Είναι η τρίτη ποιητική συλλογή του σέρβου ποιητή Μπράνα Σουμάνατς, που γράφει στα γερμανικά. Οι πρώτες δύο έκαναν μεγάλη εντύπωση. (Ηδη κυκλοφορεί στα ιταλικά η δεύτερη ποιητική συλλογή του, με τίτλο ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΓΕΡΣΗ ΤΗΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑΣ, που έχει εκδοθεί στα ελληνικά από τις ΝΗΣΙΔΕΣ). Στα ποιήματα αυτής της συλλογής, ο ποιητής γράφει σημειώσεις και σχόλια στο περιθώριο της εποχής. Ξεκινώντας από “τα κομφετί, που μεθοκοπούν μέσα στο δολοφονημένο πνεύμα”, προχωρεί στο “σινεμά, ανοιξιάτικο κρυσφήγετο των συγχύσεων”. Κάνοντας κάθε τόσο στάση σε χαρακτηριστικά σημεία της εποχής (π.χ. στην σελ. 45), επισκέπτεται το εστιατόριο (σελ. 48), το Λονδίνο (σελ. 49), την πόλη τη μουσκεμένη από τη βροχή (σελ. 53), την επίδειξη μόδας (σελ. 58), ώσπου καταλήγει στο πικ-νικ σε εαρινό τοπίο, όπου η κοινωνική συγκέντρωση οδηγεί στη διαπίστωση: “Ενθάδε κείται η πολύπαθη πνοή σου, Ευρώπη”. Σημειώνουμε ότι ο ποιητής γνωρίζει καλά τη γλώσσα μας και συνεργάζεται στην απόδοση των ποιημάτων του στα ελληνικά.
Δείγμα γραφής:
Tα μάτια καίνε
Φλόγα το πρόσωπο
Tα χείλη φουσκώνει
η ομορφιά
H μύτη, σύνορο περίτεχνο,
Xωρίζει
Στο πρόσωπό του
Aνατολή και Δύση
Δίγλωσση έκδοση των ποιημάτων, με το πρωτότυπο ελληνικό και δίπλα τη γαλλική του μετάφραση από την Eλένη Σεφεριάδου.
Ξέρω ότι δεν ξεχνάς. Η λησμονιά σκοτώνει, αλλά εσύ είσαι εδώ, μακριά ή κοντά δεν έχει σημασία, είσαι ζωντανή και πώς να ξεχάσεις, είσαι αέρινη, αερικό, μια απρόσιτη νεράιδα, η ιέρεια του παραμυθιού μια ύπαρξη που ταλαντεύεται ανάμεσα στο γενόμενο και τη φαντασία, γέννημα ονείρου που γρατζουνά με παιδική αφέλεια τα γαλάζια μου πρωινά.
Στις τρεις αυτές νουβέλες οι ηρωίδες έδειξαν όλες τους πως κράτησαν εκείνο το “άλλο ανάστημα” που είχαν όταν ήταν παιδιά.
Τι είναι έθνος;
Το άθροισμα των κατοίκων μιας επικράτειας; Ή το σύνολο των ανθρώπων που έχουν κοινή καταγωγή;
Ποια φυλή υπερέχει κατά την ωραιότητα του σώματος και κατά την ανάπτυξη του πνεύματος;
Από που κατάγονται οι Έλληνες;
Πόσους αιώνες ήταν υπόδουλοι; Και σε ποιους;
Ποιοι είναι οι όμαιμοι αδερφοί τους;
Τι είναι οι Βούλγαροι; Φιλήσυχοι και φιλόξενοι ή δόλιοι και άγριοι;
Ποια είναι η πατρίδα των Τούρκων;
Τι κοινό έχουν η Κως και η Ρόδος με την Κεϋλάνη και τις Φιλιππίνες;
Ποιο πρέπει να είναι το όνειρο κι η προσευχή του κάθε Έλληνα;
Ποιες απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα διδάσκονταν οι μαθητές στα σχολεία του ελληνικού κράτους από τη θεσμοθέτηση του εκπαιδευτικού συστήματος (1834) έως τη Μικρασιατική Καταστροφή (1922);
Με άλλα λόγια, πως αποτυπώνεται η διαδικασία συγκρότησης του ελληνικού έθνους στα σχολικά βιβλία της συγκεκριμένης περιόδου;
Και ποια ήταν η συμβολή της εκπαίδευσης σ’ αυτή τη διαδικασία;
Για το ανά χείρας έργο του, που θεωρείται το πιο «πολιτικό» του, αφού μελετά τα προβλήματα της ηθικής και της θρησκείας, και αφορμώμενος από αυτά μιλά για τον πόλεμο, για την Ευρώπη, για τον ρόλο ενός Παγκόσμιου Οργανισμού που θα διασφαλίζει την ειρήνη, για τον «αφροδισιακό» πολιτισμό μας, αλλά και για τη θέση της γυναίκας στο σύγχρονο κόσμο και για το ιδιωτικό αυτοκίνητο ως «αναγκαίο» κτήμα του ανθρώπου, έγραψε ο φιλόσοφος ότι ωρίμαζε μέσα του επί είκοσι πέντε χρόνια.
