

Ετεροδοξία
O Ερνέστο Σάμπατο γεννήθηκε στην Αργεντινή το 1911. Σπούδασε φυσική και φιλοσοφία στην πατρίδα του και κατόπιν έζησε στο Παρίσι, ερευνητής στο Εργαστήριο Κιουρί. H γνωριμία του με τον σουρεαλιστή Αντρέ Μπρετόν και η διαπίστωσή του ότι η πυρηνική φυσική εγκυμονεί κινδύνους, τον έκαναν να εγκαταλείψει τη φυσική και να στραφεί στη λογοτεχνία και στη ζωγραφική.
H μυθιστορηματική τριλογία του “Το τούνελ” (1948), “Περί ηρώων και τάφων” (1961) και “Αβαδδών ο Εξολοθρευτής” (1983) τού χαρίζει παγκόσμια φήμη και πολλά διεθνή βραβεία. Το υπόλοιπο έργο του αποτελείται από συλλογές δοκιμίων. Στο παρόν βιβλίο, διατυπώνει τις σκέψεις του για τις σχέσεις των δύο φύλων, για τη λογοτεχνία, τη φιλοσοφία, τη θρησκεία, την επιστήμη, τον μαρξισμό, την πολιτική.
Related products
Γράμμα στον Αντόνιο Σάουρα
Η Δίκη
«Η Δίκη είναι ένα εφιαλτικό βιβλίο και σε αυτό συγκλίνουν όσοι αναγνώστες και κριτικοί το έχουν προσεγγίσει από διαφορετικά μετερίζια. Σε τι ακριβώς συνίσταται αυτός ο εφιάλτης που χάριν ευκολίας χρησιμοποιείται παντού όπου, υπό τη γενικόλογη έννοια του «καφκικού» ύφους; (…) αναγνώστη/τρια διαβάζοντας αυτό το βιβλίο θα έχεις επιτύχει κάτι απτό και μετρήσιμο, κοινωνικά χρήσιμο, καθότι η αμιγώς αναγνωστική, αισθητική απόλαυση είναι καθαρά ατομική υπόθεση (τουτέστιν ύποπτη). Εφόσον όμως συνδέσεις την ανάγνωση με το όφελος, αυτόματα η παρασιτική κατάσταση απομόνωσης (σε ένα δικό σου δωμάτιο, όπως σοφά έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ) απενοχοποιείται, καθίσταται μετρήσιμη κι άρα συνέχεια και επίρρωση της παραγωγικής διαδικασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο (ναι, αυτό τη «Δίκης») θα είναι υπερήφανο για σένα!» (Φώτης Καραμπεσίνης, bookpress.gr, 28/04/2021)
Ο Πύργος
Ήταν αργά το βράδυ όταν έφτασε ο Κ. Το χωριό το σκέπαζε βαθύ χιόνι. Από τον λόφο του Πύργου δεν φαινόταν τίποτε, τον κάλυπταν η καταχνιά και το σκοτάδι, κι ούτε ένα αμυδρό φωτάκι δεν έδειχνε ότι υπήρχε εκεί ο μεγάλος Πύργος. Ώρα πολλή στάθηκε ο Κ. στην ξύλινη γέφυρα που οδηγούσε από τον δημόσιο δρόμο στο χωριό και κοίταξε το φαινομενικό κενό από πάνω του.
Κίνησε έπειτα να βρει κατάλυμα για τη νύχτα. Στο πανδοχείο δεν είχαν ακόμη κοιμηθεί, ο ξενοδόχος δεν είχε βέβαια δωμάτιο να του δώσει, μα, εξαιρετικά ξαφνιασμένος κι αναστατωμένος από τον πελάτη που έφτασε τέτοια ώρα, προθυμοποιήθηκε ν’ αφήσει τον Κ. να κοιμηθεί σ’ ένα αχυρόστρωμα στην τραπεζαρία. Ο Κ. δέχθηκε. Λίγοι χωρικοί έπιναν ακόμη την μπίρα τους, αλλά δεν ήθελε να πιάσει κουβέντα με κανέναν, κουβάλησε μόνος του το αχυρόστρωμα από τη σοφίτα και πλάγιασε κοντά στη θερμάστρα. Ήταν ζεστά, οι χωρικοί ήταν ήσυχοι, τους περιεργάστηκε για λίγο με κουρασμένα μάτια κι ύστερα αποκοιμήθηκε.
Οι Ιστορίες του Κάντερμπερυ
Ατέλειωτα της ζωής τα βάσανα και οι κακοτυχίες, κι εμείς οι δύστυχοι αγνοούμε τι τάχα επιθυμούμε,
όταν με προσευχές και παρακλήσεις όλα τ’ αγαθά ζητάμε,
και σαν ποντίκι μεθυσμένο εδώ κι εκεί γυρνάμε, χωρίς να βρίσκουμε τον δρόμο στο σπίτι μας να πάμε,
γιατί, αν είσαι μεθυσμένος, λάθος δρόμο παίρνεις ο καημένος.
Έτσι πορεύεται ως τώρα αυτός ο κόσμος, κι εμείς το ίδιο.
Με πάθος και μανία την ευτυχία όλοι ποθούμε, μάταια ψάχνοντας εκεί που δεν υπάρχει να τη βρούμε.
Χωρίς αμφιβολία, για όλους μας αυτή είναι η αλήθεια.
Η Μεταμόρφωση
Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε πελώρια κατσαρίδα. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που έμοιαζε με πανοπλία, και, όταν σήκωσε λιγάκι το κεφάλι, είδε την τουρλωτή, καφετιά κοιλιά του που ήταν χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματα για να μη γλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα πόδια του, αξιολύπητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.
“Τι μου συνέβη;” συλλογίστηκε. Δεν ήταν όνειρο. Το δωμάτιό του, ένα συνηθισμένο ανθρώπινο υπνοδωμάτιο, μόνο λίγο πιο μικρό από το κανονικό, κειτόταν ήσυχο ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους του. Πάνω απ’ το τραπέζι, στο οποίο ήταν σκόρπια ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα -ο Σάμσα ήταν περιοδεύων αντιπρόσωπος- κρεμόταν η εικόνα που είχε κόψει πρόσφατα από ένα εικονογραφημένο περιοδικό και την είχε βάλει σε μια όμορφη, επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα έδειχνε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα που καθόταν στητή και άπλωνε στον θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της από τον αγκώνα και κάτω.