με τη σχολαστική ανάλυση της “ελληνικής κρίσης”πως αυτή δεν είναι ελληνική αλλά βαθιά ευρωπαϊκή και συνακόλουθα παγκόσμια οικονομική κρίση με όλα τα χαρακτηριστικά μιας συστημικής κρίσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού.
Ο δεύτερος στόχος του είναι η αποκάλυψη των διαχρονικών ευθυνών της Γερμανίας για τη στρεβλή και συνεπώς την καχεκτική οικονομική κατάσταση της Ελλάδας.
Ο τρίτος στόχος του είναι να αναδείξει τις νέες δυνατότητες που αναδύονται σταδιακά μέσα από τις συνέπειες της κρίσης, διαλεκτικές συνέργειες των αντιφάσεων και των αντινομιών του καπιταλισμού, για έξοδο από την κρίση με οδηγό ένα καινούργιο όραμα για τον κόσμο, για την Ευρώπη και για την Ελλάδα, και πρωταγωνιστή την ίδια την κοινωνία.
Γι’ αυτό, από την πρώτη κιόλας σελίδα του βιβλίου του, ο Καρλ Χάιντς Ροτ υπογραμμίζει πως “είναι απαραίτητο να εξετάσουμε την ιστορία πίσω από αυτήν την κρίση”, για να κατανοήσουμε πως η κρίση της Ευρωζώνης οφείλεται στο γεγονός ότι τόσο η Ευρωπαϊκή Ένωση όσο και κύρια η ίδια η Ευρωζώνη χτίστηκαν πάνω στις “ενδοευρωπαϊκές ανισότητες στην οικονομική ανάπτυξη οι οποίες συνεπάγονταν συγκεκριμένες στρεβλώσεις στον ανταγωνισμό”. Είναι αυτές ακριβώς οι ανισότητες μεταξύ του γεωγραφικού και κοινωνικού ευρωπαϊκού Βορρά και του αντίστοιχου γεωγραφικού και κοινωνικού ευρωπαϊκού Νότου που έθεσαν σε κίνηση τις στρεβλώσεις του ανταγωνισμού με στόχο και συνέπεια τα τεράστια ελλείμματα στις οικονομίες του γεωγραφικού και κοινωνικού ευρωπαϊκού Νότου, τα οποία κατά ένα “μαγικό τρόπο” (που στην πορεία θεσμοθετήθηκε ως επίσημη οικονομική πολιτική σύγκλισης των χωρών-μελών της Ευρωζώνης, με το περίφημο όνομα “Συνθήκη του Μάαστριχτ”) μεταβάλλονται σε πλεονάσματα του ευρωπαϊκού Βορρά. Το αποτέλεσμα αυτής της νεοκλασικής και νεοφιλελεύθερης πολιτικής, που νεκραναστήθηκε ως ρηγκανισμός και θατσερισμός, ήταν η γρήγορη απόκλιση αντί της σταδιακής σύγκλισης και η σημερινή βαθύτατη κρίση που απειλεί να κάνει συντρίμμια την Ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση και να γυρίσει την Ευρώπη στον 19ο και τον 20ό αιώνα των συγκρουσιακών εθνικισμών και των καταστροφικών πολέμων, πράγμα βέβαια που θα εξυπηρετούσε θαυμάσια τα ηγεμονικά σχέδια των Ενωμένων Πολιτειών της Αμερικής, αν όχι και της Κίνας.

