

Τα Καφενεία της Παλιάς Θεσσαλονίκης
Η ζωή των Σαλονικιών, οι χαρές και οι λύπες τους, οι αγώνες και οι αγωνίες τους περιγράφονται χωρίς φιοριτούρες και ψευτοπατριωτικές εξάρσεις που είναι πάντα ύποπτες – κι από τον τρόπο της περιγραφής αποκαλύπτεται ο μικρός ή μεγάλος ρόλος που έπαιξαν τόσο οι επώνυμοι όσο και ο απλός κόσμος σε γεγονότα που σημάδεψαν την τύχη της πόλης, της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδας.
Related products
Το Θέατρο της Ιστορίας
Το βιβλίο αυτό, όπως κάθε βιβλίο, είναι προϊόν συνεργασίας. Τα κείμενα έγραψε η Άννα Βιδάλη και ο Θανάσης Παπιώτης έκανε τα σχέδια. Όμως συμμετείχαν κυρίως σ’ αυτό οι γυναίκες και οι άνδρες που κατέθεσαν τις ιστορίες τους.
Αποτελείται από τρία μέρη.
– Το πρώτο ασχολείται με το θέατρο και το τι σημαίνει για μια κοινότητα να διαλέγει και να ανεβάζει ένα θεατρικό έργο. Τη σχέση που έχουν μεταξύ τους οι ηθοποιοί και οι θεατές, οι διάφοροι άλλοι παράγοντες της θεατρικής παράστασης.
– Το δεύτερο μέρος αφορά τις γυναίκες και το πώς βιώνουν διάφορους σταθμούς στη ζωή τους: την παιδική ηλικία, την εφηβεία και το επάγγελμα.
– Το τρίτο μέρος αφορά την Ιστορία, ιδιαίτερα μια Ιστορία που έχει τραυματικές επιπτώσεις σ’ αυτούς που την βιώνουν. Το τραύμα και τις θλιβερές συνέπειές του στη μετέπειτα ζωή, το πετρωμένο πένθος και τη διεργασία του πένθους.
Οι Ταβέρνες της Παλιάς Θεσσαλονίκης
Από τον Μεσαίωνα ακόμα, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, τα χάνια, τα χαμαιτυπεία και οι ταβέρνες βρίσκονταν έξω από τα τείχη των πόλεων, κοντά στις πύλες. Όταν εξέλιπε η ανάγκη της προστασίας των πόλεων με τείχη, τα ευαγή αυτά ιδρύματα μεταφέρθηκαν μέσα σης πόλεις και κατά προτίμηση στις αγορές, εκεί που κυκλοφορούσε πολύς κόσμος. Στην αρχή τα χάνια ήταν συνάμα και μπουρδέλα και ταβέρνες, αλλά με τον καιρό οι καινούριες συνθήκες ζωής επέφεραν το διαχωρισμό τους. Τα μπουρδέλα έμειναν έξω από τις πόλεις, τα χάνια άρχισαν να λειτουργούν στις ακραίες συνοικίες, πάντοτε όμως κοντά στις οδούς επικοινωνίας της πόλης με την ύπαιθρο, και οι ταβέρνες στα πιο πολυσύχναστα μέρη των αστικών κέντρων.
Εδώ στη Σαλονίκη οι πιο πολλές ταβέρνες βρίσκονταν στο Βαρδάρη και, όπως αναφέρει ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή που πέρασε από την πόλη μας στα 1668, υπήρχαν τότε στη Σαλονίκη τριακόσιες σαράντα οκτώ ταβέρνες και καπηλειά. Στις αρχές του 19ου αιώνα σ” όλο το μήκος της οδού που θα ονομαστεί αργότερα Εγνατία υπήρχαν υπόγειες ταβέρνες, που σ” αυτές έπιναν τα ρακιά τους οι Τούρκοι για να μη τους βλέπουν οι ραγιάδες. Για τις ταβέρνες που ήταν γύρω από την Καμάρα, η παράδοση αναφέρει ότι οι ιδιοκτήτες τους ξεμονάχιαζαν τους γενίτσαρους, τους μεθούσαν και τους έριχναν στους βόθρους. Θα πείτε: γιατί οι ταβερνιάρηδες, κατά κανόνα άνθρωποι αγαθοί, γίνονταν φονιάδες; Η αφόρητη τρομοκρατία που ασκούσαν οι γενίτσαροι και η εκμετάλλευση των χριστιανών είχε ξεπεράσει κάθε όριο και οι ραγιάδες, μη μπορώντας να τους πολεμήσουν τους Τούρκους μ” άλλο τρόπο, τους εξαφάνιζαν ρίχνοντάς τους στους βόθρους των μαγαζιών τους χωρίς ν” αφήνουν ίχνη.
Τι Απέγιναν οι Εβδομήντα Χιλιάδες Εβραιοι της Θεσσαλονίκης; Η Σιωπή είναι Αβάσταχτη
Η Ανριέτ Ασεό δεν έχει ζήσει τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Οι δικοί της πάλι, δεν της μιλούν καθόλου για το τι έγινε τότε. Σιγά σιγά, μεγαλώνοντας, ανακαλύπτει την αλήθεια. Μόνο μετά από χρόνια φτάνουν οι επιζήσαντες των στρατοπέδων σ’ ένα σημείο, στο οποίο η σιωπή είναι αβάσταχτη.
