Ελληνική Λογοτεχνία-Πεζογραφία

Προς το Παρόν Υγειαίνω

Ένας δωδεκάχρονος εσωτερικός μετανάστης το 1912, στη χώρα που γεννήθηκε, αγωνιά να προσδιορίσει την ταυτότητά του. Είναι Έλληνας χριστιανός σε ξένη χώρα, είναι Οθωμανός, Έλλην το γένος και Χριστιανός το θρήσκευμα; Ποιας χώρας το όπλο θα κρατήσει; Υπαρξιακά ερωτήματα, που προσπαθούν να βρουν απάντηση. Ένας αγιορείτης καλόγερος, σχοινοβατεί μια ολόκληρη ζωή ανάμεσα στη βαθιά πίστη και αφοσίωσή του στην Παναγία και στο ακατασίγαστο πάθος του για τη γυναίκα και τον έρωτα. Ένας παλαίμαχος ναυτικός, κατασκευάζει μια πλώρη στο βουνό για σπίτι του, κατάντικρυ σ’ αυτήν που του πήρε και του τα ’δωσε όλα, τη θάλασσα. Ένας νέος αριστερός δικηγόρος χάνει αναπάντεχα μέσα από τα χέρια του μια μεγάλη κομματική και επαγγελματική επιτυχία. Σκλαβωμένοι στους Γερμανούς χωρικοί προσπαθούν μέσα από λογοκριμένα γράμματα να επικοινωνήσουν με τα ξενιτεμένα και χαμένα αδέρφια τους. Βαθιά ανθρώπινες ιστορίες, που περνούν δίπλα μας χωρίς καν να τις υποπτευόμαστε.

Ρετούς – Το Τρυφερό Χάδι του Ψέματος

Φασίστα!
Εγώ… φασίστας;
Κι εγώ φασίστας;
Μήπως;
Ρετούς είναι όρος της φωτογραφικής τέχνης. Είναι το ανάλαφρο άγγιγμα του φωτογράφου με καλοξυσμένο μολύβι πάνω στο αρνητικό που διορθώνει τις λεπτομέρειες, τις απροσεξίες στους φωτισμούς, τις μικρές ασέβειες του χρόνου στα πρόσωπα. Ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας, το τρυφερό χάδι του ψέματος πάνω στην αλήθεια.
Το ΡΕΤΟΥΣ αφηγείται τη γέννηση ενός ιστορικού φωτογραφείου της Θεσσαλονίκης στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Ακολουθεί τους ανθρώπους του -δύο δίδυμους αδελφούς- και την εξέλιξή τους μέχρι το σήμερα: άνοδος, ακμή, παρακμή και πτώση. Την περιπέτεια της αυτογνωσίας άλλοτε μέσα από τις νοσταλγικές επιστροφές και άλλοτε μέσα στο καθαρτήριο του τραγικού. Την ανάγκη των ανθρώπων να μεταμφιέζονται για να φωτογραφηθούν, και όχι μόνο, σ’ έναν εαυτό διαφορετικό από τον δικό τους, από επιθυμία να παραστήσουν κάτι που δεν είναι.
…Μια παρατεταμένη μεταμφίεση πολλών χρόνων, δεκαετίες με μασκαρέματα όχι τόσο αθώα όσο τα αποκριάτικα, κάλυψαν τη μούχλα, τον βολεμένο συντηρητισμό, τις συνενοχές και τον ενδόμυχο φόβο, κυρίως αυτόν, μήπως εμείς μείνουμε έξω από το παιχνίδι…