Η Άμεση Δημοκρατία στον 21ο Αιώνα

Είναι προφανές πως υπάρχει πρόβλημα ταυτότητας της δημοκρατίας και της άμεσης δημοκρατίας ιδιαίτερα. Ταυτότητας που δεν θα επιτρέπει πλήθος αντιφατικών αναγνώσεων και μια επικοινωνία τύπου Βαβέλ, που εμποδίζουν τη σύνδεση της θεωρίας με την πράξη της άμεσης δημοκρατίας. Κι αυτό το πρόβλημα δεν είναι υπόθεση εξουσιαστικών ηγεσιών ούτε “αριστερών πρωτοποριών”, και βεβαίως ούτε “σοφών” διανοούμενων και ηγητόρων, αλλά παραμένει πρόβλημα της ίδιας της εργαζόμενης κοινωνίας-ανθρωπότητας.
Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να διαμορφώσουμε ένα νέο δημόσιο χώρο σκέψης και επικοινωνίας και να ξαναρχίσουμε τον δημόσιο διάλογο για την άμεση δημοκρατία. Στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου θα μπορέσουμε να ξαναβγάλουμε στην επιφάνεια το θεωρητικό, το εμπειρικό και το αγωνιστικό κληροδότημα των περασμένων γενεών, να το απαλλάξουμε από μύθους και ιδεοληψίες, και να το παντρέψουμε με το όραμα των σημερινών γενεών, όπως αυτό διαμορφώνεται στις σύγχρονες συνθήκες, με αιχμή το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που, σε συνδυασμό με το σημερινό επίπεδο των επιστημών και της τεχνολογίας, προσδιορίζουν τις αντικειμενικές δυνατότητες, τον δρόμο και τον ορίζοντα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, προκειμένου να συνεχίσουν το ταξίδι της ανθρωπότητας προς την άμεση δημοκρατία της οικονομικής και της κοινωνικής ισότητας.
Αυτή τη σκοπιμότητα υπηρετεί η έκδοση αυτού του συλλογικού τόμου, που ως ιδέα διατυπώθηκε από πολλούς, όπως λ.χ., από το Μανώλη Γλέζο, τον Περικλή Κοροβέση, τον Ζήση Παπαδημητρίου κ.ά., αλλά και από πολλές/ πολλούς παριστάμενους κατά τη διάρκεια παρουσίασης του πρόσφατου βιβλίου μου με θέμα την Άμεση Δημοκρατία και την Αταξική Κοινωνία. Οι εκδόσεις “Νησίδες” αποδέχτηκαν την πρόταση, με τον όρο να κληθούν να συμμετάσχουν συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με διάφορες πτυχές και από διαφορετικές οπτικές με το θέμα, ώστε να αναδειχθούν οι βασικές συνιστώσες του, με την ελπίδα πως τα κείμενα που θα περιέχονται σ’ αυτόν θα συμβάλουν στο ξαναζωντάνεμα του διαλόγου σε επίπεδο κοινωνίας.
Με αυτό το κριτήριο απευθυνθήκαμε στους συγγραφείς αυτού του τόμου, οι περισσότεροι από τους οποίους είμαστε προσωπικά άγνωστοι μεταξύ μας, γνωστοί όμως από τις διάφορες σχετικές δημοσιεύσεις μας. Κανένας από εμάς δεν ισχυρίζεται πως κατέχει την απόλυτη αλήθεια, κι όχι μόνο γιατί η αλήθεια της άμεσης δημοκρατίας είναι πολύ μεγάλη για να χωρέσει σε ένα ή σε λίγα μυαλά, αλλά κύρια γιατί αυτή η αλήθεια, ως ποιοτικό ιστορικό μέγεθος, υπόκειται στους νόμους της ειδικής και της γενικής διαχρονικής σχετικότητας, που ως τέτοιο μεγαλώνει ανάλογα με το πόσο μεγαλώνει το πλήθος των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού με Γνώση για το τι δεν, είναι άμεση δημοκρατία, αλλά και με Επίγνωση για το τι θα ήθελε να είναι, τι θα μπορούσε να είναι και πώς θα πραγματοποιηθεί η άμεση δημοκρατία. Αυτή τη συνολική αλήθεια αναζητούμε και πιστεύουμε πως ο λόγος και ο αντίλογος μπορεί να εξελιχθούν σε γόνιμο διάλογο, ως μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη που μπορεί να μας φέρει πιο κοντά στην αλήθεια για την πραγματική φύση της άμεσης δημοκρατίας. [. . .]

