Το εκτόπισμα της λογοτεχνικής και, γενικότερα, πνευματικής παρουσίας του Ντίνου Χριστιανόπουλου στο μεταπολεμικό πολιτισμικό πεδίο είναι μεγάλο: ο Χριστιανόπουλος υπήρξε από τους πρωτεργάτες του ποιητικού ρεαλισμού, προσέχτηκε ως πεζογράφος, ως κριτικός και ως φιλόλογος, οι εικαστικές τέχνες και η μουσική δεν εξοβελίστηκαν από την άλω της δραστηριότητάς του και, επιπρόσθετα, η Διαγώνιος -το περιοδικό που εξέδιδε και διηύθυνε από το 1958 έως το 1983- διαμόρφωνε αλλά και καθρέφτιζε σημαντικές καλλιτεχνικές προτάσεις και εξελίξεις, ενώ υπήρξε χώρος έκφρασης και φυτώριο άνθισης ποιητών, πεζογράφων, κριτικών και φιλολόγων.
Η όλη πορεία του Χριστιανόπουλου υποβάλλει και μία συγκεκριμένη καλλιτεχνική και ιδεολογική πρακτική που βαθμιαία διαμορφώθηκε σε βιοθεωρία: εκδίωξη της λογοτεχνικής πόζας, επιδίωξη της έσχατης λεκτικής λιτότητας ως απεικάσματος της απλότητας σε κάθε πτυχή του βίου, προσπάθεια για ψηλάφηση του βιωματικού πυρήνα, αγάπη για το λαϊκό, το αφτιασίδωτο και γνήσιο, τόσο ως εν δυνάμει καλλιτεχνική μορφή όσο και ως ιδεολογικό περιεχόμενο. “Λόγος γυμνός”, λοιπόν, υποβλητικός και δραστικός, δηκτικός, σαρκαστικός και ενίοτε αυτοσαρκαστικός, που διερευνά απογυμνωμένος το βίωμα και δεν χαρίζεται σε κανέναν, γι’ αυτό και μερικές φορές πέφτει στην υπερβολή ή και στην αδικία. Ο απογυμνωμένος από κάθε λογής στολίσματα λόγος θεωρείται αρετή και τόλμη από τον Χριστιανόπουλο. δεν είναι τυχαίο ότι η έκφραση “λόγος γυμνός” αντλήθηκε από το κριτικό του δοκίμιο για την ποίηση του Μανόλη Αναγνωστάκη, στο οποίο ο απογυμνωμένος, ειλικρινής και δραστικός λόγος του ποιητικού ρεαλισμού θεωρείται “κουβέντα ανθρώπινη […] απόπειρα να πούμε αυτό που μας καίει, να εκφράσουμε τον καημό που μας τρώει”
Η Σχολή Μπάουχαους ιδρύθηκε αμέσως μετά τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στην Βαϊμάρη της αναστατωμένης Γερμανίας.
Με διευθυντές διαδοχικά, τον Βάλτερ Γκρόπιους, τον Γιοχάνες Μάγυερ και τον Μης βαν ντερ Ρόε έζησε, μετακομίζοντας στο Ντεσάου και στο Βερολίνο, μέχρι την ανάρρηση του Χίτλερ στην εξουσία το 1933.
Φιλοδόξησε να προχωρήσει την τέχνη και να την φέρει πιο κοντά στον απλό άνθρωπο (δίνοντας το βάρος στον σχεδιασμό αντικειμένων καθημερινής χρήσης), αλλά συντρίφτηκε από τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής.
Η τεχνοκρίτης και ιστορικός της τέχνης Εύα Φοργκάς παρουσιάζει στο βιβλίο της την συναρπαστική ιστορία αυτής της μεγάλης προσπάθειας, καταγράφει και αναλύει την εσωτερική και εξωτερική κατάσταση της σχολής, συγκρίνει το Μπάουχαους με άλλες αντίστοιχες σχολές της ίδιας εποχής και τονίζει, στο Επίμετρο, την επικαιρότητα του Μπάουχαους.
Με εισαγωγή του επιμελητή της Εθνικής Πινακοθήκης Μάνου Στεφανίδη και με επίμετρο της Εύας Φοργκάς για την ελληνική έκδοση.
