Κατάλογος

Το πιο Ωραίο Τοπίο

ΘΑ ΞΕΧΑΣΤΕΙΣ

Ποιητής στην αυλή του βασιλιά
έτσι το θέλησε η μοίρα
να υπηρετείς τους ισχυρούς
τα μεσημέρια να γεμίζεις τα ποτήρια τους
διασκεδάζοντάς τους με αστεία στιχάκια.
Να σε γεμίζουν με επαίνους και βραβεία
αυτοί που δεν σκαμπάζουν από ποίηση
και κάθε βράδυ κλαίγοντας να εύχεσαι
να είχαν εξελιχθεί τα πράγματα αλλιώς.
Θα ξεχαστείς κι εσύ κι εκείνοι
όλοι οι στίχοι σου θα ξεχαστούν
και δεν θ’ αργήσει ο βασιλιάς να βάλει
στη θέση σου έναν άλλο σαν εσένα.

Το Παράδοξο του Ζην

“Πώς γίνεται να μην είχες προσέξει
πως κάθε οικεία θάλασσα
έχει αβυθομέτρητα σημεία
πως κάθε χάρτης του ουρανού
έχει αχαρτογράφητες πορείες
πως δεν γνωρίζουμε ούτε καν
τα βήματά μας πού μας πάνε;”

Το Πανεπιστήμιο της Καταστροφής

«Ο κόσμος του μέλλοντος θα είναι ένας ολοένα πιο σκληρός αγώνας ενάντια στα όρια της νοημοσύνης μας», ανάγγειλε ο Νόρμπερτ Βήνερ. . . Στον περιορισμό αυτό προστίθενται σήμερα όχι μόνο το φαινόμενο του θερμοκηπίου της θέρμανσης του κλίματος, αλλά και το φαινόμενο μιας φυλάκισης στα ολοένα πιο στενά όρια μιας σφαίρας επιτάχυνσης, μιας δρομόσφαιρας στην οποία η εξάντληση των χρονικών αποστάσεων της Γεωποικιλότητας της Υδρογείου αποπερατώνει την εξάντληση των ουσιών της Βιοποικιλότητας. Αναπάντεχο θύμα αυτού του γεωγραφικού αποκλεισμού: η επιστήμη – η βιολογία αλλά και η φυσική, αυτή η «Big Science», που είναι αντιμέτωπη με τη συστολή του χωροχρόνου του γνωστού κόσμου και μιας γνώσης που αποκτήσαμε κάποτε εδώ κάτω. Εξ ου και η απειλή, που δεν έχει γίνει ακόμη αντιληπτή, ενός ατυχήματος των γνώσεων που θα ερχόταν να συμπληρώσει το ατύχημα των ουσιών που έχουν ρυπανθεί και να τερματίσει την κρίση του λόγου που κατάγγειλε ο Χούσερλ, με την αλλόκοτη αναζήτηση ενός υποκατάστατου Εξωπλανήτη, μιας νέας «Γης της Επαγγελίας», για να την αποικίσουμε το συντομότερο δυνατόν. Καθώς το κλίμα το αναγκαίο για τη ζωή του πνεύματος, όπως και για τη ζωή των σωμάτων πάνω στη γηραιά Γη μας, μοιάζει στο εξής να υφίσταται τις μοιραίες επιπτώσεις μιας μακράς νοσοκομειακής νόσου.

Το Παιδί με το Καρπούζι

‘Ερχεται κάποια στιγμή που “τον ξένο και τον εχθρό τον βλέπουμε στον καθρέφτη”: είναι ο εαυτός μας.
Για τους περισσότερους η διαπίστωση αυτή είναι φευγαλέα αναλαμπή.
Μόνο για λίγους είναι επώδυνη αυτογνωσία, που τους κάνει ν’ αλλάξουν ρότα…

