Ελληνική Λογοτεχνία-Πεζογραφία

Ο Ήλιος στη Δύση Αιμορραγεί

Σαράντα εικόνες συνθέτουν την ψυχολογία του Φώτη, οικονομικού μετανάστη στο Λονδίνο, και της Ειρήνης, που διεκπεραιώνει το διδακτορικό της στο Βερολίνο. Η ερωτική σχέση τους προσπαθεί να επιβιώσει μέσω skype.

Ο Στέφανος, κοινός φίλος, σε ρόλο καταλύτη στην ιστορία. Οι γονείς τού ενός εκπροσωπούν όλους όσοι μένουν πίσω, προσπαθώντας να συμφιλιωθούν με τις απουσίες και τα προσωπικά τους αδιέξοδα.

Κάθε εικόνα ένας κρίκος ανάμεσά τους, αλλά και μια αυτόνομη αφήγηση στο σύμπαν των βιωμάτων, των προβληματισμών και των συναισθημάτων.

Το τέλος απρόβλεπτο, αμφίσημο, αφήνει περιθώρια στους αναγνώστες να χαρίσουν με τη δική τους οπτική τη δική τους κάθαρση.

Ο Κοιτώνας

Μικρά πεζά κείμενα με εκρηκτικό λεκτικό πυρηνίσκο, ανταριασμένη γραφή καινοτόμων λέξεων και εξωκοσμικών λεκτικών συνδυασμών.
Δέσποινα Λέφα, η Λογοτέχνις με τον εκρηκτικό λεκτικό πυρηνίσκο, την ανταριασμένη γραφή των καινοτόμων λέξεων και των εξωκοσμικών λεκτικών συνδυασμών, που οδηγούν στην ρωγμή του αναμάρτητου οξειδωμένου λογισμού.
Ο γράφων προσπάθησε, επί ματαίω, να ανακαλύψει την ανωπαία ατραπό για προσπέλαση στα ακασικά αρχεία και εκείθεν στον αρχετυπικό ιδιορυθμό της συγγραφέως, προκειμένου να ανιχνεύσει το ενεργειακό της αποτύπωμα, στον χώρο του υπερβατικού παραλογισμού. Γρίφος τα ηλεκτροχημικά, τα οποία εκρήγνει το κυρίαρχο όργανο της νόησής της, για να μετασχηματισθούν σε φαιά ουσία, διατρέχοντας νευρώνες και νευροδιαβιβαστές, έως τις συνάψεις του αυτοκράτορα Νου. (από τον πρόλογο του Κωνσταντίνου Γεωργίου στην παρούσα έκδοση)

Ο Μάρκος στο Χαρέμι

Με τα φτερά της φαντασίας ταξιδεύουμε στα σουλτανικά παλάτια της οθωμανικής Σταμπούλ επί δυναστείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, του Νομοθέτη. Η παντοδύναμη μητέρα του, η μεγάλη βαλιδέ-σουλτάνα, ελληνικής -υποτίθεται- καταγωγής, στα πλαίσια της φιλελεύθερης πολιτικής που επιχειρεί να εφαρμόσει στο χαρέμι, προσκαλεί από την Αθήνα τον ρεμπέτη Μάρκο Βαμβακάρη με την ορχήστρα του για να διασκεδάσει τις αιχμάλωτες χανούμισσες. Ο Μάρκος με το μπουζούκι του και με τη συνοδεία του Σταύρακα φτάνει στην Πόλη, όπου του γίνεται θερμή υποδοχή στο σαράι, αλλά, μετά τη γνωριμία του με τις γυναίκες του χαρεμιού, αποφασίζει την απαγωγή και την απελευθέρωσή τους με τη συνεργασία του Καραγκιόζη, που εκτελεί χρέη υπηρέτη της βαλιδέ. Η συνωμοσία αποκαλύπτεται από τους συνεργάτες της βαλιδέ-χανούμ, τον Μορφονιό και τον αρχιευνούχο Χαντούμ-αγά, με αποτέλεσμα τη σύλληψη των συνωμοτών. Η βαλιδέ προτίθεται να τους τιμωρήσει όλους παραδειγματικά, αλλά υποχωρεί έπειτα από τις παρακλήσεις και τις εξομολογήσεις του Βαμβακάρη και του Καραγκιόζη, τους συγχωρεί και τους στέλνει μαζί με τις ελεύθερες πλέον γυναίκες του χαρεμιού στην Ελλάδα.