Οι Μαγεμένες της Θεσσαλονίκης, πιο γνωστές με την ισπανοεβραική τους ονομασία Las Incantadas, ήταν ένα εντυπωσιακό σύμπλεγμα ανάγλυφων μορφών στην Αγορά της πόλης. Τις άρπαξε τον 19ο αι. ο Γάλλος Ε. Μίλλερ, που επονομάστηκε “Έλγιν της Θεσσαλονίκης”, και τις μετέφερε στη Γαλλία. Σήμερα εκτίθενται στο Μουσείο του Λούβρου. Από αφηγήσεις περιηγητών, που είδαν και περιέγραψαν το μνημείο, από μελέτες ιστορικών και αρχαιολόγων, από ανασκαφικά ευρήματα, ο συγγραφέας προβαίνει σε μια σφαιρική μελέτη του μνημείου: αναγνωρίζει τις αναπαριστώμενες μορφές, εξηγεί γιατί ειδικά αυτές περιλαμβάνονταν στο μνημείο, επιχειρεί να μας δώσει το κλίμα μέσα στο οποίο ανεγέρθηκε το μνημείο, το χρονολογεί και το τοποθετεί στη θέση που κατείχε στη Θεσσαλονίκη.
Ο ρώσος πρίγκιπας Πιοτρ Κροπότκιν (1842-1921) ήταν από τους γνωστότερους αναρχικούς του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα. Από υπασπιστής του τσάρου κατέληξε στη φυλακή. Δραπέτευσε από εκεί και έζησε στην Αμερική, στην Ελβετία, στη Γαλλία και στην Αγγλία. Επέστρεψε στη Ρωσία μετά την Ρωσική επανάσταση του 1917 και πέθανε εκεί.
Τα έργα του, που πραγματεύονται θεωρητικά και πρακτικά ζητήματα, καλύπτουν όλο το επιστητό και διαβάστηκαν και διαβάζονται από αναρχικούς και μη σε ολόκληρο τον κόσμο.
Τα κείμενα του βιβλίου εμφανίστηκαν σαν μία σειρά άρθρων που δημοσιεύτηκαν από το 1888 μέχρι το 1890.
Γράφει ο Νόρμαν Κον: Το αρχικό νόημα της λέξης «χιλιασμός» ήταν στενό και ακριβές. Ο χριστιανισμός είχε ανέκαθεν μιαν εσχατολογία, με την έννοια ενός δόγματος που αφορούσε στις «τελευταίες ημέρες». Ο χριστιανικός χιλιασμός ήταν απλώς μια παραλλαγή χριστιανικής εσχατολογίας. Σύμφωνα με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, μετά την Δευτέρα Παρουσία, ο Χριστός θα ιδρύσει στη γη ένα μεσσιανικό βασίλειο και θα βασιλεύει επί χίλια χρόνια πριν από την Έσχατη Κρίση. Πιο πρόσφατα, οι ανθρωπολόγοι και οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιούν τη λέξη «χιλιασμός» για να περιγράψουν έναν συγκεκριμένο τύπο σωτηριολογίας, που είναι συλλογική, επίγεια, επικείμενη, συνολική και θαυματουργή. Μ’ αυτό το νόημα την χρησιμοποιώ στο βιβλίο μου, στο οποίο πραγματεύομαι τις αιρέσεις του Μεσαίωνα.
Το βιβλίο του Κροπότκιν αποτελεί την κοινωνική ιστορία μίας ολόκληρης εποχής. Ο συγγραφέας μάς αφηγείται πώς ένας πρίγκιπας και υπασπιστής του τσάρου έφτασε να γίνει επαναστάτης και αναρχικός.