Το Ουζερί

Εξ αρχής θεωρήθηκε ως χώρος μακράν της αξιοπρεπούς διαβιώσεως των φρονίμων και σοβαρών νοικοκυραίων κείμενος, ως τόπος απαγορευμένος για εμφορούμενους από υγιείς αρχές ανθρώπους, δηλαδή, μ’ ένα λόγο, ως τόπος απώλειας ψυχών της μικρής μας πόλης. Ίσως και γι’ αυτό, όταν ένα χειμωνιάτικο Σαββατόβραδο άνοιξε τις πύλες του, δεν πραγματοποιήθηκε ο κατά τα ειωθότα καθιερωμένος αγιασμός, για να πάνε καλά οι δουλειές. Το αν κλήθηκε και αρνήθηκε (απίστευτο, πάντως) να παρευρεθεί ιερέας ή δεν κλήθηκε παντάπασιν, δεν έγινε γνωστό. Το σίγουρο είναι πως μέχρι εκείνη τη στιγμή, αρχές Φεβρουαρίου του 1952, τέτοιο μαγαζί δεν είχαμε ξαναδεί. Και μάλιστα με το παράξενο για μας όνομα ΟΥΖΕΡΙ.

Το Όνειρο και οι Μεταμορφώσεις του

Ποια σχέση μπορεί να έχει η απηνής «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη με τις ρομαντικές και ιδιαίτερα ευαίσθητες «Λευκές νύχτες» του Ντοστογιέβσκη; Και πώς δίπλα στον έξω του κόσμου τούτου «Φρανκενστάιν» (της Σέλλεϋ) και στον «Αόρατο» (του Ουέλλς) θα μπορούσε να σταθεί ο πολύπαθος Βενέζης με την αφήγηση του μικρασιατικού δράματος;
Ως από μηχανής θεός με τράβηξε έξω από το αδιέξοδο (όπως συμβαίνει τις περισσότερες, τουλάχιστον, φορές) το όνειρο, αυτό που έχει τη δύναμη να “αφαιρεί βάρος από τα ξύπνια βάσανά μας”.

Το Ξύπνημα

Έτσι κύλησε η ώρα και η Άννα σηκώθηκε να φύγει γιατί είχε μάθημα, και “θα τηλεφωνηθούμε”, είπαν και οι δυο σχεδόν ταυτόχρονα. Μετά από λίγο σηκώθηκε και ο Max. Ο ήλιος πήγαινε να δύσει και άρχισε να κάνει κρύο. Ο Max κούμπωσε το μπουφάν του και κατευθύνθηκε προς την παραλία. Πήδηξε στην άμμο. Είχε σηκώσει κύμα και αέρα. Σήκωσε το φερμουάρ μέχρι το πηγούνι και, με τα χέρια στις τσέπες και το βλέμμα μπροστά, άρχισε να περπατά και τα παπούτσια του βούλιαζαν στην υγρή άμμο. Κάτι έλαμπε στην άμμο. Έσκυψε και το πήρε. Ήταν μια ρόδα από ένα παιδικό παιχνίδι. Σκέφτηκε το μικρό τραυματισμένο αυτοκίνητο, το παιδάκι που θα το κοίταζε με λύπη ή απορία. Θυμήθηκε ότι μικρός είχε δημιουργήσει στην αποθήκη του σπιτιού τους ένα νοσοκομείο αυτοκινήτων. Κάποτε, σε κάποια εκκαθάριση, η μητέρα του τα πέταξε, τα θεώρησε άχρηστα όλα αυτά τα αυτοκινητάκια, με τις λειψές ρόδες, χωρίς τιμόνια, με τις σπασμένες πόρτες. Είχε κλάψει πολύ όταν το είδε και του έλειπαν για καιρό, κάκισε τη στεγνή λογική των μεγάλων και την αυστηρή κατάταξη με την οποία ταξινομούσαν τα αντικείμενα σε χρήσιμα και άχρηστα. Ήταν, θυμάται, η πρώτη διαφοροποίηση που ένιωσε να τον χωρίζει από τους ενήλικες. Έφερε στο μυαλό του το κουτί με τα αυτοκινητάκια, και ξαφνικά του έλειψαν πολύ. Έσφιξε τη ρόδα στη χούφτα του και την άφησε να πέσει στην τσέπη του.
Αργότερα, στην προσπάθειά του να ζεσταθεί, σήκωσε τους ώμους και έσπρωξε τα χέρια του πιο βαθιά στις τσέπες του. Άφησε ένα μικρό επιφώνημα πόνου, καθώς το δάκτυλό του γρατζουνίστηκε στη ρόδα. Έβγαλε την παλάμη του και είδε μια μικρή κόκκινη αμυχή, λίγο αίμα. Το κοίταξε και χαμογέλασε. Αν συνέβαινε τότε, θα ήταν εργατικό ατύχημα, σκέφτηκε, κάποιου τραυματιοφορέα στο παιδικό του νοσοκομείο αυτοκινήτων.

