Ιστορία

Ο Μύθος της Μηχανής – Πρώτος Τόμος: Τεχνική και Ανάπτυξη του Ανθρώπου

Το βιβλίο αυτό προσπαθεί να εξηγήσει τις δυνάμεις που έχουν διαμορφώσει την τεχνολογία από τους παλαιολιθικούς χρόνους έως σήμερα και ολοένα περισσότερο διαμορφώνουν τον σημερνικό άνθρωπο. Αντί να ξεκινήσει από τα προβλήματα της γενιάς μας, ο Μάμφορντ ανατρέχει στην καταγωγή της ανθρώπινης κουλτούρας· αλλά δεν δέχεται ότι ο άνθρωπος ξέφυγε από τη ζωική κατάσταση επειδή χρησιμοποιούσε εργαλεία και κατέκτησε τη φύση· απεναντίας, απορρίπτει με ισχυρά επιχειρήματα την άποψη αυτή. Δείχνει ότι τα ίδια τα εργαλεία δεν αναπτύχθηκαν, και δεν θα μπορούσαν να αναπτυχθούν, αν δεν είχε προηγηθεί μια πιο σημαντική σειρά εφευρέσεων στο τελετουργικό, τη γλώσσα και την κοινωνική οργάνωση. Έτσι, αρχίζει μια ολόκληρη σειρά ριζικών επανερμηνειών, που βασίζονται σε καινούργια έρευνα των αρχαίων και νεότερων πηγών για την ανάπτυξη του ανθρώπου: την πρώιμη ζωή του, την εξημέρωσή του, τη χρήση ισχύος σε μεγάλη κλίμακα κατά τις απαρχές του πολιτισμού και την ανάπτυξη περίπλοκων μηχανισμών κατά τον Μεσαίωνα. Η εικόνα αυτή ρίχνει νέο φως στη σημερινή ολοκληρωτική τεχνολογία μας. Ενώ η γενική πραγμάτευση του θέματος ακολουθεί τη χρονική σειρά, το κάθε κεφάλαιο, σε συμφωνία με την οργανική φιλοσοφία του Μάμφορντ, αγκαλιάζει το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.

Οι Μεταμορφώσεις του Ανθρώπου

Ο συγγραφέας μελετά την μετάβαση από το ζώο στον άνθρωπο. Εξετάζει, κατόπιν, τον άνθρωπο των αρχαϊκών χρόνων, που εξελίσσεται στον άνθρωπο των ‘αξονικών’ θρησκειών και φιλοσοφιών (χριστιανισμός, βουδισμός, ισλαμισμός).Ακολουθεί ο άνθρωπός του Παλιού Κόσμου, που μεταμορφώνεται στον Ανθρωπο του Νέου Κόσμου. Σ’ αυτό μπροστά, ανοίγονται δυο δρόμοι: ο άνθρωπος που καταστρέφει, και ο άνθρωπος που έχει σκοπό του την ζωή. Μπροστά σ’ αυτό το δίλημμα βρισκόμαστε.

Έλληνας, Εβραίος και Αριστερός

Αφήγηση μιας ζωής, ένα βιβλίο στο οποίο ο αναγνώστης δεν θα βρει απαντήσεις, αλλά θα του γεννηθούν ερωτήματα, για το τι σηματοδοτούν η εθνικότητα, η θρησκεία και οι πολιτικές επιλογές στη ζωή ενός ανθρώπου. […] Ίσως παραφράζοντας λίγο τον τίτλο του βιβλίου -Έλληνας, Εβραίος ή αριστερός- αντιληφθούμε ότι η Ιθάκη δεν είναι μια πατρίδα ή μια θρησκεία, αλλά η ελευθερία τού καθενός να ζει όπως νομίζει και επιθυμεί. Δείχνοντας ότι το να γεννιέται κάποιος Έλληνας ή Εβραίος δεν είναι επιλογή. Επιλογή είναι ο τρόπος του ζην. (Έλενα Δουβλέτη, Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 30/4/2009)

Άγνωστα Βυζαντινά Κάστρα της Μακεδονίας

Δοκίμια του συγγραφέα με θεματολογία που συνοψίζεται από τον τίτλο του βιβλίου. Ειδικότερα εξετάζονται: ο χώρος, το κτίσμα και το τοπίο στο Βυζάντιο, ο Βυζαντινός οχυρωμένος οικισμός της Ρεντίνας, το Κάστρο του Λογγά, το Κάστρο της Σέτινας, το Κάστρο Μπόζιγκραντ και τέλος, η επανάσταση του Βασιλακίου και το Κάστρο του Αετού.