Σαραμπάντα

Δεν είμαι καμιά μηχανή παραγωγής θετικότητας.
Έχω ένταση, έχω δυσαρέσκεια, έχω δυσθυμία, κάνω αρνητικές σκέψεις, θα τους έλεγε.
Τώρα κοιτάει από το μπαλκόνι την πινακίδα που αναβοσβήνει στο ψαράδικο απέναντι, στη λεωφόρο. «Σας ψήνουμε και σας τηγανίζουμε μόνο με 4 ευρώ το κιλό, ο ψαράς της οικογένειας» και χαμογελάει. Να αφιππεύσει από το καλάμι της, να μπορούσε να αρκείται σε ό,τι έχει, θα της έλεγε ο πατέρας της, καλή του ώρα. Πέφτει πάλι με το κεφάλι στη μαύρη τρύπα της κακοδαιμονίας, ανάμεσα σε ανεξέλεγκτες φωτιές και σε έκτακτα δελτία κάθε τόσο για επιδείνωση, μπουρίνια και πάλι νέα πρόγνωση. Γκρινιάζει και δυσανασχετεί, και πού να πάει κανείς με τον καύσωνα, στα θερινά είχε δει τις περισσότερες ταινίες κι εξ άλλου οι καρέκλες ήταν άβολες, και τα κουνούπια έκαναν πάρτι, και οι φίλοι δεν επιθυμούσαν καμία έξοδο, προτιμούσαν κλεισμένοι σαν τα ποντίκια να βλέπουν σειρές και να παραγγέλνουν πίτσες, παρ’ όλη την άνωθεν σύσταση να είναι φειδωλοί στις παραγγελίες με τις εργασιακές σχέσεις για κλάματα και τους εργαζόμενους όμηρους να αλωνίζουν με τα μηχανάκια στην καυτή πόλη.

Σκουλαρίκι στη Μύτη

Στο νησί, στα ενοικιαζόμενα αραχτοί -πόσα χρόνια πριν;- κι από το διπλανό δωμάτιο είχαν ακούσει για πρώτη φορά εκείνο το γέλιο να πιάνει όλο τον χώρο, να εξαπλώνεται -καλοκαιράκι απόγευμα και τα παράθυρα ανοιχτά- παραδεισένιο. Ερχόταν απ’ αλλού, αισθησιακό, ναρκισσευόμενο και κυκλογύριζε και ξεσπούσε ασυγκράτητο όλο εκρήξεις κι όλο δυνάμωνε σα να διηγιόταν μια ιστορία που κάποτε όλοι γνωρίζανε και με τον καιρό την είχανε ξεχάσει, κι ήταν γι’ αυτό έτσι βουτηγμένοι στην κατήφεια. Γέλιο νέας γυναίκας που αγκάλιαζε όλο το απόγευμα, το τετράγωνο, την πόλη. Ποια ήταν; Ήταν ευτυχισμένη με τόσο λίγα ή μήπως με πολλά; Της έδιναν πολλά αυτηνής, έναν απόλυτο έρωτα ίσως, μια τέτοια τελειότητα που αυτοί από καιρό είχαν πάψει να ονειρεύονται. Ήταν μήπως μια ξένη γυναίκα, μια μετανάστρια, μαθημένη με δυσκολία να κερδίζει τη ζωή και γι’ αυτό έτοιμη να αναγνωρίσει τη χαρά και να την υποδεχτεί όπως της πρέπει; Ήταν ένα νεαρό σαχλό κορίτσι που είχε δεχτεί το πρώτο ερωτικό φιλί και χαίρεται φιλάρεσκη με τον νεαρό εραστή πρωτόγνωρα αγκαλιάσματα και χάδια, θέλει να του αρέσει, δεν τον χορταίνει, κάτι τέτοιο; Ή μήπως πάλι είχαν βρεθεί ξανά -χαμένοι για χρόνια- κλεισμένοι σ’ ένα δωμάτιο οι παλιοί εραστές να διηγούνται ο ένας στον άλλο τη ζωή που έζησε ο καθένας χωρίς τον άλλο, τι άδικες, χαμένες, μάταιες ώρες προσπαθώντας να ταιριάξουν με το λάθος ταίρι, χωρίς κατανόηση ή διορατικότητα, χωρίς διαίσθηση ή πάθος, χωρίς να μπορούν ή να θέλουν να δώσουν και να πάρουν ικανοποίηση όπως αυτοί ήξεραν κάποτε.