Το Μυστήριο του Κακού

Τι είναι κακό; Ποια είναι η φύση του και η προέλευσή του; Είναι υπαρκτό ή ψευδαίσθηση, ιδέα, έλλειψη του αγαθού; Είναι σύμφυτο με την ανθρώπινη υπόσταση, εγγενές, ή επίκτητο;

Τα ερωτήματα αυτά είναι από τα πιο δύσκολα στον χώρο της ηθικής φιλοσοφίας. Ακόμα πιο δύσκολες είναι οι απαντήσεις που δόθηκαν κατά καιρούς και δίνονται από φιλοσόφους και διανοητές. Το πρόβλημα γίνεται ακόμα πιο περίπλοκο, όταν εξαρτηθεί από το πρόβλημα-ερώτημα της ύπαρξης ενός Θεού Παντοδύναμου, Πανάγαθου και Πάνσοφου όπως τον παρουσιάζει ανά τους αιώνες η ιουδαιο-χριστιανική παράδοση.

Πώς συμβιβάζεται η ύπαρξη του κακού στον κόσμο με την ταυτόχρονη ύπαρξη ενός τέτοιου Θεού που μπορεί, θέλει και γνώριζα, εξ ορισμού, να πατάξει το κακό αλλά δεν το κάνει; Ή μήπως ο άνθρωπος δεν είναι αποτέλεσμα της δημιουργικής βούλησης ενός Θεού αλλά προϊόν βιολογικής εξέλιξης από κατώτερες μορφές ζωής, προϊόν τυχαίων μεταβολών και μεταλλάξεων όπως θέλει ο νεο-δαρβινισμός, οπότε δεν τίθεται καν τέτοιο θέμα;

Πάνω σ’ αυτά τα καίρια ερωτήματα έρχονται δεκατέσσερις στοχαστές να καταθέσουν ας σκέψεις τους και να ευαισθητοποιήσουν-γονιμοποιήσουν ας σκέψεις του σύγχρονου προβληματιζόμενου αναγνώστη. Οι σκέψεις των διανοουμένων αυτών, που προέρχονται από διαφορετικά ιδεολογικά στρατόπεδα, μπορεί να μην επιλύουν οριστικά τα ως άνω ερωτήματα περί το κακό, ρίχνουν όμως αρκετό φως πάνω στη φύση του ηθικού κακού και προτείνουν κάποιες λύσεις για την περιστολή του.

Το Μουσικό μου Κουτί

Τι είναι η μουσική;
Τι είναι το παρελθόν;
Η Βάλια μόλις προσλαμβάνεται ως βιβλιοθηκονόμος στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εκεί γνωρίζεται με τον Χάρη, καθηγητή μουσικής και πιανίστα. Με έναν παράξενο τρόπο και με οδηγό τη μουσική, ξεκινούν οι δυο τους ένα μαγικό ταξίδι που τους φέρνει αντιμέτωπους με τον έρωτα, το σκοτεινό τους παρελθόν και τον εαυτό τους.
Ένα βιβλίο για τη μοναξιά, τη φιλία και την τρυφερότητα των αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας με φόντο τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη.