Οι αναρχικοί είναι εχθρικοί προς όλες τις θρησκείες (άρα και προς τον χριστιανισμό), αλλά και οι ευσεβείς χριστιανοί φρικιούν με την αναρχία, πηγή αταξίας και άρνησης των καθιερωμένων εξουσιών. Αυτές ακριβώς τις απλές και ακλόνητες βεβαιότητες προτίθεμαι ν’ αμφισβητήσω εδώ. Είμαι πολύ κοντά σε μια μορφή αναρχισμού και πιστεύω ότι ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός. Αλλά σ’ ένα σημείο θα διαχωρίσω τη θέση μου από έναν γνήσιο αναρχικό: ο γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω. Μ’ άλλα λόγια, εκτιμώ ότι η μάχη του αναρχισμού, ο αγώνας προς την κατεύθυνση μιας αναρχικής κοινωνίας είναι ουσιώδης, αλλά η πραγματοποίηση αυτής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Νομίζω ότι η ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσία και χωρίς θεσμούς εδράζεται στην πίστη πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και τον διαφθείρει η κοινωνία. Στην ακραία περίπτωση λέμε: “Οι κλέφτες υπάρχουν επειδή υπάρχει η αστυνομία, αν καταργήσουμε την αστυνομία, η κλοπή θα εξαφανιστεί”. Οπωσδήποτε, η κοινωνία παίζει μεγάλο ρόλο στη διαστρέβλωση του ατόμου: είναι πάρα πολύ αυστηρή και καταπιεστική, άρα ο άνθρωπος πρέπει με τον άλφα ή βήτα τρόπο ν’ “αποσυμπιέζεται”, συχνά με βίαιες ενέργειες και φόνους. Σήμερα, η διαστρέβλωση του ανθρώπου στη Δύση γίνεται αλλιώς: βασικό ρόλο παίζουν η διαφήμιση που ωθεί τον άνθρωπο στην κατανάλωση (άρα στην κλοπή, αν δεν έχει χρήματα να ριχτεί στην κατανάλωση). η αχαλίνωτη πορνογραφία, το θέαμα της βίας στα Μ.Μ.Ε. (Ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην αύξηση της παραβατικότητας και του μίσους για τον συνάνθρωπό μας είναι σημαντικός). Εν τούτοις, δεν έρχονται όλα απ’ την “κοινωνία”.
Πιστός στον διανοητικό καταυγασμό των συμπυκνωμάτων του ασυνειδήτου (Unbewusstes), ο Διονύσιος Βάγιας ξεκινά την εργασία του ακολουθώντας κατά πόδας την εξάπλωση της φαντασίας από την πρώτη σπίθα / αναλαμπή (το όνειρο της γυναίκας), διά μέσου της ατιθάσευτης εξέλιξής της (τους μύθους, τα παραμύθια, τα νυχτερινά όνειρα και τα όνειρα ζωής), μέχρι την “καθίζησή” στο σωματικό (ασθένειες).
Την αόρατη συρραφή (άλλως, το κοινό μυστικό) αναλαμβάνει το κεντρικό, ένα και μοναδικό φαινόμενο της μνήμης.
Έτσι, στο δεύτερο ήμισυ της εργασίας, αφού παραθέσει δειγματοληπτικά τη γραμμική / εξελιξιακή ψυχολογία του ανθρώπου στις ακρογωνιαίες της λίθους (παιδική / εφηβική και γεροντική), επικεντρώνεται στο οιωνεί αμετακίνητο του χρόνου, τουτέστιν στο εσαεί ενδιάμεσο της καθημερινότητας (απόλαυση, φοβίες, εργασία), λαμβάνοντας, τέλος, υπ’ όψιν και τη δική του επιμέρους έξη: την αντιρρητική αντιπαράθεση, τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τη φιλοσοφία – μια δίνη βέβαια, αφού η λογοτεχνική ανάπαυλα προδίδει διά της πλαγίας οδού την καθήλωση στη διανοητική απόλαυση της ανάγνωσης.