Σ’ αυτό ακριβώς το συμπέρασμα καταλήγουν οι συγγραφείς Χόρχε Σεμπρούν και Ελί Βίζελ, που συζητούν το έτος 1995. Πριν από πενήντα χρόνια, ήταν και οι δυο κρατούμενοι στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μπούχενβαλντ, ως αντιστασιακός ο πρώτος, ως εβραιόπουλο ο δεύτερος. Στη συζήτησή τους προσπαθούν να διασαφηνίσουν τι έζησαν, τι είδαν, τι ένιωσαν και τι κατάλαβαν.
Οι Κινηματογράφοι της Παλιάς Θεσσαλονίκης (1895-1944)
Το βιβλίο μνημονεύει τη σκοτεινή αίθουσα ως ένα από τα τρία στοιχεία απόλαυσης του σινεμά. Αποτελεί φιλόπονο συλλεκτικό έργο ενός πιστού του κινηματογράφου ως λαϊκού θεάματος και ντοκουμέντο ιστορικής έρευνας. Έχει την ψυχή του ευαίσθητου και αλκοολικού θεατή μέσα του και τη σωστική φροντίδα του “ανώνυμου” χρονικογράφου μιας εποχής απ’ έξω του. Αρχίζει με τη γενεαλογία των ονομάτων των αιθουσών της Θεσσαλονίκης. […] Παρεκβαίνει μετά προς την περιοχή των επιγείων θεοτήτων που πέρασαν κι από τη Θεσσαλονίκη “ωραίες και μοιραίες” για την παρηγοριά του λαού και τις στιγμιαίες εξάψεις του. Ρίχνει μερικές σκέψεις του στο χαρτί υπερασπίζοντας την παντομίμα. Παρακολουθεί τα πρώτα βήματα του ελληνικού κινηματογράφου, συμπληρώνοντας τις πληροφορίες του με χαριτωμένα σχόλια, κρίσεις και αναφορές. Τέλος, καταγράφει τις ταινίες που προβλήθηκαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1944. Με στοιχεία ξεθαμμένα από βιβλία ξένων στρατιωτικών, λευκώματα κυριών και σκόρπια φύλλα εφημερίδων. Την “υπόθεση” μερικών ταινιών απ’ αυτές την ιστορεί σαν παραμύθι. Ωσότου φτάνει στον Επίλογο με μιαν αίσθηση, θα λέγαμε, πληρότητας και κορεσμού του αφηγητή που έκανε το παν για να τροφοδοτήσει τη ροή του λόγου του με οποιοδήποτε υλικό μπορούσε να παρασύρει προς την εκβολή του. Μιλώντας περισσότερο παρά γράφοντας, ο Κώστας Τομανάς μπορεί να ονομαστεί ο λαϊκός κι εμπειρικός κοινωνιολόγος του σινεμά και συγχρόνως ο γνήσιος υπερασπιστής της κινηματογραφικής αίθουσας. (Νίκος Κολοβός, περιοδικό Διαβάζω, 25/5/1994)
Δρόμοι και Γειτονιές της Θεσσαλονίκης (μέχρι το 1944)
Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μέχρι τον θάνατό του, το 1993, ο Κ. Τομανάς, εκπαιδευτικός το επάγγελμα, στον τομέα των φυσικών και μαθηματικών επιστημών, συγκέντρωνε υλικό για τη ζωή στην παλιά Θεσσαλονίκη. Μετά θάνατον, ο γιός του, Β. Τ., ταξινομεί και εκδίδει κατά ενότητες αυτό το υλικό.
Ο πλέον ογκώδης τόμος αφορά τους δρόμους και τις γειτονιές της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για τη διήγηση της ιστορίας των δρόμων, όπως την φτιάχνουν πρόσωπα και κτίρια, σε μια περίοδο ογδόντα χρόνων. Ένα βιβλίο που, κατά την εκτίμησή μας, διαβάζεται επιλεκτικά, ίσως και γιατί, για τον μη Θεσσαλονικιό, ο φόρτος των πληροφοριών είναι μεγάλος. – Σε μια τέτοια επιλεκτική ανάγνωση, λ.χ., η οδός Εγνατία ξετυλίγεται ως μυθιστόρημα: “Στη γωνία με την οδό Πρασακάκη ήταν, και εξακολουθεί να είναι, το μέγαρο του ποιητή Τάκη Βαρβιτσιώτη, που στο ισόγειό του λειτουργούσε το περίφημο καφενείο Χρυσούν Απίδιον. Πριν από την πυρκαγιά του 1917, στη διασταύρωση των οδών Αγίας Σοφίας και Εγνατίας ήταν το σπίτι των πέντε Παπουλιάδων, του Γρηγόρη, του Αλέκου, του Αριστοτέλη (διάσημων χασομέρηδων της εποχής), του Φωκίωνα (που έπαιζε βιολί και διορίστηκε καθηγητής στο Κρατικό Ωδείο το 1916) και του Γιώργου (που ήταν ποιητής.). Θα αναφέρουμε μόνο δυο στίχους, που μας διάβασε με δόση ειρωνείας ο καθηγητής μας των Νέων Ελληνικών Πέτρος Σπανδωνίδης: Τικ-τακ το ωρολόγιον, τικ-τακ και ο σφυγμός μου / και όταν παύσει το τικ-τακ, απέρχομαι του κόσμου. Στη θέση του σπιτιού των Παπουλιάδων χτίστηκε ένα μέγαρο, που στο ισόγειό του εγκαταστάθηκε το φαρμακείο του κυρ Γαβριήλ Πεντζίκη”. (Μάρη Θεοδοσοπούλου, Η ΕΠΟΧΗ, 25/1/1998)