Ο Μοναχικός Μεταφράστης

Θυμόταν την έντονη έκπληξή της όταν τον αντίκρισε στη Μαρίενπλατς, τη μεγάλη αγωνία που τον είχε κυριεύσει κατά την πρώτη της επίσκεψη στο φοιτητικό του δωμάτιο, το χαρούμενο γέλιο της στις εκδρομές που έκαναν με το αυτοκίνητό της, τα πολλά ταξίδια του στο Μόναχο και τα καυτά δάκρυα που έλουζαν το πρόσωπό της κάθε φορά που την αποχαιρετούσε, την ανείπωτη χαρά της όταν της ανακοίνωσε την πρόσληψή του από τη “Suddeutschland”, τις πολύωρες συζητήσεις για το μέλλον τους.

Ο Παράξενος Επισκέπτης

Πολλές φορές το σούρουπο,κοίταζε από το παράθυρο στο βάθος του ορίζοντα και οραματίζοταν σμήνη φτερωτών αγγέλων να ξεχύνονται από τον ουρανό,μόλις έπεφτε η μάυρη νύχτα,και με αστραπιαία ταχύτητα και μουσική υπόκρουση που θύμιζε τη Βαλκυρία του Βάγκνερ,να κατακλύζουν τη γη και να τιμωρούν,άλλοι τους φονιάδες και τους βασανιστές,αλλοι τους βιαστές και τους παιδεραστές,αλλοι τους υβριστές και τους συκοφάντες, και μια μεγάλη ομάδα τους λαοπλάνους και φάυλους πολιτικούς.

Ο Φόνος Θέλει Τέχνη

Όπως όλες οι σημαντικές πόλεις του πλανήτη, απέκτησε πια και η Θεσσαλονίκη τον δικό της διώκτη του εγκλήματος. Η πόλη με την μακραίωνη ιστορία και παράδοση, με το σημαντικό λιμάνι, σταυροδρόμι λαών και πολιτισμών, κόμβος επικοινωνίας εθνών και ηπείρων, αποκούμπι προσφύγων, στίβος πολιτικών αγώνων, η πόλη των αντιθέσεων και της ανεργίας, η πόλη στην οποία συρρέουν και συμβιώνουν λογής λογής άνθρωποι χρειαζόταν τον δικό της ντετέκτιβ· και τον απέκτησε: είναι ο ποινικολόγος Ανδρέας Αναγνώστου. Σ’ αυτή τη σειρά βιβλίων, ο Αναγνώστου θα μας γοητεύει και θα μας συναρπάζει με τις διηγήσεις του. Θα μας χαρίζει βαθιά συγκίνηση και ανείπωτη τέρψη, καθώς θα τον παρακολουθούμε, με κομμένη την ανάσα, να εξιχνιάζει δύσκολα εγκλήματα με εφόδια τη λογική, τη δυνατότητα μαθηματικής προσέγγισης των προβλημάτων, τη γόνιμη φαντασία του, αλλά και το πάθος του για το δίκιο και την αλήθεια. Παράλληα θα μας ξεναγεί και θα μας γνωρίζει την πόλη και τους θησαυρούς της, τους ανθρώπους της και τους καημούς τους· και, κάθε τόσο, θα μας παίρνει μαζί του στις ανεπανάληπτες θαλασσινές εξορμήσεις του και θα μας αποκαλύπτει τα μυστικά της ψυχής του, μα και της ψαρικής και της μαγειρικής.
Τα δώδεκα διηγήματα του τόμου αυτού αποδεικνύουν ότι και Ο φόνος θέλει τέχνη.

Οι Αλκυόνες Γεννούν το Καλοκαίρι!

Καλοδιάβατες οι ισιάδες της ζωής.
Τα κότσια του καθενός μετριούνται στις ανηφοριές της.
Κάποιοι επιλέγουν να σταθούν γενναίοι.
Άλλοι, δειλοί ριψάσπιδες, τρέπονται σε φυγή
αποποιούμενοι ακόμη και την ιδιότητα του γονέα.

Οι Σκοπελίτες – Κωνσταντίνος Δαπόντες: Μύθοι / Παύλος Νιρβάνας: Νησιώτικα Διηγήματα

Οι δύο διάσημοι λόγιοι της Σκοπέλου :
Ο Καισάριος Δαπόντες και ο Παύλος Νιρβάνας. Εκτενείς βιογραφίες και κείμενά τους:
“Οι μύθοι” του πρώτου, και “Νησιώτικα διηγήματα”του δεύτερου.

