Περιεχόμενα
– Αντί προλόγου
– Εισαγωγή
– «Η φόνισσα»
– Η απότομη μετάβαση από την ευτυχία στο δράμα
– Όταν ο Φρανκενστάιν συνάντησε τον Αόρατο άνθρωπο
– «Λευκές νύχτες»
– Βιβλιογραφικές αναφορές


Ποια σχέση μπορεί να έχει η απηνής «Φόνισσα» του Παπαδιαμάντη με τις ρομαντικές και ιδιαίτερα ευαίσθητες «Λευκές νύχτες» του Ντοστογιέβσκη; Και πώς δίπλα στον έξω του κόσμου τούτου «Φρανκενστάιν» (της Σέλλεϋ) και στον «Αόρατο» (του Ουέλλς) θα μπορούσε να σταθεί ο πολύπαθος Βενέζης με την αφήγηση του μικρασιατικού δράματος;
Ως από μηχανής θεός με τράβηξε έξω από το αδιέξοδο (όπως συμβαίνει τις περισσότερες, τουλάχιστον, φορές) το όνειρο, αυτό που έχει τη δύναμη να “αφαιρεί βάρος από τα ξύπνια βάσανά μας”.
– Αντί προλόγου
– Εισαγωγή
– «Η φόνισσα»
– Η απότομη μετάβαση από την ευτυχία στο δράμα
– Όταν ο Φρανκενστάιν συνάντησε τον Αόρατο άνθρωπο
– «Λευκές νύχτες»
– Βιβλιογραφικές αναφορές
Η Σχολή Μπάουχαους ιδρύθηκε αμέσως μετά τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στην Βαϊμάρη της αναστατωμένης Γερμανίας.
Με διευθυντές διαδοχικά, τον Βάλτερ Γκρόπιους, τον Γιοχάνες Μάγυερ και τον Μης βαν ντερ Ρόε έζησε, μετακομίζοντας στο Ντεσάου και στο Βερολίνο, μέχρι την ανάρρηση του Χίτλερ στην εξουσία το 1933.
Φιλοδόξησε να προχωρήσει την τέχνη και να την φέρει πιο κοντά στον απλό άνθρωπο (δίνοντας το βάρος στον σχεδιασμό αντικειμένων καθημερινής χρήσης), αλλά συντρίφτηκε από τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής.
Η τεχνοκρίτης και ιστορικός της τέχνης Εύα Φοργκάς παρουσιάζει στο βιβλίο της την συναρπαστική ιστορία αυτής της μεγάλης προσπάθειας, καταγράφει και αναλύει την εσωτερική και εξωτερική κατάσταση της σχολής, συγκρίνει το Μπάουχαους με άλλες αντίστοιχες σχολές της ίδιας εποχής και τονίζει, στο Επίμετρο, την επικαιρότητα του Μπάουχαους.
Με εισαγωγή του επιμελητή της Εθνικής Πινακοθήκης Μάνου Στεφανίδη και με επίμετρο της Εύας Φοργκάς για την ελληνική έκδοση.
Αναλύοντας τα σπουδαία έργα των κορυφαίων αμερικανών κοινωνιολόγων Νταίηβιντ Ρήσμαν, Κρίστοφερ Λας, Ντάνιελ Μπελ και Ρίτσαρντ Σένετ, ο συγγραφέας καταλήγει στα συμπεράσματα του: Ζούμε σε μία νέα εποχή. Την εξέγερση της δεκαετίας του 1960 διαδέχονται σήμερα η αδιαφορία και ο ναρκισσισμός. Τη λογική της ομοιομορφοποίησης διαδέχονται η αποτυποποίηση και η γοητεία. Την ιδεολογική σοβαρότητα διαδέχεται η γενίκευση του χιούμορ. Μια νέα δημοκρατική εποχή χαρακτηρίζεται από τον περιορισμό της βίας και την εξάντληση αυτού που εδώ και εκατό χρόνια αποτελούσε την πρωτοπορία. Με αυτό τον νέο ατομικισμό, οι αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες εισέρχονται στη «μεταμοντέρνα» εποχή.
«Μέσα σ’ ένα κιβώτιο ή μέσα σ’ ένα έπιπλο από πολύτιμον έβενο θα βάλω και θα φυλάξω τα ενδύματα της ζωής μου». Η δήλωση αυτή του Αλεξανδρινού ποιητή Κ. Π. Καβάφη αποκαλύπτει πλήρως -με συμβολικό ασφαλώς τρόπο- τον πρωτεύοντα ρόλο που αναλαμβάνει ο Χρόνος στη διαμόρφωση της ανθρώπινης πορείας. Ο παράγοντας αυτός επηρεάζει άλλοτε θετικά και συχνότερα αρνητικά τις προσωπικές στιγμές και περιόδους της ζωής του ποιητή, που -υπό τη μορφή αναμνήσεων, έντονων ή αχνών- ανασύρονται στην καταπονημένη μνήμη του ως «ενδύματα» χρώματος γαλάζιου (παιδική αθωότητα και ανεμελιά), κόκκινου (πάθος), κίτρινου (μίσος ή ερωτική ζήλεια) και τέλος μαύρου (θλίψη, μοναξιά, φθορά, γηρατειά, θάνατος).
Ο διαχρονικός αυτός πανίσχυρος τιτάνας ταλανίζει και τον Γάλλο διανοούμενο Albert Camus, καταλήγοντας σε έναν τρομακτικό επίγειο εφιάλτη, που δεν παραλείπει να υπογραμμίζει με κυνικότητα τον εφήμερο και παράλογο χαρακτήρα της ζωής. Η τοποθέτηση-ένταξη του ατόμου σε σχέση με τον χρόνο οδηγεί τελικά στην τραγική ανακάλυψη του παραλόγου, του «absurde» που στιγματίζει κάθε πτυχή της ανθρώπινης πορείας.
Ωστόσο, οι δύο συγγραφείς -μένοντας απολύτως ξένοι απέναντι σε μια στείρα αντιμετώπιση της ζωής, που σημαδεύεται συνεχώς από την προδιαγεγραμμένη -αρνητικά- ανθρώπινη μοίρα (: φθορά < γηρατειά < θάνατος)- προτείνουν στο κοινό τους μια αντικομφορμιστική αλλά ωστόσο ειρηνική λύση την υιοθέτηση μιας ρεαλιστικής ηθικής, εδραιωμένης στην αλήθεια, στην ειλικρίνεια, στην αλληλεγγύη…
Πιστός στον διανοητικό καταυγασμό των συμπυκνωμάτων του ασυνειδήτου (Unbewusstes), ο Διονύσιος Βάγιας ξεκινά την εργασία του ακολουθώντας κατά πόδας την εξάπλωση της φαντασίας από την πρώτη σπίθα / αναλαμπή (το όνειρο της γυναίκας), διά μέσου της ατιθάσευτης εξέλιξής της (τους μύθους, τα παραμύθια, τα νυχτερινά όνειρα και τα όνειρα ζωής), μέχρι την “καθίζησή” στο σωματικό (ασθένειες).
Την αόρατη συρραφή (άλλως, το κοινό μυστικό) αναλαμβάνει το κεντρικό, ένα και μοναδικό φαινόμενο της μνήμης.
Έτσι, στο δεύτερο ήμισυ της εργασίας, αφού παραθέσει δειγματοληπτικά τη γραμμική / εξελιξιακή ψυχολογία του ανθρώπου στις ακρογωνιαίες της λίθους (παιδική / εφηβική και γεροντική), επικεντρώνεται στο οιωνεί αμετακίνητο του χρόνου, τουτέστιν στο εσαεί ενδιάμεσο της καθημερινότητας (απόλαυση, φοβίες, εργασία), λαμβάνοντας, τέλος, υπ’ όψιν και τη δική του επιμέρους έξη: την αντιρρητική αντιπαράθεση, τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τη φιλοσοφία – μια δίνη βέβαια, αφού η λογοτεχνική ανάπαυλα προδίδει διά της πλαγίας οδού την καθήλωση στη διανοητική απόλαυση της ανάγνωσης.
«Θα σε ρωτήσουν κει πάνω, σαν έρθει η ώρα: “Ποιον συναπάντησες κάτω στη γη;” Κ’ εσύ θα τους αποκριθείς: “Κανένα. Τον εαυτό μου μόνο”. Θα σε ρωτήσουν ακόμα: “Πίστεψες, τουλάχιστο, στα όνειρα και στις χίμαιρες, στα ταπεινά έργα των ταπεινών ανθρώπων;” Κ’ εσύ θ’ αποκριθείς: “Όχι”. “Πλήρωσες, λοιπόν, γι’ αυτό κει κάτω;” Κ’ εσύ είναι δίκαιο να τους αποκριθείς πώς πλήρωσες, γιατί, εδώ, στη γη, είναι η μοίρα των ανθρώπων».
Γαλήνη
Ένα βιβλίο-σχόλιο για τη ζωή και το έργο ενός από τους σημαντικότερους συγγραφείς της περίλαμπρης γενιάς του ’30. Ένα βιβλίο-προτροπή για όλους εκείνους που γοητεύονται να κυνηγούν στη ζωή τους χίμαιρες και να πιστεύουν στο θαύμα. Ένα βιβλίο καταδίκης της ασχήμιας και ύμνου της ομορφιάς της ζωής. Ένα βιβλίο για τον Βενέζη με τη γραφή του Βενέζη.