Σταυραδέρφια

“Με τον εφηβικό μας ενθουσιασμό και τη γοητευτική παρορμητικότητα της νιότης, συνεπαρμένοι από τον ηρωισμό των αγωνιστών της ελευθερίας που έδιναν υποσχέσεις αμοιβαίας υποστήριξης με την αδερφοποίηση, επισφραγίσαμε τη φιλία μας χαράσσοντας μια μέρα στο νησάκι στα Γιάννενα τους καρπούς των χεριών μας και αναμειγνύοντας το αίμα μας.” Ο Τέλης και ο Δήμος, δύο έφηβοι μαθητές, γίνονται αδερφοποιτοί και ορκίζονται παντοτινή πίστη, φιλία και αλληλοστήριξη-“…η ζωή μου ζωή σου και η ψυχή μου ψυχή σου”. Όμως, τα γεγονότα που συντάραξαν την Ευρώπη τον εικοστό αιώνα και τα σύνορα που έβαλαν οι νικητές με το μοίρασμα του κόσμου -σύνορα που χώρισαν ανθρώπους, διέλυσαν οικογένειες, ακύρωσαν προοπτικές και φιλοδοξίες- επηρέασαν την εξέλιξη της ζωής των δύο σταυραδερφών. Ο καθένας διέγραψε τη δική του πορεία, την πορεία που του χάραξαν τόσο οι ανελέητες δυνάμεις της Ιστορίας όσο και ο χαρακτήρας του.

Τα Σκαρπίνια

Μικρές ιστορίες, επεισόδια καθημερινά, παλιές αφηγήσεις και η νοσταλγία της παιδικής αθωότητας, με φόντο και πρωταγωνιστή τον κόσμο του μόχθου, δομούν ανεπαίσθητα, με διάθεση πότε σαρκαστική και παιγνιώδη, πότε οργισμένη, το περίγραμμα του ευαίσθητου μικρόκοσμου των έντεκα διηγημάτων της συλλογής “Τα σκαρπίνια”.
Έντεκα διηγήματα ενός πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα, που επαληθεύουν αυτό που έγραψε ο Αντόνιο Γκράμσι: «Αν δεν μπορείς να κατανοήσεις πραγματικούς ανθρώπους, δεν μπορείς να διακρίνεις τι έχει γενική αξία.»

Τα Χρωματιστά Κουβαράκια του Ρέμπραντ

Η Ιωάννα Κοιτά ξεκινά μαθήματα ζωγραφικής με τον εικαστικό Λουκά Λυτούδη. Μέσα από τα συναρπαστικά μαθήματα αναδύεται απαλά η ιστορία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Το κείμενο το διατρέχει ένα φαντασμαγορικό γαϊτανάκι από τυρκουάζ της Κνωσού, φτερωτά κίτρινα, στιβαρά μπλε της Αμοργού. Το λιονταράκι του Λεονάρντο, ο γλυπτός πιτσιρίκος της πλατείας Ναυαρίνου παρελαύνουν μαζί με ζαβολιάρικα ζιγκ-ζαγκ και κατακόκκινες μπάλες αγάπης. Παράλληλα αναπτύσσεται μια σχέση φιλίας, που μεταμορφώνει την Ιωάννα, η οποία περιπλανιέται στην πόλη συνδέοντας με τη ματιά της τη σχέση της ζωγραφικής με τον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά του.
“Ιωάννα, παιδί μου, μη χάνεσαι στους λαβυρίνθους της σκέψης, μπες στη ζωγραφική σαν να μπαίνεις σε ένα ανθισμένο λιβάδι του Πουσέν!”
“Ω, ναι, δάσκαλε. Θα μπω σαν μικρή, θρασεία παιδίσκη που κάνει τούμπες στο χορτάρι και τραβάει από τα αυτιά τα σγουρόμαλλα αρνάκια. Κάπως σαν τη μικρή Λουλού, που έχει κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο. Θα την ξέρετε. Από τα καρτούν.”
“Βέβαια και την ξέρω. Μπες έτσι, λοιπόν. Σαν τη μικρή Λουλού.”
“Πολύ ευχαρίστως! Διότι στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των Ουρανών και ο ζωγραφικός παράδεισος!” απάντησε αμέσως εκείνη κρατώντας στα χέρια της ένα σωληνάριο κίτρινης τέμπερας.