Το Μοναχικό Πλήθος

Ο Ρήσμαν επισημαίνει ότι οι σύγχρονες δημοκρατίες ευνοούν την αυτονομία λιγότερο από όσο γενικά πιστεύεται. Η αυτονομία προϋποθέτει ένα υψηλό επίπεδο αυτοσυνειδησίας, που είναι πάντοτε δύσκολο επίτευγμα. Είναι επίσης εξαιρετικά δύσκολη μια μαζική αφύπνιση των ανθρώπων, που θα τους οδηγούσε να αντιδράσουν στην τελετουργική συμμόρφωση προς τις κοινωνικές επιταγές, να συναισθανθούν τη μοναξιά τους μέσα στο πλήθος των ομοίων και να επιχειρήσουν να αλλάξουν τη ζωή τους και την κοινωνία. (Θ. Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, 14/12/2001)

Το Μεγάλο Ταξίδι του Αγκαθούλη

Ο Αγκαθούλης είναι ένας μικρός σκαντζόχοιρος που ζει με την οικογένειά του στο δάσος. Δυστυχώς, λόγω των σκουπιδιών και της περιβαλλοντικής μόλυνσης, οι κάτοικοι αυτής της περιοχής του δάσους αναγκάζονται να αναζητήσουν έναν νέο, καλύτερο τόπο για να ζήσουν. Την αποστολή αυτή αναλαμβάνουν ο Αγκαθούλης και άλλοι πέντε μικροί φίλοι του. Μετά από ένα μεγάλο και κουραστικό ταξίδι, τα καταφέρνουν και μετακομίζουν κοντά σε ένα κτήμα βιοκαλλιεργητών οι οποίοι σέβονται και αγαπούν τη φύση και έχουν φτιάξει έναν μικρό παράδεισο…

Το Μεγάλο Διάλειμμα

1. Ξεκίνημα Σχολείο μου πρώτο. Δυο αίθουσες ηλιόλουστες κι ένα γραφείο βορεινό με δυο παράθυρα: Εκείνο απ’ την ανατολή στου Αϊ-Γιώργη την αυλή κοιτούσε… 2. Εργασία Με μέσα πάντα τις αρχές του Σχολείου εργασίας, τη μέθοδο τη< Ενιαίας Συγκεντρωτικής Διδασκαλίας,την ενίσχυση της παρατηρητικότητας,την ελεύθερη σκέψη και έκφραση, αντιμετωπίζαμε το παιδί σαν ένα ον με έντονη τη <<ζωτική ορμή>> του, με ακατανίκητη την επιθυμία του να παραμερίσει τα τυχόν εμπόδια με ζωντανή τη λαχτάρα για κατάκτηση της ζωής. Προσέχοντας τη συμπεριφορά του παιδιού στο περιβάλλον, ανακαλύπτουμε πως για την ικανοποίηση της <<ζωτικής ορμής>>, κατά C.Freiet, χρησιμοποιεί την <<ανιχνευτική πείρα>>.