Η ηρωική ποίηση, υμνώντας τα κατορθώματα των δικών μας ηρώων, υιοθετεί κατά κανόνα τη δική μας προοπτική ως αυτονόητη και δίκαιη. Γενικότερα, σε ποια χώρα η φιλοπατρία και η ανδρεία δεν θεωρούνται ύψιστες αρετές; Ο Όμηρος, παρ’ όλον που σέβεται αυτή την πραγματικότητα, βλέπει και τα αποτελέσματά της. Απομυθοποιεί τη δική μας πλευρά τοποθετούμενος και στη θέση των αντιπάλων: και αυτοί είναι ανδρείοι, είναι άνθρωποι ίδιοι με εμάς. Στην προομηρική παράδοση ο Αχιλλέας ήταν, για την παλληκαριά του, των “Αχαιών ο πρώτος”: σκότωνε τους πιο πολλούς Τρώες. Αλλά περισσότερη δόξα του άξιζε επειδή θα χανόταν νέος. Ο Όμηρος όμως δεν θεωρεί τη δόξα αρκετό αντίβαρο για να χαθεί ένας άνθρωπος και μέσα από τον πρόωρο θάνατο του ήρωα θα ανατάμει την πραγματικότητα του ίδιου του πολέμου. Γιατί πολεμά ο Αχιλλέας; Παρ’ όλον που προσπαθεί να πιαστεί από τη ζωή, πρέπει να κάνει το καθήκον του, να δείξει την ανδρεία του διότι μόνο έτσι η κοινωνία τον δέχεται. Υλοποιεί την ηρωιστική ιδεολογία αποτελώντας και το θύμα της: όταν θα θριαμβεύσει σκοτώνοντας τον μεγάλο αντίπαλο Έκτορα, θα φτάσει και το δικό του τέλος. Αν τον Αχιλλέα τον χρησιμοποιεί η κοινωνία στους πολεμικούς σκοπούς της, ο ίδιος είναι ανεύθυνος; Δύο δρόμοι ανοίγονται μπροστά του (ραψωδία Ι): να πεθάνει νέος και να κερδίσει τη δόξα ή να μακροημερεύσει με την οικογένειά του άσημος στον τόπο του; Θα τον καθορίσει η “κατάσταση” μέσα στην οποία βρέθηκε ή θα αποφασίσει ο ίδιος κυρίαρχα; Ο Όμηρος δεν μιλά με έννοιες όπως οι φιλόσοφοι, αλλά με γεγονότα – όπως οι αθηναίοι Τραγικοί. Γι’ αυτό εκθέτουμε με συντομία τη σειρά των εξελίξεων προσπαθώντας να βρούμε τα νοήματά τους.
Κάπου στα βάθη της ανθρώπινης ιστορίας, ο έρωτας μπήκε στο προσκήνιο ως Ιδέα ικανή να οδηγήσει την ανθρωπότητα στο μεταφυσικό της πεπρωμένο. Από το Συμπόσιο του Πλάτωνα και τα ιπποτικά μυθιστορήματα, μέχρι τον ουμανισμό, τους δονζουανικούς άθλους, τον ρομαντισμό και τις αξεπέραστες απεικονίσεις της κλασικής λογοτεχνίας, του θεάτρου, της όπερας και του κινηματογράφου, ο έρωτας έγινε ιερή αποστολή που όρισε τη μοίρα του ανθρώπου.
Το ανά χείρας δοκίμιο διανθίζει με φιλοσοφική παρρησία την περιπέτεια αυτής της αποστολής, φωτίζοντας τις στιγμές που το ερωτικό ιδεώδες συγκρούστηκε με το στεγνό πνεύμα του ρασιοναλισμού και τις αξίες της επιστήμης, της προόδου, της δύναμης, της συσσώρευσης και του καπιταλισμού.
Πώς φτάσαμε στο σημείο να μην προσδοκούμε τίποτα απ’ τον έρωτα; Είναι πέρα για πέρα πρόδηλο πως σήμερα ζούμε σε μια μεταερωτική εποχή: το ερωτικό πεπρωμένο μοιάζει να εξορίζεται, συγχέεται με τον σεξουαλικό ακτιβισμό, το βιολογικό ζευγάρωμα, τις φυσικές ανάγκες του ανθρώπου και, γενικότερα, με πράγματα και καταστάσεις που δεν συνάδουν καθόλου με το πνευματικό του περιεχόμενο. Το δράμα της ιδέας του Έρωτα φτάνει στο έσχατο σημείο.
Υπάρχει άραγε διέξοδος από αυτό το τέλμα; Τούτο το ερώτημα ανοίγεται στον αναγνώστη, που καλείται να ξανασκεφτεί τι σημαίνει να αγαπάμε, να ερωτευόμαστε, να εναποθέτουμε τις ελπίδες μας στον έρωτα…
Ο 20ός αιώνας φτάνει στο τέλος του, και μπαίνουμε όλοι στον πειρασμό να αναρωτηθούμε: ποια θέση θα καταλάβει στην ιστορία; Πώς θα τον θυμόμαστε αύριο;
Όπως όλοι, δε γνωρίζω τις απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα αλλά είμαι βέβαιος ότι μια επινόηση του 20ού αιώνα θα μείνει χαραγμένη στη μνήμη μας τα στρατόπεδα του ολοκληρωτισμού. Έχουμε ανακαλύψει το ακραίο πολιτικό καθεστώς, τον ολοκληρωτισμό, και το ακραίο του ολοκληρωτισμού, τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως.