Διαδρομή Αυτογνωσίας – Δεύτερο Μέρος: Ταξιδεύοντας σε Άλλους Τόπους και Πολιτισμούς

Ταξιδεύοντας στην Ιορδανία, στην Ιερουσαλήμ, στο Σινά, στο Ιράκ, στο Ιράν, στον πολικό κύκλο, στη σοβιετική Αρμενία, στην Ταϋλάνδη, στη γειτονική Βουλγαρία…

Διαδρομή Αυτογνωσίας – Πρώτο Μέρος: Τα Χρόνια της Παιδείας

Τα παιδικά χρόνια, οι σπουδές στο Εθνικό Μετσόβειο Πολυτεχνείο με δάσκαλους τον Πικιώνη, τον Χατζηκυριάκο – Γκίκα, τον Εγγονόπουλος, η γνωριμία με τον Τσαρούχη, σκέψεις για τον αρχιτέκτονα και την αρχιτεκτονική, για τα ιστορικά και πολιτιστικά μνημεία, για τα όρια του ελληνισμού και για την Ρεντίνα και τον θάνατο του Ευρυπίδη…

Βυζαντινά και Οθωμανικά

Τώρα τελευταία ολοένα και συχνότερα, από επίσημα χείλη, γίνεται αναφορά στα «γεωγραφικά» όρια της Μακεδονίας. Και όλοι συμφωνούν πως τα ευρύτατα αυτά όρια καλύπτουν εκτεταμένες βορειότερες περιοχές, πέρα από τα σημερινά σύνορα της Ελλάδας. Ορισμένοι μάλιστα φτάνουν να αποτιμήσουν σε ποσοστά τα τμήματα του «γεωγραφικού» αυτού χώρου – τον οποίο αποκαλούν «Μακεδονία» – που, κατά την άποψή τους, βρίσκονται εγκλωβισμένα στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και το κράτος των Σκοπίων. […] (Από τον πρόλογο της έκδοσης)

Η ιστορία υπο Επιτήρηση

Είναι έργο του κάθε έθνους να γράφει τη “δική του” ιστορία. Από την Ρωσική Επανάσταση του 1905 μέχρι μιαν ασήμαντη κλοπή αγγινάρων στην Γενεύη το 1743, το εξαιρετικό και το κοινότοπο επανεξετάζονται και περνούν από το κόσκινο μιας επιλεκτικής μνήμης. Με το βιβλίο, τον κινηματογράφο και την τηλεόραση, η ιστορία επηρεάζει τον τρόπο μας να βλέπουμε τον κόσμο. Αλλά ποια ιστορία; Μήπως η κινηματογραφική ταινία γουέστερν δεν αποσιωπά την τύχη των Ινδιάνων και δεν προτείνει μια στερεότυπη αμερικανοποίηση; Ο Μαρκ Φερρό ξεσκεπάζει τους μηχανισμούς της κατασκευής των ιστορικών σκοπιμοτήτων και μας λέει πώς να βλέπουμε και πώς να σκεφτόμαστε και να γράφουμε την ιστορία. Ο ιστορικός έχει διπλό ρόλο: να διαφυλάττει την ιστορική μνήμη και να κάνει κατανοητή την ιστορία. Εκπληρώνει την αποστολή του; Ή μήπως είναι η αποστολή αυτή εξ’ ορισμού ανέφικτη;