Όλο Παράσιτα και Εμβατήρια στη Σαλονίκη

Η ιστορία δύο νέων φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, της Αυγής και του Νικόλα, που γνωρίζονται λίγο πριν το πραξικόπημα της χούντας των Συνταγματαρχών το 1967. Στο ταξίδι αυτό, που ξεκινάμε με όχημα τον έρωτα, συναντούν παλιούς κατοίκους της πόλης, γηγενείς και πρόσφυγες, αλλά και συνοικίες, δρόμους και πλατείες, μνημεία και σύμβολα, μπουάτ και ταβέρνες, καθώς και τον απόηχο από παλιές χαμένες επαναστάσεις και επαναστάτες.

Όνειρα και Οράματα

Η συλλογή Όνειρα και Οράματα περιλαμβάνει ένδεκα διηγήματα του φανταστικού και του μυστηρίου. Αναφέρονται στο ξάφνιασμα απέναντι σε ανεξήγητα γεγονότα του καθημερινού βίου, που ανατρέπουν την πραγματικότητα όπως τη γνωρίζουμε ή την αντιλαμβανόμαστε.
Είναι μια απάντηση στο αφόρητο του ρεαλισμού; Μία μεγέθυνση των επιθυμιών κόντρα στο ρεύμα που μας παρασύρει; Μια καταφυγή στο ανεξήγητο που εξηγεί ή δικαιολογεί συμπεριφορές και στάσεις που εναντιώνονται στο κυρίαρχο ρεύμα των κοινωνικών και ιστορικών καταναγκασμών;
Στη λογοτεχνία του φανταστικού, ο μετεωρισμός, ανακουφιστικός ή επώδυνος, για συμβάντα που δεν υπόκεινται ούτε σε φυσικούς νόμους ούτε σε κοινωνικές συμβάσεις, είναι το όργανο που δικαιολογεί το αναίτιο, σταματά ή επιταχύνει τον χρόνο για χάρη της διήγησης. Αν ο αναγνώστης διστάζει ανάμεσα στη λογική και στην υπερφυσική εξήγηση των γεγονότων, ο δισταγμός γίνεται μέθοδος, προπαίδεια στην αμφισβήτηση της αλόγιστης βεβαιότητας.

Πάντα Ξένοι

Το καλοκαίρι του 2015 στη Λέσβο έφταναν καραβιές προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυσαν τα πάντα. Η προκυμαία της Μυτιλήνης και όλες οι παραλίες του νησιού γέμισαν με χιλιάδες δυστυχισμένους ανθρώπους που ζητούσαν να ξεφύγουν από τον φόβο και τον αφανισμό που τους απειλούσε στις πατρίδες τους.
Τότε αναπτύχθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης, στο οποίο μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των Λεσβίων, που είχε ως αποτέλεσμα να προταθεί η Λέσβος, και κυρίως οι τρεις γιαγιάδες της Σκάλας Σκαμνιάς που απέσπασαν τον παγκόσμιο θαυμασμό, για το βραβείο Nobel Ειρήνης, που δυστυχώς δεν το πήραν.
Σταδιακά, όμως, από λίγους στην αρχή ανθρώπους, που πολλοί απ’ αυτούς θησαύριζαν από την παρουσία των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα ξενοφοβικό κίνημα με συνθήματα που ήθελαν να πείσουν τον κόσμο, και δυστυχώς έπεισαν πολλούς, πως όλοι αυτοί ήρθαν να μας αλλάξουν την πίστη, να ετοιμάσουν την υποταγή μας στην Τουρκία, να μας κλέψουν τις δουλειές μας. Οπότε θυμήθηκα αυτό που έγραψε ο Σεφέρης (πρόσφυγας κι αυτός) στο έργο του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη: “Έφυγαν απ’ τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι τέλος πάντων αποκρίνονται: “Ένα φράγκο το ποτήρι”. Κι ο πατέρας διηγείται: “Έφτυσα μέσα στο στόμα του παιδιού να το ξεδιψάσω”.
Αυτή η ελεεινή συμπεριφορά, μαζί και άλλες ιστορίες που άκουσα για την υποδοχή των προσφύγων στο νησί μου, με έκαναν να μετάσχω στον θρήνο της εκατονταετηρίδας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις προγονικές τους μικρασιατικές εστίες, γράφοντας λίγες ιστορίες γι’ αυτά. Απλώς για να θυμόμαστε όλοι.