Το Κενό Ανάμεσα

Σηκώθηκε, την πήρε απ’ το χέρι, την τράβηξε στο μπαλκόνι. «Κοίτα ψηλά, τι βλέπεις;» τη ρωτά. «Τον ουρανό, τι άλλο; Ασυννέφιαστος σήμερα, πεντακάθαρος», απαντά η Ελένη σα μικρό παιδί στον δάσκαλο που το παίζει παιδί. Ο Πανώρας χαμογελά, περνά το χέρι στον ώμο της, της ψιθυρίζει στο αυτί σαν ερωτευμένος στην πρώτη του εξομολόγηση: «Αν δεν γνωρίζαμε την ανέφελη νύχτα, αν βλέπαμε μόνο το γαλάζιο που μας σκεπάζει, δεν θα μαθαίναμε ποτέ πως πέρα απ’ αυτό απλώνεται το άπειρο, οπότε δεν θα είχαμε μέτρο να μετρηθούμε ούτε να μετρήσουμε παρά μόνον εκείνο του μικρόκοσμού μας, ο οποίος, χωρίς αμφιβολία, περιέχει κι αυτός όχι μόνο τη γεύση μα και τη δομή του απείρου, πώς αλλιώς. Μόνο που δίχως την πλήρη εικόνα είναι αδύνατο να εννοήσουμε καλά ακόμα κι αυτό. Μηρυκάζουμε βέβαια τα λόγια του ποιητή που λέει πως είμαστε φτιαγμένοι απ’ το υλικό των ονείρων, ενώ δεν μας πάει ο νους στο γεγονός πως και τα όνειρα είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό, πες το αστερόσκονη, απ’ την οποία είμαστε φτιαγμένοι.» Την κοίταξε στα μάτια: «Παρ’ όλη την προσπάθεια να σε παρασύρω στο σύμπαν, βλέπω πως σκάλωσες στη σκόνη, σ’ ενοχλεί η λέξη, έστω και ως δεύτερο συνθετικό της ποιητικότατης αστερόσκονης. Όμως, ό,τι ξεστόμισα το έκανα για να ενθαρρύνω τον από δική μου υπαιτιότητα πληγωμένο ιδεαλισμό σου, όσο και για να υποκλιθώ μπροστά του. Είχα λησμονήσει πως ο εγκέφαλος λειτουργεί σύμφωνα με τον τρόπο που δραστηριοποιείται το σύμπαν, μέχρι που σήμερα, πρωί-πρωί με την αυγούλα, επέστρεψαν τα λόγια στον νου μου, λόγια ενός άλλου, όχι δικά μου.»

Το Καταφύγιο

Ο Γίρκα πάντα παραδεχόταν ότι ο χαρακτήρας είναι προϊόν κληρονομικών καταβολών και επιδράσεων, αλλά στην περίπτωση της Σάρρας πίστευε ότι οι επιδράσεις της αμερικανικής κοινωνίας ήταν καταλυτικές και προπαντός της καταναλωτικής κοινωνίας, που κατά τα τελευταία χρόνια του περασμένου αιώνα σάρωσε τα πάντα. Την κατέτασσε, λοιπόν, στα θύματα του άγριου καπιταλισμού, κι επειδή ήταν και πετυχημένη δικηγόρος, την κατηγορούσε ότι κουβαλάει σαν χαμάλης νερό στον μύλο του συστήματος. Αυτή αντιδρούσε λέγοντάς του ότι η ζημιά έγινε μέσα του σταγόνα-σταγόνα, ύπουλα, ανεπαίσθητα, ο υπαρκτός σοσιαλισμός τού εμφύσησε αυτές τις ιδέες κι έγινε έτσι μοχθηρός και φανατικός. Λέει πως είναι εναντίον κάθε ολοκληρωτισμού, υπέρ της δημοκρατίας και της ελευθερίας, κι όμως είναι έτοιμος ν’ ακολουθήσει κάθε αμφιλεγόμενη επανάσταση και ν’ αρχίσει πάλι απ’ την αρχή. Και ότι πίνει το καταπέτασμα. Η αλήθεια είναι ότι πίνει. ‘Οτι πίνει πολύ. Κανείς, όμως, δεν ρωτάει γιατί πίνει. Δοκίμασε να ζήσεις και να σκεφτείς μέσα σ’ αυτήν τη φρίκη, κι έπειτα τα λέμε. Τρελαίνεσαι και πας κατά διαβόλου. Η Σάρρα είναι μόνο «Πόσα βγάλαμε σήμερα», «Πού θα πάμε για βραδινό», «Τι ταγεράκι θα φορέσουμε αύριο», κι από κέρατα άλλο τίποτα. Ευτυχώς δεν κάνανε παιδιά. Ωραίο μάθημα θα παίρναν.

Το Κάστρο της Νιφάδας

Οι δρόμοι για το Κάστρο της Νιφάδας ξεκινούν από παντού και τελειώνουν στο βάθος των οριζόντων, αν μπορείς να ονειρεύεσαι. Μα αυτό θα το μάθεις μόνο αν διαλέξεις να ζεις τη ζωή σου σαν παραμύθι, σαν τον τόπο των εκπλήξεων και της ομορφιάς, μέσα στον πόνο και στον χρόνο…

1 2 3 4 25