Περιεχόμενα
– Πρόλογος του 1962 οτην “Ιστορία των ουτοπιών”
– Η εξέγερση των δαιμόνων
– Η προοπτική του ανθρώπου
– Το μέλλον που ανοίγεται μπροστά μας


α τέσσερα κείμενα που συγκεντρώσαμε εδώ είναι από τα τελευταία χρόνια της ζωής του αμερικανού οικουμενικού στοχαστή Λιούις Μάμφορντ (1895-1990), που τα κυριότερα έργα του είναι: “Η ιστορία των ουτοπιών” , “Τέχνη και τεχνική”, “Οι μεταμορφώσεις του ανθρώπου” και το δίτομο κύκνειο άσμα του “Ο μύθος της μηχανής” (Α’ Τεχνική και ανάπτυξη του ανθρώπου, Β’ Το Πεντάγωνο της ισχύος). Το πρώτο δημοσιεύθηκε το 1962 ως Νέος Πρόλογος στο βιβλίο του “Η ιστορία των ουτοπιών” και μιλάει για τα συναισθήματα που ένιωσε και τις σκέψεις που έκανε μελετώντας τις ουτοπίες. Το δεύτερο πραγματεύεται τους δύο βασικούς ανατόμους της ανθρώπινης ψυχής, τον Ζίγκμουντ Φρόυντ και τον Καρλ Γιουνγκ, που οι δρόμοι τους κάποτε ενώθηκαν και κατόπιν οριστικά χώρισαν. Στο τρίτο και στο τέταρτο κείμενο εκθέτει τις απόψεις του για τις προοπτικές που ανοίγονται στον άνθρωπο, έτσι όπως έχει οργανώσει τη ζωή του στον πολιτισμό μας.
– Πρόλογος του 1962 οτην “Ιστορία των ουτοπιών”
– Η εξέγερση των δαιμόνων
– Η προοπτική του ανθρώπου
– Το μέλλον που ανοίγεται μπροστά μας
Οι αναρχικοί είναι εχθρικοί προς όλες τις θρησκείες (άρα και προς τον χριστιανισμό), αλλά και οι ευσεβείς χριστιανοί φρικιούν με την αναρχία, πηγή αταξίας και άρνησης των καθιερωμένων εξουσιών. Αυτές ακριβώς τις απλές και ακλόνητες βεβαιότητες προτίθεμαι ν’ αμφισβητήσω εδώ. Είμαι πολύ κοντά σε μια μορφή αναρχισμού και πιστεύω ότι ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός. Αλλά σ’ ένα σημείο θα διαχωρίσω τη θέση μου από έναν γνήσιο αναρχικό: ο γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω. Μ’ άλλα λόγια, εκτιμώ ότι η μάχη του αναρχισμού, ο αγώνας προς την κατεύθυνση μιας αναρχικής κοινωνίας είναι ουσιώδης, αλλά η πραγματοποίηση αυτής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Νομίζω ότι η ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσία και χωρίς θεσμούς εδράζεται στην πίστη πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και τον διαφθείρει η κοινωνία. Στην ακραία περίπτωση λέμε: “Οι κλέφτες υπάρχουν επειδή υπάρχει η αστυνομία, αν καταργήσουμε την αστυνομία, η κλοπή θα εξαφανιστεί”. Οπωσδήποτε, η κοινωνία παίζει μεγάλο ρόλο στη διαστρέβλωση του ατόμου: είναι πάρα πολύ αυστηρή και καταπιεστική, άρα ο άνθρωπος πρέπει με τον άλφα ή βήτα τρόπο ν’ “αποσυμπιέζεται”, συχνά με βίαιες ενέργειες και φόνους. Σήμερα, η διαστρέβλωση του ανθρώπου στη Δύση γίνεται αλλιώς: βασικό ρόλο παίζουν η διαφήμιση που ωθεί τον άνθρωπο στην κατανάλωση (άρα στην κλοπή, αν δεν έχει χρήματα να ριχτεί στην κατανάλωση). η αχαλίνωτη πορνογραφία, το θέαμα της βίας στα Μ.Μ.Ε. (Ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην αύξηση της παραβατικότητας και του μίσους για τον συνάνθρωπό μας είναι σημαντικός). Εν τούτοις, δεν έρχονται όλα απ’ την “κοινωνία”.