Ταξιδεύοντας στις Θάλασσες του Κόσμου

Στις 29 Ιουνίου του 2016 το Atlantic βρισκόταν πλαγιοδετημένο σε έναν ντόκο του λιμανιού της Goa, εγκαταλελειμμένο από τους τελευταίους πλοιοκτήτες του.
Λόγω του επικρατούντος μουσώνα, από την κακοκαιρία μισό βούλιαξε και παραμένει κολλημένο στη λάσπη.
Τι κρίμα, έρχονται στα όνειρά μας τα άσπρα του χρώματα στο ακομοντέσιο που άστραφταν από τις ακτίνες του ηλίου, σε αντίθεση με το κόκκινο χρώμα στις γάστρες του.
Φανταστικές αναχωρήσεις από τις Μπαχάμες τις ώρες του ηλιοβασιλέματος για άλλα εξωτικά νησιά γεμάτα τροπικά λουλούδια, όπου ερωτευμένα κορίτσια με κίτρινα παρεό ακουμπώντας σε φοινικόδεντρα περιμένουν τους αγαπημένους τους. Νησιά χωρίς ονόματα που, όμως, υπήρχε η δυνατότητα να χαραχθεί πορεία ακόμη και για το νησί που, όπως λέει ο Γκαλεάνο, όσο το πλησιάζεις απομακρύνεται.

Τελετουργικά και Τελευταία

Έξι μικρά πεζά, χωρισμένα σε δύο ενότητες. Δείγμα γραφής: Το επιμύθιο της διάσπαρτης μετάλλαξης, η παλμική συνεύρεση στης υπερουσιότητας την κράση, το συμμιγές των υλικών σε τρυφερή ενιαία σύσταση, χαϊδολογούσανε την αύρα των παρισταμένων με άφατα μίας πρωτόπλαστης γαλήνης ενθυμήματα, και με τα ψήγματα της ‘Αχρονης Συνείδησης. Και αποσπειρούντο και εκτείνονταν και απέφευγαν, και συμμετείχαν στο κοινώνημα διαρκώς.

Το Άλγος της Αφής. Αναβαθμοί και Στάσιμα.

[από το “Δεύτερο στάσιμο”:] Ομοφωνία αναπνοής των υπνούντων, ανάσες που αγνοεί, που η διαδοχή των ημερών τις διαψεύδει, δηλητήριο που μολύνει τις μέρες. Η ματιά ακινητεί στη νοητή καμπύλη των κορυφών χωρίς να βλέπει τα κυπαρίσσια. Ένας αγέρας ανάμεσα στα κλαριά. Το όνειρα μόχθος της μέρας, κινήσεις άλλων, διαδρομές, τοπία και σπίτια. Δεν περιμένει απ’ τις ημέρες που αποσύρονται δεν εμπιστεύεται τα ρολόγια. Ρείθρα αντίθετα απ’ της καρδιάς τη λαχτάρα σπρώχνουν, απωθούν τα πράγματα. Δεν βρίσκει γιατρειά στα παρόντα. Ποιό το πρόσωπο που πέρα από τα όνειρα ταξιδεύει; […] [από το “Τρίτο στάσιμο”:] Καθρεφτίσματα οι μορφές νους και ψυχή ανιχνεύοντας ξεδιαλύνουν. Τα πράγματα ονείρων διδαχή. Το παρελθόν αγέννητο, νεκρό το μέλλον ξαπλωμένος ακίνητος αναμοχλεύοντας το παρόν. Η έλλειψη και η έφεση και η μνήμη των λόγων στην ψυχή συνευρίσκονται. Άρτος ζωής ο παρέχων τον άρτον. Η σπονδυλική στήλη περιδέραιο μαργαριταριών τα μπράτσα παράλια επιπλέοντα οι φωλιασμένοι στην καρδιά λογισμοί ταξίδι στων ποταμών τα συστήματα σιγής πολυφθόγγου ομίλημα “Δεύρο προς τον Πατέρα”.