Ο μακάβριος αυτός θεσμός προσφέρεται σε όλων των ειδών τα ιστορικά, πολιτικά και ψυχολογικά σχόλια. Τα όσα γράφω εδώ, με μια προσωπική έρευνα των αφηγήσεων, είναι διαφορετικά: έχουν να κάνουν με την ηθική. Σε αντίθεση με μια διαδεδομένη προκατάληψη, η ηθική ζωή δεν είχε σβήσει στα στρατόπεδα κάθε άλλο μάλιστα: θα μπορούσαμε στην εμπειρία των στρατοπέδων να βασίσουμε μια καθημερινή ηθική που θα άρμοζε στην εποχή μας. Τσβετάν Τόντοροφ
Διαβάζοντας το βιβλίο αυτό συμπεραίνουμε ότι ο Οκτώβριος του 1917 θα έπρεπε να αποτελεί το σύμβολο της αποφασιστικής υποχώρησης της δυναμικής της επανάστασης των σοβιέτ (που ξεκίνησε τον Φεβρουάριο του ίδιου χρόνου), και όχι, όπως συμβαίνει συνήθως, της επικράτησής τους. Συγκεκριμένα, για τον γάλλο ιστορικό της σχολής των Annales η κατάληψη της κρατικής εξουσίας από το κόμμα των μπολσεβίκων τον Οκτώβριο του 1917 σηματοδοτεί τον περιορισμό του πλούτου των θεσμών άμεσης δημοκρατίας που αναπτύχθηκαν ευρύτατα μετά την πρώτη εξέγερση του Φεβρουαρίου. Μετά τον Οκτώβριο ενισχύεται θεσμικά η έμμεση έναντι της άμεσης δημοκρατίας, η γραφειοκρατοποίηση έναντι της αυτοδιαχείρισης, το κόμμα έναντι των τοπικών και εργοστασιακών συμβουλίων. Το ενδεχόμενο μιας επαναστατικής εξουσίας, υποστηρίζει ο Φερρό, καταλήγει έτσι στην πραγματικότητα μιας εξουσίας των επαναστατών.
Το συμπέρασμα αυτό ευνοείται μάλλον αποφασιστικά από το ότι ο Φερρό αυτονομεί την ιστορία των πολιτικών θεσμών της περιόδου Φεβρουάριος με Οκτώβριος 1917 από τη μελέτη των ιδεολογικών και οικονομικών θεσμών της ίδιας περιόδου αλλά και από το ότι αποκόπτει ταυτόχρονα την ιστορία αυτή από τη διεθνή κοινωνική συγκυρία (ιδεολογική, πολιτική, οικονομική). Ευνοείται, κοντολογίς, από το ότι ο Φερρό επικεντρώνεται σε μια μικροϊστορία του 1917.
(Τέλης Τύμπας, Η ΕΠΟΧΗ, 7/11/1999)
Ο ΚΩΣΤΑΣ ΠΑΠΑΙΩΑΝΝΟΥ ΑΠΕΝΑΝΤΙ ΣΤΟΝ “ΜΗΔΕΝΙΣΜΟ ΤΟΥ ΠΝΕΥΜΑΤΟΣ”
Στο “ακτινοβόλο μέλλον” της σταλινικής προπαγάνδας που συνοικεί με τον “γνόφο της υποϊστορίας”, η νέα ιστορία βρίσκεται σχεδόν σχιζοφρενικά “εκείθεν” και ταυτόχρονα “εντεύθεν” της παραδοσιακής: η ανθρώπινη υπόσταση διπλασιάζεται με τη μετοχή στη “μεταϊστορία των λουλουδιών του Rilke”, αντιμετωπίζοντας, ωστόσο, την παράλογη αντίφαση των “φρικτότερων εγκλημάτων και των πιο παράδοξων συνωμοσιών” στην επίσημη ιστοριογραφία της “κομμουνιστικής” καθημερινότητας…