Ελπίζω πως ο τίτλος του βιβλίου μου (Τραγούδια της πείρας) θα γίνει κατανοητός περισσότερο ως απότιση φόρου τιμής και λιγότερο ως χειρονομία επηρμένης προσοικείωσης. Ο δικαιολογημένα εγκωμιασμένος κύκλος ποιημάτων του Ουίλλιαμ Μπλαίηκ, αντίβαρο κατά κάποιο τρόπο στα Τραγούδια της αθωότητας που επίσης συνέθεσε, παρέχει ενοράσεις σ’ αυτό που ονόμασε “οι δυο αντίθετες καταστάσεις της ψυχής”, και μία νηφάλια πραγματεία δεν μπορεί να ελπίσει πως θα τα συναγωνιστεί. Καμία πεζογραφική “τίγρης” δεν θα λάμψει ποτέ τόσο λαμπρά μέσα στη νύχτα όπως έκανε η ποίησή του, κανένα ακαδημαϊκό σκουληκοφαγωμένο “Ρόδο” δεν θα φαίνεται ποτέ τόσο αρρωστιάρικο. Ερευνώντας λαμπρά τις θρησκευτικές, πολιτικές, ηθικές και ψυχολογικές συνεπαγωγές της έκπτωσης από τη χάρη, τα ποιήματα του Μπλαίηκ θέτουν έναν γνώμονα που μόνον οι πιο παράτολμοι θα επιχειρούσαν ν’ ανταγωνιστούν.
Αναλύοντας τα σπουδαία έργα των κορυφαίων αμερικανών κοινωνιολόγων Νταίηβιντ Ρήσμαν, Κρίστοφερ Λας, Ντάνιελ Μπελ και Ρίτσαρντ Σένετ, ο συγγραφέας καταλήγει στα συμπεράσματα του: Ζούμε σε μία νέα εποχή. Την εξέγερση της δεκαετίας του 1960 διαδέχονται σήμερα η αδιαφορία και ο ναρκισσισμός. Τη λογική της ομοιομορφοποίησης διαδέχονται η αποτυποποίηση και η γοητεία. Την ιδεολογική σοβαρότητα διαδέχεται η γενίκευση του χιούμορ. Μια νέα δημοκρατική εποχή χαρακτηρίζεται από τον περιορισμό της βίας και την εξάντληση αυτού που εδώ και εκατό χρόνια αποτελούσε την πρωτοπορία. Με αυτό τον νέο ατομικισμό, οι αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες εισέρχονται στη «μεταμοντέρνα» εποχή.
«Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (Μ.Κ.Δ.) διαπερνούν την κοινωνία ως γεωμετρικό σχήμα, ως σώμα μιας ακανόνιστης σφαίρας, συνδέοντας τα άτομα ως σημεία-κόμβους μεταξύ τους.» Αυτή είναι η λανθάνουσα παράσταση που σχηματίζουμε για τα μέσα, όταν γίνεται λόγος γι’ αυτά. Η θαμπή παράσταση συνδηλώνει την αφαίρεση του περιεχομένου της κοινωνίας, τη φαντασματοποίησή της. Τα Μ.Κ.Δ. «προάγουν» ένα είδος γεωμετρικής και μαθηματικής κανονιστικότητας των σημείων-κόμβων, αίρουν την κοινωνία ως σώμα πάνω από την υλική της υπόσταση, θέτοντας στη θέση της ένα πενιχρό αντίγραφο, το οποίο αξιώνει επιπλέον να είναι ανώτερης ποιότητας· τα μέσα ενθρονίζονται καταμεσής του ανύπαρκτου σώματος της κοινωνίας ως αυλή μισοσκότεινη μορφή αντιπροσώπευσης του Κοινωνικού, ως ατοπία του.