«Θεωρώ το τελευταίο μου βιβλίο έργο κοινωνιολογίας», δήλωσε, ενώ μια άλλη φορά είπε: «Είναι ένα βιβλίο φιλοσοφίας». Κατά τον πολωνό μελετητή του έργου του Λέζεκ Κολακόφσκι, που εξέδωσε τη μελέτη του για τον Μπερξόν το 1985, έχουμε στο βιβλίο αυτό «τη φιλοσοφική εξέταση ανθρωπολογικών υλικών».
Πολλοί συγγραφείς θεωρούν τους ουτοπικούς και όσους τους συμπαθούν απερίσκεπτους ονειροπόλους στην καλύτερη περίπτωση και φονικούς ολοκληρωτικούς στη χειρότερη. Εν τούτοις, η ουτοπική σκέψη έχει όχι μόνον αδικηθεί, αλλά και η επιστροφή στον εικονοκλαστικό ουτοπισμό είναι απαραίτητη σήμερα. Η αντιουτοπική νοοτροπία καταδίκασε άδικα την ουτοπική σκέψη και προέτρεψε τους ανθρώπους να την βλέπουν με καχυποψία. Αλλά η εικονοκλαστική ουτοπική σκέψη είναι απαραίτητη, για να ξαναζωντανέψει την υπνώττουσα πολιτική φαντασία της κοινωνίας και να υποδείξει νέες ιδέες για το μέλλον.
Το προκλητικό αυτό βιβλίο παρουσιάζει το χρονικό της εξαφάνισης του “δημόσιου διανοούμενου” στις ΗΠΑ. Επί πάνω από σαράντα χρόνια, στο πολιτισμικό τοπίο κυριαρχούσαν διανοούμενοι που έγραφαν σε γλώσσα κατανοητή στον μορφωμένο αναγνώστη και απευθύνονται σ’ αυτόν. Οι νεαρότεροι διανοούμενοι που τους διαδέχθηκαν γράφουν δυσνόητα, γιατί απευθύνονται σε άλλο κοινό: στους ακαδημαϊκούς. Σε αντίθεση με τους παλαιότερους διανοούμενους, που έζησαν στο μποέμικο περιβάλλον της μεγαλούπολης και έγραψαν για το μορφωμένο κοινό, οι σημερινοί στοχαστές τρύπωσαν στα πανεπιστήμια, στα οποία η κατάληψη ενός πόστου φαίνεται πολύ ανώτερη από την πνευματική αναζήτηση. Σε μια διεισδυτική και παθιασμένη πολεμική, ο συγγραφέας εξετάζει πως η αριστοκρατικοποίηση, η προαστιοποίηση και ο ακαδημαϊκός καριερισμός έχουν υποσκάψει τη ζωτικότητα της πνευματικής ζωής στις ΗΠΑ.
Αμπελοπούλια
Ανυποψίαστοι
πόσο μπλεγμένο είναι το δίχτυ
ή
πώς κολλάει μια ξόβεργα
σε τόσες κληματσίδες.
Γενιές εγκλωβισμένες στην αθωότητα
πορευόμαστε αβάσταχτα.