Το Αλογάκι της Παναγίας

Το βιβλίο ξεκινάει με τα γράμματα του φίλου-αγαπημένου, στρατιώτη, υποδηλώνοντας μια σχέση πλησιάσματος και απομάκρυνσης. Μέσα απ’ αυτήν την αλληλογραφία – όπου γνωρίζουμε μονάχα τις επιστολές του νέου – εμφανίζεται η στρατιωτική ζωή της εποχής, γύρω στο 1975, και ο τρόπος που αντιμετωπίζει τον εαυτό του και το περιβάλλον του ο επιστολογράφος καθώς και τις επιδιώξεις και τα σχέδιά του για το μέλλον. Παράλληλα μας αποκαλύπτεται, μέσω της νεανικής του ματιάς, η προ-στρατιωτική του ζωή, εικόνες της δεκαετίας του ’70, ζωντανές, μάχιμες, όμως κυρίως η ανολοκλήρωτη σχέση , η διαφορετικότητα των αλληλογράφων που δεν εστιάζει στον άλλον κάνοντας την επαφή να ολισθαίνει. Ο Άγγελος, ο γράφων, παρ’ όλη την θετική του προσέγγιση, δείχνει μια ανέμελη αντιμετώπιση στην ουσία της σχέσης. Μένει στον περίγυρο, αποφεύγει το κέντρο. Η αλληλογραφία τελειώνει με την ασάφεια του μέλλοντός τους. (Μαρία Κουγιουμτζή, vakxikon.gr, Δεκέμβριος 2012)

Το Δίχτυ

Η μικρή θαλαμηγός ΕΙΜΑΡΜΕΝΗ, με τριμελές πλήρωμα, τον καπετάνιο και δύο γυναίκες, και έξι επιβάτες, τυχερούς ενός τηλεφωνικού διαγωνισμού, ξεκινά από τη Θεσσαλονίκη για μία μαγευτική κρουαζιέρα στη Σκιάθο. Ο καιρός προμηνύεται θαυμάσιος. Αλλά λίγο μετά τον απόπλου, αρχίζουν να συμβαίνουν αλλόκοτα περιστατικά. Ακολουθούν μία σειρά φόνοι… Ποιο φρικτό μυστικό κρύβουν οι εννέα επιβάτες της θαλαμηγού ΕΙΜΑΡΜΕΝΗ; Πού τους οδηγεί η ειμαρμένη, που τους έχει τυλίξει στο ατσαλένιο δίχτυ της;

Το Κάλεσμα της Ερήμου

Το βιβλίο αυτό έχει γραφεί σαν μυθιστόρημα. Η αναφορά του στο παρελθόν και στην επίμονη παρουσία του παρελθόντος στο εκρηκτικό παρόν, απευθύνεται στον αναγνώστη που έχει την επιθυμία να διαβάσει, να σκεφτεί και ν’ αποφασίσει. Στον ποταμό Ιερεμίακα, με το αραβικό όνομα Γιαρμούκ, έγινε το 636 μ.Χ. μια ιστορική μάχη που άλλαξε την πορεία της Ιστορίας και την αλλάζει έως και αυτήν τη στιγμή. Η σημερινή Δύση, ειδωλολατρική, Αναγεννησιακή, αλλά και μετά – μοντέρνα, δοκιμάζεται στα έσχατα όριά της στην Ανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή για την επιβίωσή της.