Από την Επανάσταση στις Εξεγέρσεις

Η λέξη “επανάσταση” ήταν σ όλα τα στόματα όταν γράφηκε το βιβλίο αυτό (το 1972). Οι άνθρωποι πίστευαν ότι η κατάληψη της κρατικής εξουσίας θ άλλαζε τον κόσμο και τη ζωή. Ο Ζακ Ελλύλ, εξετάζει συγκεκριμένα την επανάσταση και αναρωτιέται: – Ποιο είναι σήμερα, αν υπάρχει, το επαναστατικό υποκείμενο; – Υπάρχει προλεταριάτο; – Ποιο είναι σήμερα; – Οι λαοί του Τρίτου Κόσμου; – Οι μισθωτοί συλλήβδην; – Η νεολαία; – Ποιες είναι οι μέθοδοι των κοινωνικών αγώνων; – Είναι ο ανταρτοπόλεμος (ιδίως στη λατινική Αμερική); – Είναι η αντικουλτούρα και τα κινήματα των Μαύρων στις Η.Π.Α.; – Τι ήταν η Πολιτιστική επανάσταση στην Κίνα; – Ποιο ήταν το νόημα των φοιτητικών εξεγέρσεων στη Δυτική Ευρώπη; Καταλήγει στο συμπέρασμα ότι σήμερα η συνολική επανάσταση είναι ανέφικτη και ότι αυτό που μπορεί να έχει πραγματικό αντίκρισμα στις συνθήκες ζωής μας είναι οι τοπικές, επιμέρους εξεγέρσεις ενάντια στην Αγία Τριάδα των κοινωνιών μας: ενάντια στο Κράτος, ενάντια στο Έθνος, ενάντια στην Τεχνική.

Εμείς Σπείραμε Εσείς θα Θερίσετε…

Η στάση μου στην περίοδο της επταετίας και στη μεταπολίτευση δεν προέκυψε τυχαία. Γνώριζα τι έκανα. Ήταν συνειδητή επιλογή. Όλα τα αναλογίζομαι, τα δέχομαι, ανταμώνουν με σκληρά γεγονότα του Εμφυλίου και τα κρατώ.
Οι γκρίζες εικόνες, στις οποίες αναφέρομαι, δεν είναι δημιουργήματα της φαντασίας μου, αλλά γεγονότα που συνέβησαν στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου πολέμου. Είναι αυτά που είδα, έζησα ή άκουσα από τις διηγήσεις του πατέρα μου και των συναγωνιστών του. Οι δύσκολες καταστάσεις που διαδραματίστηκαν στο χωριό μου, τον Βερτίσκο, και σε όλα τα χωριά της ορεινής περιοχής καθώς και της υπόλοιπης χώρας μας, διαβάζοντάς τα τώρα, από απόσταση δεκαετιών, είναι εύκολο να τα ερμηνεύσει κανείς σαν υπερβολές. Είναι λογικό.
Το κλίμα εκείνων των καιρών, όσο και να προσπαθήσει η φαντασία να το αναπλάσει, δεν θα τα καταφέρει. Πώς, με ποια λόγια να περιγράψεις τη φρίκη, την τρομάρα που αισθανόσουν να κυκλοφορεί στον αέρα, στους δρόμους και να αναζητά εσένα; Είδα με τα μάτια μου σκληρά γεγονότα σε νηπιακή ηλικία. Αισθάνθηκα τον κίνδυνο να με πλησιάζει. Με τρόμαξαν οι απειλές και οι άγριες συμπεριφορές. Όλα καταγράφηκαν μέσα μου καθαρά σ’ ένα βιβλίο που το διάβασα, το ξαναδιάβασα, το φυλλομέτρησα άπειρες φορές. Τριγύριζαν στο μυαλό μου οι αυστηρές εντολές της μάνας μου: “Μη μιλάτε, κινδυνεύουμε”. Τα σιγοψιθυριστά ακούσματα των απαγορευμένων τραγουδιών -Λευτεριά πανώρια κόρη…-, την προσμονή για το αύριο, τ’ ανάθεμα για το σήμερα, τα κρατούσα μέσα μου κρυφά, σαν φυλακτά, μα και σαν φαντάσματα.