Παραμύθια των Ρομά – Ε Πουρανε Μπροσα

«Είμαι Τσιγγάνος», της είπε ο βασιλιάς, «σ’ αυτόν τον τόπο έχω βαρεθεί τη ζωή μου. Εσύ που είσαι αγράμματη αλλά σοφή. Εσύ που είσαι πεντάφτωχη, αλλά έχεις ξάστερο και ακονισμένο μυαλό. Που δεν έχεις τίποτα, αλλά έχεις κέφι και καρδιά. Πες μου αν ξέρεις κάτι σημαντικό που να ξυπνήσει την ψυχή μου. Που να είναι στ’ αλήθεια όμορφο, χωρίς η ομορφιά του να σκανδαλίζει. Κάτι που να έχει το μυστικό άρωμα της αρετής, χωρίς τη συνηθισμένη βλακεία της διδασκαλίας. Κάτι που να είναι αληθινά σοφό και απλό, χωρίς ωστόσο τυλιγμένο στα φανταχτερά κουρέλια της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Κάτι που να είναι ευχάριστο σαν την καινούργια φιλενάδα αλλά όχι κουραστικό σαν τη σύζυγο. Ούτε βέβαια ανατριχιαστικό σαν την πεθερά. Κάτι που να σε μεθάει σαν το παλιό αγνό κρασί χωρίς να σου θολώνει το μυαλό. Κάτι που αρέσει στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, στους τίμιους όσο και στους κατεργάρηδες. Κάτι που να μη βάζει σε σκοτούρες τον βασιλιά και την κυβέρνηση. Ούτε και τον λαό σε αναταραχές. Κάτι που να γοητεύει. Ν’ αποκοιμίζει μωρά στα γόνατα της γιαγιάς τους. Ν’ αρέσει στ’ αγόρια όσο και στα κορίτσια. Να το ακούνε με την ίδια ευχαρίστηση οι άντρες όσο και οι γυναίκες, οι σπουδασμένοι, οι μυαλωμένοι όσο και οι ασπούδαστοι και οι αγράμματοι, οι ονειροπαρμένοι. Κάτι που για το χατίρι του να παρατάνε στη μέση τη δουλειά τους οι νοικοκυρές. Να αποξεχνάνε τα κορίτσια τη βαρέλα τους στη βρύση. Να λησμονούν το ψωμί τους στον φούρνο. Να αφήνουν να καίγεται το φαγητό τους στη φωτιά. Κάτι που να μαγεύει τις γριές και τους γερόντους. Να ακούγεται με την ίδια ξενοιασιά τόσο τη νύχτα όσο και τη μέρα.»
Τότε όλοι τριγύρω σώπασαν. Κρατάνε την αναπνοή τους. Θάμασαν τη σοφία του βασιλιά. Αλλά από μέσα τους σκέφθηκαν: «Ζητάει κάτι ο βασιλιάς, κάτι που δεν υπάρχει!»
Η γριά Τσιγγάνα Ταμάρα χαμογέλασε. «Κατάλαβα», είπε, «βασιλιά, τι ζητάς, ζητάς, πολυχρονεμένε μου αφέντη, να σου πω ωραία παραμύθια».

Περιμένοντας τη Λόλα

Υπάρχουν σταθερά δύο μπουκάλια κρασί στο ψυγείο. Η πιθανότητα η Λόλα να εμφανιστεί, με οδηγεί να φροντίζω πιο τακτικά το σπίτι. Χάρη στο ενδεχόμενο της Λόλας, καθημερινά σκουπίζω το πάτωμα, πλένω τα πιάτα και τα ποτήρια, αλλάζω τα σεντόνια, πετάω τα σκουπίδια, μαζεύω τα άπλυτα ρούχα. Κυλά ο καιρός, και δεν εμφανίζεται. Δεν παύει όμως το ενδεχόμενο της Λόλας να υφίσταται. Οι μέρες και οι νύχτες δείχνουν να ισορροπούν γύρω από αυτό το ενδεχόμενο. Ένα μεσημέρι η Λόλα με κάλεσε για καφέ.
Τη ρώτησα αν σκέφτηκε κάποιο βράδυ να μου στείλει ένα μήνυμα. Μου είπε πως συνέβη μια φορά να μου γράψει ένα μήνυμα και την τελευταία στιγμή το μετάνιωσε και το διέγραψε.
Κάπως έτσι είναι η δική μας επικοινωνία. Κωδικοποιημένες λέξεις, ελάχιστες, κι αυτές πολύ αραιά. Όμως είναι λέξεις που, αν γραφούν και κυρίως αν σταλούν, τότε αλλάζουν οι παλμοί και το σώμα απογειώνεται.