Έχοντας ανασυστήσει το αρχαίο κράτος του Ισραήλ και την Ελλάδα, κομμάτι μιας πανάρχαιας και δισυπόστατης παράδοσης Φυσιοκρατίας και Χριστιανισμού, η Δύση περιμένει περιδεής και αναποφάσιστη το μοιραίο. Διακυβεύοντας μέσα στον επιθανάτιο ρόγχο του Διαφωτισμού και της Επανάστασης την ίδια της την ιστορική παρουσία, βρίσκεται ανέτοιμη να κατανοήσει τα κύματα της ιστορικής έκρηξης των μαζών άλλων παραδειγμάτων τα οποία, επαναστατώντας κατά της ίδιας της μήτρας της έννοιας της Ιστορίας, θα επιχειρήσουν τη μητροκτονία. Έτσι, θα προσπαθήσουν να επαναφέρουν την αρχέγονη αταξία των πραγμάτων στην εν αρμονία και μέτρω τάξη της πορείας του ήλιου, απονέμοντας δικαιοσύνη σ’ όσους μέσα στην απορία τους θεμελίωσαν μια νέα Βαβέλ. Η αρχαία σοφία των προγόνων μεγάλων και περίλαμπρων λαών θα χαθεί μέσα στον μεγάλο κρότο της επιστήμης, η οποία άνευ αρετής έγινε και είναι μόνο πανουργία.

Ένα βιβλίο με πολυεπίπεδες τομές στον χρόνο, σε μιαεκρηκτική συγκυρία για το μέλλον της περιοχής και της πατρίδας μας. Ο συγγραφέας στοχάζεται σε βάθος ζητήματα που αφορούν στην ύπαρξη του ανθρωπίνου όντος, ενώ συγχρόνως αναλύει γεγονότα που καθορίζουν τις διεθνείς εξελίξεις. Αξίζει να διαβαστεί από όλους με την απαιτούμενη προσοχή. (Κώστας Μελάς, tvxs.gr, 26 Μαρτίου 2015)

Το Κάστρο της Νιφάδας

Οι δρόμοι για το Κάστρο της Νιφάδας ξεκινούν από παντού και τελειώνουν στο βάθος των οριζόντων, αν μπορείς να ονειρεύεσαι. Μα αυτό θα το μάθεις μόνο αν διαλέξεις να ζεις τη ζωή σου σαν παραμύθι, σαν τον τόπο των εκπλήξεων και της ομορφιάς, μέσα στον πόνο και στον χρόνο…

Το Καταφύγιο

Ο Γίρκα πάντα παραδεχόταν ότι ο χαρακτήρας είναι προϊόν κληρονομικών καταβολών και επιδράσεων, αλλά στην περίπτωση της Σάρρας πίστευε ότι οι επιδράσεις της αμερικανικής κοινωνίας ήταν καταλυτικές και προπαντός της καταναλωτικής κοινωνίας, που κατά τα τελευταία χρόνια του περασμένου αιώνα σάρωσε τα πάντα. Την κατέτασσε, λοιπόν, στα θύματα του άγριου καπιταλισμού, κι επειδή ήταν και πετυχημένη δικηγόρος, την κατηγορούσε ότι κουβαλάει σαν χαμάλης νερό στον μύλο του συστήματος. Αυτή αντιδρούσε λέγοντάς του ότι η ζημιά έγινε μέσα του σταγόνα-σταγόνα, ύπουλα, ανεπαίσθητα, ο υπαρκτός σοσιαλισμός τού εμφύσησε αυτές τις ιδέες κι έγινε έτσι μοχθηρός και φανατικός. Λέει πως είναι εναντίον κάθε ολοκληρωτισμού, υπέρ της δημοκρατίας και της ελευθερίας, κι όμως είναι έτοιμος ν’ ακολουθήσει κάθε αμφιλεγόμενη επανάσταση και ν’ αρχίσει πάλι απ’ την αρχή. Και ότι πίνει το καταπέτασμα. Η αλήθεια είναι ότι πίνει. ‘Οτι πίνει πολύ. Κανείς, όμως, δεν ρωτάει γιατί πίνει. Δοκίμασε να ζήσεις και να σκεφτείς μέσα σ’ αυτήν τη φρίκη, κι έπειτα τα λέμε. Τρελαίνεσαι και πας κατά διαβόλου. Η Σάρρα είναι μόνο «Πόσα βγάλαμε σήμερα», «Πού θα πάμε για βραδινό», «Τι ταγεράκι θα φορέσουμε αύριο», κι από κέρατα άλλο τίποτα. Ευτυχώς δεν κάνανε παιδιά. Ωραίο μάθημα θα παίρναν.

1 4 5 6