Τι Απέγιναν οι Εβδομήντα Χιλιάδες Εβραιοι της Θεσσαλονίκης; Η Σιωπή είναι Αβάσταχτη

Η Ανριέτ Ασεό δεν έχει ζήσει τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Οι δικοί της πάλι, δεν της μιλούν καθόλου για το τι έγινε τότε. Σιγά σιγά, μεγαλώνοντας, ανακαλύπτει την αλήθεια. Μόνο μετά από χρόνια φτάνουν οι επιζήσαντες των στρατοπέδων σ’ ένα σημείο, στο οποίο η σιωπή είναι αβάσταχτη.
Σ’ αυτό ακριβώς το συμπέρασμα καταλήγουν οι συγγραφείς Χόρχε Σεμπρούν και Ελί Βίζελ, που συζητούν το έτος 1995. Πριν από πενήντα χρόνια, ήταν και οι δυο κρατούμενοι στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μπούχενβαλντ, ως αντιστασιακός ο πρώτος, ως εβραιόπουλο ο δεύτερος. Στη συζήτησή τους προσπαθούν να διασαφηνίσουν τι έζησαν, τι είδαν, τι ένιωσαν και τι κατάλαβαν.

Οι Ταβέρνες της Παλιάς Θεσσαλονίκης

Από τον Μεσαίωνα ακόμα, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, τα χάνια, τα χαμαιτυπεία και οι ταβέρνες βρίσκονταν έξω από τα τείχη των πόλεων, κοντά στις πύλες. Όταν εξέλιπε η ανάγκη της προστασίας των πόλεων με τείχη, τα ευαγή αυτά ιδρύματα μεταφέρθηκαν μέσα σης πόλεις και κατά προτίμηση στις αγορές, εκεί που κυκλοφορούσε πολύς κόσμος. Στην αρχή τα χάνια ήταν συνάμα και μπουρδέλα και ταβέρνες, αλλά με τον καιρό οι καινούριες συνθήκες ζωής επέφεραν το διαχωρισμό τους. Τα μπουρδέλα έμειναν έξω από τις πόλεις, τα χάνια άρχισαν να λειτουργούν στις ακραίες συνοικίες, πάντοτε όμως κοντά στις οδούς επικοινωνίας της πόλης με την ύπαιθρο, και οι ταβέρνες στα πιο πολυσύχναστα μέρη των αστικών κέντρων.

Εδώ στη Σαλονίκη οι πιο πολλές ταβέρνες βρίσκονταν στο Βαρδάρη και, όπως αναφέρει ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή που πέρασε από την πόλη μας στα 1668, υπήρχαν τότε στη Σαλονίκη τριακόσιες σαράντα οκτώ ταβέρνες και καπηλειά. Στις αρχές του 19ου αιώνα σ” όλο το μήκος της οδού που θα ονομαστεί αργότερα Εγνατία υπήρχαν υπόγειες ταβέρνες, που σ” αυτές έπιναν τα ρακιά τους οι Τούρκοι για να μη τους βλέπουν οι ραγιάδες. Για τις ταβέρνες που ήταν γύρω από την Καμάρα, η παράδοση αναφέρει ότι οι ιδιοκτήτες τους ξεμονάχιαζαν τους γενίτσαρους, τους μεθούσαν και τους έριχναν στους βόθρους. Θα πείτε: γιατί οι ταβερνιάρηδες, κατά κανόνα άνθρωποι αγαθοί, γίνονταν φονιάδες; Η αφόρητη τρομοκρατία που ασκούσαν οι γενίτσαροι και η εκμετάλλευση των χριστιανών είχε ξεπεράσει κάθε όριο και οι ραγιάδες, μη μπορώντας να τους πολεμήσουν τους Τούρκους μ” άλλο τρόπο, τους εξαφάνιζαν ρίχνοντάς τους στους βόθρους των μαγαζιών τους χωρίς ν” αφήνουν ίχνη.