Περπατώντας στην παραλία

Η παραλία της Θεσσαλονίκης. Το χαρακτηριστικότερο τμήμα της πόλης. Έχουν γραφεί άπειρα κείμενα για την παραλία κι άλλες τόσες αναφορές έχουν γίνει σε βιβλία ιστορικά ή λογοτεχνικά.

Η παραλία δεν είναι καρτ-ποστάλ, δεν είναι αυθύπαρκτη, δεν είναι αυτόνομη.

Παίρνει ζωή από μας που την περιδιαβαίνουμε μαζί με τα προβλήματα, τη ματιά, τις προσδοκίες, την επικαιρότητά μας. Γι’ αυτό αλλάζει με το χρόνο. Δεν είναι ίδια, δεν είναι στατική.

Όπως σηματοδοτεί και η φωτογραφία του εξωφύλλου, υπάρχουν πολλές δεδομένες ή έτοιμες επιλογές για να προσεγγίσεις την παραλία. Υπάρχει, όμως, και η δυνατότητα να επιλέξεις τη δική σου εκδοχή. Ακόμα κι αν είσαι οριακά και μόνο εντός του κάδρου.

Πρίγκηπος, η πιτυούσα και η ερατεινή

Η Πρίγκηπος ή το Νησί, όπως την αποκαλούν οι Ρωμιοί της Πόλης, αποτελεί το σκηνικό στο οποίο ξετυλίγονται αυτήν τη φορά οι αναμνήσεις της συγγραφέως. Το παραδεισένιο νησί των καλοκαιρινών διακοπών στα πρώτα νεανικά της χρόνια. Μέρες χαράς και ξενοιασιάς, παρέες και αισθήματα, ποδηλατάδες και ψυχαγωγία, σε ένα νησί, το Νησί, που παρ’ όλο που αποτελεί μια μικρή και ασήμαντη κουκκίδα στον χάρτη, έφερε πάνω του, εκτός από τις μαγευτικές φυσικές του ομορφιές και το απερίγραπτο αρχιτεκτονικό κάλλος των αρχοντικών του, όλη την κοινωνική, πολιτιστική και θρησκευτική ζωή της Ρωμιοσύνης της Πόλης από τα χρόνια τα παλιά μέχρι τις τελευταίες της αναλαμπές.

Έτσι, το κουβάρι των αναμνήσεων, καθώς ξετυλίγεται, φέρνει αρχικά στο φως τις ευτυχισμένες μέρες της νεανικής ξενοιασιάς, της καλοκαιρινής ραστώνης. Στη συνέχεια, η αλληλουχία των συνειρμών ανασύρει από τα ταμεία της Μνήμης την τραγική ιστορία μιας προσφιλούς της οικογένειας που παραθέριζε στην Πρίγκηπο κατά τη χρυσή για την Ομογένεια εποχή των δεκαετιών του ’50 και του ’60. Στο δε τελευταίο μέρος η συγγραφέας επιχειρεί μια αναρρίχηση στην ψηλότερη κορφή της Πριγκήπου, στη μονή του Αγίου Γεωργίου του Κουδουνά, και μας μεταφέρει εικόνες παλιές, αλλά και του σήμερα, από το σημαντικότερο Προσκύνημα της Πριγκήπου, και ίσως και της Πόλης ολόκληρης.

Τελειώνει, δε, αυτήν την κατάθεση ψυχής με τη λεπτομερή αναφορά στο έργο του Εθνικού Ορφανοτροφείου της Πριγκήπου, που ερημώνει τώρα πια απέναντι από τον Άη Γιώργη τον Κουδουνά, και με την περιγραφή της προσωπικότητας και του έργου της τελευταίας διευθύντριας του Ορφανοτροφείου, της δασκάλας Μαρίκας Χάτσου.

(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

1 3 4 5 6