Ενέργεια και Ισοτιμία – Στον Σοσιαλισμό Φτάνεις Μόνο με Ποδήλατο

Τα βιβλία του Ίλλιτς μπορούν να διαβαστούν ως υπεράσπιση των αυθεντικών ανθρώπινων δραστηριοτήτων, όπως η μελέτη, το βάδισμα, η κατοίκηση, η θεραπεία ή η ψυχαγωγία και ως κατηγορητήριο εναντίον του μετασχηματισμού των δραστηριοτήτων αυτών σε εμπορεύματα που παράγονται μαζικά από τα σχολεία, τα συστήματα μεταφοράς, τις πόλεις και τις περιφέρειές τους, τα νοσοκομεία και τα μέσα μαζικής επικοινωνίας.
Το έργο του είναι μία νεκρολογία μεγάλης εμβέλειας για τον κόσμο των μη βιομηχανικών πολιτισμών που χάνονται. Επιπλέον, πλαισιώνει τη νεκρολογία αυτήν με την προεικόνιση ενός μεταβιομηχανικού κόσμου, που θα εγερθεί από τα ερείπια της βιομηχανικής και οικονομικής ύβρεως. Κατηγορεί τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού όχι από νοσταλγία για το παρελθόν, αλλά επειδή την θεωρεί εντελώς ακατάλληλη για το μέλλον. Σήμερα η διάγνωση αυτή έχει γίνει κοινή συνείδηση. Δύσκολα θα βρεθεί κάποιος έτοιμος να υπερασπιστεί ανοιχτά τη διαδικασία του εκσυγχρονισμού την εποχή του κλιματικού χάους, της εξάντλησης των φυσικών πόρων και της γενικής υποβάθμισης της φύσης. Συγκεντρώνονται ήδη τα σύννεφα της καταιγίδας του 21ου αι.
Βέβαια, για τον Ίλλιτς, σε ένα βαθύτερο επίπεδο, η κρίση της βιόσφαιρας είναι μόνον ένα σύμπτωμα. Πιστεύει ότι αυτή η κρίση ριζώνει στην αλαζονεία της υπερβολής, στην υπέρβαση κάθε ορίου. Γι’ αυτό, το πρόβλημα δεν είναι μόνον η κρίση της φύσης (δηλαδή, η υποβάθμιση του περιβάλλοντος) αλλά είναι και η κοινωνική και ηθική κρίση.
Μ’ άλλα λόγια, δεν χάνεται μόνο το φυσικό περιβάλλον, αλλά μαζί μ’ αυτό χάνονται και οι συνθήκες στις οποίες μπορούν να ευδοκιμήσουν η αγάπη για τον πλησίον και η προσωπική ευθύνη.

Διαλεκτική της Ήττας – Περιγράμματα του Δυτικού Μαρξισμού

Ο συγγραφέας διαπιστώνει ότι επαναστάτες και καπιταλιστές θεωρούν κριτήριο αλήθειας την επιτυχία, και μας καλεί να επανεξετάσουμε τον ανορθόδοξο μαρξισμό της Δυτικής Ευρώπης που παραμερίστηκε επειδή απέτυχε. Υποστηρίζει ότι η λατρεία της επιτυχίας και της επιστήμης αφαίρεσε από τον ορθόδοξο μαρξισμό την κριτική του ενόρμηση, η οποία όμως διασώθηκε στους λεγόμενους ανορθόδοξους μαρξιστές: Ρόζα Λούξεμπουργκ, Καρλ Κορς, Άντον Πάνεκουκ, Χέρμαν Γκόρτερ, Αμεντέο Μπορντίγκα, Αντόνιο Γκράμσι, σχολή της Φραγκφούρτης…
Οι επιτυχίες του ορθόδοξου μαρξισμού δεν επικυρώνουν την αλήθεια του, οι ήττες του Δυτικού μαρξισμού δεν αποδεικνύουν πως είναι λαθεμένος. Για μας σήμερα, οι ήττες κατά το παρελθόν ενδέχεται να είναι πιο γόνιμες από τις νίκες.

Γράψ’τα!

Ιστορίες από τη γερμανική κατοχή, την Αντίσταση, τον Εμφύλιο, τη σκληρή κυριαρχία της Δεξιάς, την Ε.Δ.Α., το ξέσπασμα του λαού τα χρόνια της Αποστασίας, τη Χούντα, τις διώξεις των αντριφρονούντων (συλλήψεις, καταδίκες, εξορίες), τα χρόνια της μεταπολίτευσης, τον κόβιντ με τα μέτρα για την αντιμετώπισή του, τα χρόνια μετά τον κόβιντ, Ιστορίες από τις δίκες των βασανιστών της Χούντας, των Αναρχικών, των Ιεχωβάδων…
Μικρά διαλείμματα, ανάσες από τη δύσκολη καθημερινή ζωή.