Τα Σχολεία της Θεσσαλονίκης (μέχρι το 1944)

Δημοτικά σχολεία, γυμνάσια, δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, ελληνικά και ξένα, τα πρώτα φροντιστήρια. Ιστορικά στοιχεία και αναμνήσεις του συγγραφέα, δίνουν μια εικόνα της παιδείας στην πόλη μας μέχρι το 1944.

Οι Πλατείες της Θεσσαλονίκης (μέχρι το 1944)

Οι πλατείες της Θεσσαλονίκης ήταν οι τόποι συνάθροισης και συνάντησης των ανθρώπων, και όχι απλώς οι χώροι σύγκλισης των οδικών αρτηριών, όπως σήμερα. Με τα λίγα που γράφουμε περιγράφοντας τις πλατείες της πόλης μας μέχρι το 1944, προσπαθούμε να διατηρήσουμε ζωντανές τις αναμνήσεις στους παλιούς, αλλά και να δείξουμε στους νεότερους ότι η ζωή ήταν κάποτε διαφορετική.

Οι Κινηματογράφοι της Παλιάς Θεσσαλονίκης (1895-1944)

Το βιβλίο μνημονεύει τη σκοτεινή αίθουσα ως ένα από τα τρία στοιχεία απόλαυσης του σινεμά. Αποτελεί φιλόπονο συλλεκτικό έργο ενός πιστού του κινηματογράφου ως λαϊκού θεάματος και ντοκουμέντο ιστορικής έρευνας. Έχει την ψυχή του ευαίσθητου και αλκοολικού θεατή μέσα του και τη σωστική φροντίδα του “ανώνυμου” χρονικογράφου μιας εποχής απ’ έξω του. Αρχίζει με τη γενεαλογία των ονομάτων των αιθουσών της Θεσσαλονίκης. […] Παρεκβαίνει μετά προς την περιοχή των επιγείων θεοτήτων που πέρασαν κι από τη Θεσσαλονίκη “ωραίες και μοιραίες” για την παρηγοριά του λαού και τις στιγμιαίες εξάψεις του. Ρίχνει μερικές σκέψεις του στο χαρτί υπερασπίζοντας την παντομίμα. Παρακολουθεί τα πρώτα βήματα του ελληνικού κινηματογράφου, συμπληρώνοντας τις πληροφορίες του με χαριτωμένα σχόλια, κρίσεις και αναφορές. Τέλος, καταγράφει τις ταινίες που προβλήθηκαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1944. Με στοιχεία ξεθαμμένα από βιβλία ξένων στρατιωτικών, λευκώματα κυριών και σκόρπια φύλλα εφημερίδων. Την “υπόθεση” μερικών ταινιών απ’ αυτές την ιστορεί σαν παραμύθι. Ωσότου φτάνει στον Επίλογο με μιαν αίσθηση, θα λέγαμε, πληρότητας και κορεσμού του αφηγητή που έκανε το παν για να τροφοδοτήσει τη ροή του λόγου του με οποιοδήποτε υλικό μπορούσε να παρασύρει προς την εκβολή του. Μιλώντας περισσότερο παρά γράφοντας, ο Κώστας Τομανάς μπορεί να ονομαστεί ο λαϊκός κι εμπειρικός κοινωνιολόγος του σινεμά και συγχρόνως ο γνήσιος υπερασπιστής της κινηματογραφικής αίθουσας. (Νίκος Κολοβός, περιοδικό Διαβάζω, 25/5/1994)

Τα Καφενεία της Παλιάς Θεσσαλονίκης

Η ζωή των Σαλονικιών, οι χαρές και οι λύπες τους, οι αγώνες και οι αγωνίες τους περιγράφονται χωρίς φιοριτούρες και ψευτοπατριωτικές εξάρσεις που είναι πάντα ύποπτες – κι από τον τρόπο της περιγραφής αποκαλύπτεται ο μικρός ή μεγάλος ρόλος που έπαιξαν τόσο οι επώνυμοι όσο και ο απλός κόσμος σε γεγονότα που σημάδεψαν την τύχη της πόλης, της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδας.