Περιεχόμενα
– Μια εβδομάδα σ’ ένα ήσυχο σπίτι
– Οι τρείς κρίνοι
– Με υδατογραφίες του Βάτσλαβ Σόουτσεκ. Επίμετρο της τσέχας ποιήτριας Μίλαντα Χορύνοβα.


– Μια εβδομάδα σ’ ένα ήσυχο σπίτι
– Οι τρείς κρίνοι
– Με υδατογραφίες του Βάτσλαβ Σόουτσεκ. Επίμετρο της τσέχας ποιήτριας Μίλαντα Χορύνοβα.
Ατέλειωτα της ζωής τα βάσανα και οι κακοτυχίες, κι εμείς οι δύστυχοι αγνοούμε τι τάχα επιθυμούμε,
όταν με προσευχές και παρακλήσεις όλα τ’ αγαθά ζητάμε,
και σαν ποντίκι μεθυσμένο εδώ κι εκεί γυρνάμε, χωρίς να βρίσκουμε τον δρόμο στο σπίτι μας να πάμε,
γιατί, αν είσαι μεθυσμένος, λάθος δρόμο παίρνεις ο καημένος.
Έτσι πορεύεται ως τώρα αυτός ο κόσμος, κι εμείς το ίδιο.
Με πάθος και μανία την ευτυχία όλοι ποθούμε, μάταια ψάχνοντας εκεί που δεν υπάρχει να τη βρούμε.
Χωρίς αμφιβολία, για όλους μας αυτή είναι η αλήθεια.
Ο ρώσος συγγραφέας Φιόντορ Ντοστογιέφσκι (1821-1881) θεωρείται από τους μεγαλύτερους μυθιστοριογράφους όλων των εποχών, “βαθύς ανατόμος της ανθρώπινης ψυχής”.
Ο σωσίας, που γράφτηκε το 1846, είναι απο τα πρώτα έργα του, που περιέχει εν σπέρματι τις αρετές που φανερώνονται στα πασίγνωστα μεταγενέστερα έργα του: Έγκλημα και τιμωρία, Δαιμονισμένοι, Αδελφοί Καραμάζοφ.
Στον σωσία ο συγγραφέας καταδύεται στον ψυχικό κόσμο του δημοσίου υπαλλήλου Γκολιάτκιν (που μας φέρνει στο μυαλό τον βιβλικό Γολιάθ). Ο ήρωάς μας θέλει να “τραβάει τον δρόμο του” αλλά και θέλει να “μη διαφέρει καθόλου απ’ τους άλλους ανθρώπους”. Διχάζεται: ο πραγματικός Γκολιάτκιν εμμένει στην ιδιαιτερότητα του, ο σωσίας του υποτάσσεται στον γενικό κομφορμισμό, γίνεται ολόιδιος με τους άλλους ανθρώπους.
Ο Ντοστογιέφσκι περιγράφει αριστοτεχνικά τη σύγκρουση των δύο στάσεων, την έκφραση τους στη ζωή του ήρωα, την τραγική κατάληξη…
Βιέννη, πρώτα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέσσερις φίλοι ανταμώνουν καθημερινά σ’ ένα λαϊκό εστιατόριο και τρώνε πάντοτε το φτηνότερο φαγητό. Αυτούς, τους φτηνοφαγάδες, συναντά ο ανάπηρος Κόλερ, ο πέμπτος της συντροφιάς, και αισθάνεται υποχρεωμένος να τους αφιερώσει το κεντρικό κεφάλαιο του βιβλίου που συγγράφει, με θέμα την Φυσιογνωμική.
Ο αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ γεννήθηκε το 1931 στην Ολλανδία και πέθανε το 1989 στην Αυστρία.
Για τα μυθιστορήματα, τα ποιήματα και τα θεατρικά του έργα τιμήθηκε με πολλά και διεθνή βραβεία.
Στο κείμενο είναι παρούσες όλες οι εμμονές που χαρακτηρίζουν το σύνολο του παζολινικού έργου, άλλες εν σπέρματι και άλλες ήδη ώριμες (ο δεσπότης θεός και ο αντίδικος άνθρωπος, οι εξουσίες και η αμφισβήτησή τους, ο κομφορμισμός των κατ’ όνομα ριζοσπαστών, η ευθηνία των θεωρούμενων μεγάλων αξιών). Πρωτίστως, είναι παρούσα και δρώσα η εμμονή της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, όταν αυτή δοκιμάζει να μιλήσει τα άρρητα, να καταστήσει θεατά, επικινδύνως θεατά, τα κρύφια και τα απωθημένα. Για τον Παζολίνι, η κάθαρση δεν εξισώνεται με κάποια παραμυθία και ληθαργική χαλάρωση, αλλά με τον βαθύτατο συγκλονισμό, τη ριζική διασάλευση. (Παντελής Μπουκάλας, Η Καθημερινή, 12/10/1999)
Ο ιταλός σκηνοθέτης, λάτρης της αρχαίας τραγωδίας, θυμηθείτε τις ταινίες του ΟΙΔΙΠΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΣ, ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΦΡΙΚΑΝΙΚΗ ΟΡΕΣΤΕΙΑ, ΜΗΔΕΙΑ (με πρωταγωνίστρια τη Μαρία Κάλλας), παίρνει τον μύθο του Οιδίποδα και τον μεταφέρει στα καθ ημάς. Ο πατέρας, αυτοδημιούργητος αστός, σε κρίση ταυτότητας, σκοτώνει τον αμφισβητία γιο του. Ο Παζολίνι ειρωνεύεται την προσευχή την οποία αναπέμπει ο πατέρας στον Επουράνιο, θέλοντας έτσι να δείξει την κρίση της θρησκείας και της κοινωνίας που δεν πιστεύει πια. Στο Επίμετρο, πλήρης εργοβιογραφία. (Βιβλιοθήκη της Ελευθεροτυπίας, 20/3/2000)
Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε πελώρια κατσαρίδα. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που έμοιαζε με πανοπλία, και, όταν σήκωσε λιγάκι το κεφάλι, είδε την τουρλωτή, καφετιά κοιλιά του που ήταν χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματα για να μη γλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα πόδια του, αξιολύπητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.
“Τι μου συνέβη;” συλλογίστηκε. Δεν ήταν όνειρο. Το δωμάτιό του, ένα συνηθισμένο ανθρώπινο υπνοδωμάτιο, μόνο λίγο πιο μικρό από το κανονικό, κειτόταν ήσυχο ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους του. Πάνω απ’ το τραπέζι, στο οποίο ήταν σκόρπια ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα -ο Σάμσα ήταν περιοδεύων αντιπρόσωπος- κρεμόταν η εικόνα που είχε κόψει πρόσφατα από ένα εικονογραφημένο περιοδικό και την είχε βάλει σε μια όμορφη, επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα έδειχνε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα που καθόταν στητή και άπλωνε στον θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της από τον αγκώνα και κάτω.