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

 

Το πρώτο βιβλίο του, «Αναμνήσεις. 65 χρόνια Αριστερά», στο οποίο περιγράφει γεγονότα από τη δράση του για τη δημιουργία μίας δίκαιης δημοκρατικής κοινωνίας, έκανε πολλούς αναγνώστες να του ζητήσουν να γράψει και άλλα για σε μεγάλο βαθμό άγνωστα συμβάντα της ιστορίας της Αριστεράς, των ανθρώπων της, της Θεσσαλονίκης και της προσωπικής του ζωής. Αυτό κάνει στις 150 σελίδες του καινούργιου βιβλίου του.

Βεεμώθ

Η περιγραφή της ναζιστικής Γερμανίας από τον Φραντς Νόυμαν πρωτοεκδόθηκε το 1942 και συμπληρώθηκε με ένα Παράρτημα το 1944. Η ανάλυσή του, που θεωρείται έκτοτε αξεπέραστη, καταδεικνύει ότι ο ναζισμός οργάνωσε έτσι την κοινωνία, ώστε να καταργήσει τις παραδοσιακές ιδέες του κράτους, της ιδεολογίας, του δικαίου και της ορθολογικότητας.
Ο τίτλος του βιβλίου του παραπέμπει στο ομότιτλο έργο του Χομπς, που προοριζόταν να είναι η παρουσίαση ενός μη-κράτους, μιας κατάστασης που χαρακτηριζόταν από πλήρη ανομία.
Θυμίζουμε ότι Βεεμώθ (Ιώβ, 400 κεφ., 15) είναι θηρίο της στεριάς της ιουδαϊκής μυθολογίας.

Ασαφής Εικόνα – Ουτοπική Σκέψη για μια Αντιουτοπική Εποχή

Πολλοί συγγραφείς θεωρούν τους ουτοπικούς και όσους τους συμπαθούν απερίσκεπτους ονειροπόλους στην καλύτερη περίπτωση και φονικούς ολοκληρωτικούς στη χειρότερη. Εν τούτοις, η ουτοπική σκέψη έχει όχι μόνον αδικηθεί, αλλά και η επιστροφή στον εικονοκλαστικό ουτοπισμό είναι απαραίτητη σήμερα. Η αντιουτοπική νοοτροπία καταδίκασε άδικα την ουτοπική σκέψη και προέτρεψε τους ανθρώπους να την βλέπουν με καχυποψία. Αλλά η εικονοκλαστική ουτοπική σκέψη είναι απαραίτητη, για να ξαναζωντανέψει την υπνώττουσα πολιτική φαντασία της κοινωνίας και να υποδείξει νέες ιδέες για το μέλλον.

Από τα Σοβιέτ στον Γραφειοκρατικό Κομμουνισμό – Οι Μηχανισμοί μιας Ανατροπής

Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό συμπεραίνουμε ότι ο Οκτώβριος του 1917 θα έπρεπε να αποτελεί το σύμβολο της αποφασιστικής υποχώρησης της δυναμικής της επανάστασης των σοβιέτ (που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου), και όχι, όπως συμβαίνει συνήθως, της επικράτησής τους. Συγκεκριμένα, για τον γάλλο ιστορικό της σχολής των Annales η κατάληψη της κρατικής εξουσίας από το κόμμα των μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917 σηματοδοτεί τον περιορισμό του πλούτου των θεσμών άμεσης δημοκρατίας που αναπτύχθηκαν ευρύτατα μετά την πρώτη εξέγερση του Φεβρουαρίου. Μετά τον Οκτώβριο ενισχύεται θεσμικά η έμμεση έναντι της άμεσης δημοκρατίας, η γραφειοκρατοποίηση έναντι της αυτοδιαχείρισης, το κόμμα έναντι των τοπικών και εργοστασιακών συμβουλίων. Το ενδεχόμενο μιας επαναστατικής εξουσίας, υποστηρίζει ο Φερρό, καταλήγει έτσι στην πραγματικότητα μιας εξουσίας των επαναστατών.
Το συμπέρασμα αυτό ευνοείται μάλλον αποφασιστικά από το ότι ο Φερρό αυτονομεί την ιστορία των πολιτικών θεσμών της περιόδου Φεβρουάριος με Οκτώβριος 1917 από τη μελέτη των ιδεολογικών και οικονομικών θεσμών της ίδιας περιόδου αλλά και από το ότι αποκόπτει ταυτόχρονα την ιστορία αυτή από τη διεθνή κοινωνική συγκυρία (ιδεολογική, πολιτική, οικονομική). Ευνοείται, κοντολογίς, από το ότι ο Φερρό επικεντρώνεται σε μια μικροϊστορία του 1917.

(Τέλης Τύμπας, Η ΕΠΟΧΗ, 7/11/1999)

Άνθη και Άκανθες

Πιστός στον διανοητικό καταυγασμό των συμπυκνωμάτων του ασυνειδήτου (Unbewusstes), ο Διονύσιος Βάγιας ξεκινά την εργασία του ακολουθώντας κατά πόδας την εξάπλωση της φαντασίας από την πρώτη σπίθα / αναλαμπή (το όνειρο της γυναίκας), διά μέσου της ατιθάσευτης εξέλιξής της (τους μύθους, τα παραμύθια, τα νυχτερινά όνειρα και τα όνειρα ζωής), μέχρι την “καθίζησή” στο σωματικό (ασθένειες).
Την αόρατη συρραφή (άλλως, το κοινό μυστικό) αναλαμβάνει το κεντρικό, ένα και μοναδικό φαινόμενο της μνήμης.
Έτσι, στο δεύτερο ήμισυ της εργασίας, αφού παραθέσει δειγματοληπτικά τη γραμμική / εξελιξιακή ψυχολογία του ανθρώπου στις ακρογωνιαίες της λίθους (παιδική / εφηβική και γεροντική), επικεντρώνεται στο οιωνεί αμετακίνητο του χρόνου, τουτέστιν στο εσαεί ενδιάμεσο της καθημερινότητας (απόλαυση, φοβίες, εργασία), λαμβάνοντας, τέλος, υπ’ όψιν και τη δική του επιμέρους έξη: την αντιρρητική αντιπαράθεση, τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τη φιλοσοφία – μια δίνη βέβαια, αφού η λογοτεχνική ανάπαυλα προδίδει διά της πλαγίας οδού την καθήλωση στη διανοητική απόλαυση της ανάγνωσης.

Αναρχία και Χριστιανισμός

Οι αναρχικοί είναι εχθρικοί προς όλες τις θρησκείες (άρα και προς τον χριστιανισμό), αλλά και οι ευσεβείς χριστιανοί φρικιούν με την αναρχία, πηγή αταξίας και άρνησης των καθιερωμένων εξουσιών. Αυτές ακριβώς τις απλές και ακλόνητες βεβαιότητες προτίθεμαι ν’ αμφισβητήσω εδώ. Είμαι πολύ κοντά σε μια μορφή αναρχισμού και πιστεύω ότι ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός. Αλλά σ’ ένα σημείο θα διαχωρίσω τη θέση μου από έναν γνήσιο αναρχικό: ο γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω. Μ’ άλλα λόγια, εκτιμώ ότι η μάχη του αναρχισμού, ο αγώνας προς την κατεύθυνση μιας αναρχικής κοινωνίας είναι ουσιώδης, αλλά η πραγματοποίηση αυτής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Νομίζω ότι η ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσία και χωρίς θεσμούς εδράζεται στην πίστη πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και τον διαφθείρει η κοινωνία. Στην ακραία περίπτωση λέμε: “Οι κλέφτες υπάρχουν επειδή υπάρχει η αστυνομία, αν καταργήσουμε την αστυνομία, η κλοπή θα εξαφανιστεί”. Οπωσδήποτε, η κοινωνία παίζει μεγάλο ρόλο στη διαστρέβλωση του ατόμου: είναι πάρα πολύ αυστηρή και καταπιεστική, άρα ο άνθρωπος πρέπει με τον άλφα ή βήτα τρόπο ν’ “αποσυμπιέζεται”, συχνά με βίαιες ενέργειες και φόνους. Σήμερα, η διαστρέβλωση του ανθρώπου στη Δύση γίνεται αλλιώς: βασικό ρόλο παίζουν η διαφήμιση που ωθεί τον άνθρωπο στην κατανάλωση (άρα στην κλοπή, αν δεν έχει χρήματα να ριχτεί στην κατανάλωση). η αχαλίνωτη πορνογραφία, το θέαμα της βίας στα Μ.Μ.Ε. (Ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην αύξηση της παραβατικότητας και του μίσους για τον συνάνθρωπό μας είναι σημαντικός). Εν τούτοις, δεν έρχονται όλα απ’ την “κοινωνία”.