Μέσα από την προσωπική και θεωρητικά επεξεργασμένη εμπειρία, η ανά χείρας εργασία συνδιαλέγεται στοχαστικά με τη χρήση των μέσων αποκαλύπτοντας πίσω από τις πολυδαίδαλες ψηφιακές σχέσεις τον σολιψισμό του χρήστη. Το ψυχικό αυτό καθεστώς συνεπάγεται πλήγμα του Κοινωνικού στους θεμέλιους λίθους του και αποδόμησή του. Από την άλλη, η ψηφιακή μοναχικότητα του χρήστη αποτελεί παράπλευρη απώλεια της προοπτικής, την οποία του εμφυσά το μέσο· είναι αποτέλεσμα της έξης στη σαγήνη. Αμφότερα, προοπτική και σαγήνη, συνταυτίζονται και συνδράμουν στο να καταλάμψει ο εαυτός στην πίστα της μετουσίωσης – και τούτο αφού προηγουμένως αμελήσει ο χρήστης το προαπαιτούμενο το οποίο έγκειται στην απόθεση του σώματος πριν την άνοδο στη σκηνή.
(Μια ενδιάμεση κατάσταση ή ουδέτερη ζώνη είναι ο πόθος, η αυτοδιαφήμιση γυναικείου κάλλους: απλόχερος γυναικείος ναρκισσισμός και ‘αφιλοχρήματη’ εμπορία γυναικείας σάρκας· από την πλευρά του άντρα: μετατροπή του οφθαλμού σε μυζητήρα και της οθόνης σε μητρικό μαστό.)
Την πίσω πλευρά της μετουσίωσης και του πόθου απαρτίζουν οι λεκτικές αψιμαχίες, οι εξυβρίσεις και η χυδαιολογία. Η άμεσα ανερχόμενη συνείδηση της ανελευθερίας ανακόπτεται, δεν αξιοποιείται· η πλημμυρίδα του συναισθήματος κατισχύει της συνειδήσεως. Ο χρήστης διαρρηγνύει τα αόρατα τείχη του εγκλεισμού κάνοντας σμπαράλια το σώμα του…
Γράφει ο Νόρμαν Κον: Το αρχικό νόημα της λέξης «χιλιασμός» ήταν στενό και ακριβές. Ο χριστιανισμός είχε ανέκαθεν μιαν εσχατολογία, με την έννοια ενός δόγματος που αφορούσε στις «τελευταίες ημέρες». Ο χριστιανικός χιλιασμός ήταν απλώς μια παραλλαγή χριστιανικής εσχατολογίας. Σύμφωνα με την Αποκάλυψη του Ιωάννη, μετά την Δευτέρα Παρουσία, ο Χριστός θα ιδρύσει στη γη ένα μεσσιανικό βασίλειο και θα βασιλεύει επί χίλια χρόνια πριν από την Έσχατη Κρίση. Πιο πρόσφατα, οι ανθρωπολόγοι και οι κοινωνιολόγοι χρησιμοποιούν τη λέξη «χιλιασμός» για να περιγράψουν έναν συγκεκριμένο τύπο σωτηριολογίας, που είναι συλλογική, επίγεια, επικείμενη, συνολική και θαυματουργή. Μ’ αυτό το νόημα την χρησιμοποιώ στο βιβλίο μου, στο οποίο πραγματεύομαι τις αιρέσεις του Μεσαίωνα.
– Γράφηκαν επακριβώς στην Καινή Διαθήκη οι διδαχές και τα λόγια του Ιησού;
– Ποιος τα αλλοίωσε και γιατί;
– Τι είπε αρχικά ο Ιησούς και ποιο το πραγματικό νόημα των λόγων του;
– Μπορούμε να δούμε τι ακριβώς είπε ο Ιησούς και ποιος ακριβώς ήταν ο συμβολισμός των λόγων του την εποχή εκείνη;
– Μας δίνει η Καινή Διαθήκη τη σωστή εικόνα για την προσωπικότητα του Ιησού;
Σε αυτά τα σημαντικά ερωτήματα δίνει απάντηση το βιβλίο “Ο Πέτρος επινόησε τον Ιησού”.
Μία νέα αναλυτική μέθοδος δίνει απροσδόκητα αποτελέσματα και απόψεις για την κατανόηση της Βίβλου.
Ο Dimitri Speck επιδεικνύει σπάνιο πνευματικό θάρρος και παρουσιάζει κατά την έρευνα των βιβλικών κειμένων μία αξιέπαινη αντικειμενικότητα μακριά από κάθε προκατάληψη.
Το βιβλίο είναι μία σημαντική συνεισφορά στο μεγάλο πολιτισμικό θέμα Βίβλος και χριστιανισμός. (Στέφανος Σκληβάνος, φυσικός)