Περιεχόμενα
– Μια εβδομάδα σ’ ένα ήσυχο σπίτι
– Οι τρείς κρίνοι
– Με υδατογραφίες του Βάτσλαβ Σόουτσεκ. Επίμετρο της τσέχας ποιήτριας Μίλαντα Χορύνοβα.


– Μια εβδομάδα σ’ ένα ήσυχο σπίτι
– Οι τρείς κρίνοι
– Με υδατογραφίες του Βάτσλαβ Σόουτσεκ. Επίμετρο της τσέχας ποιήτριας Μίλαντα Χορύνοβα.
Ποιες είναι οι μακροπρόθεσμες επιπτώσεις της διαρκούς και ακραίας βίας σε μια κοινωνία, στους ανθρώπους και στη λογοτεχνία της; Πώς επενεργεί η βία στον ανθρώπινο εγκέφαλο; Μπορεί η λογοτεχνία να αποκαλύψει το συλλογικό και ατομικό τραύμα που έχει προκαλέσει η βία στην κοινωνία και στο άτομο; Είναι δυνατόν να εξηγηθεί η βία με οικονομικά, πολιτικά, θρησκευτικά, γεωγραφικά ή άλλα εργαλεία, ή από ένα σημείο και μετά παραμένει δυσεξήγητη, παρά τη διαχρονική, επίμονη ύπαρξή της; Και ακόμη και αν εξηγηθεί, μπορεί τελικά να αντιμετωπιστεί με οικονομικές, κοινωνιολογικές, ψυχολογικές ή άλλες μεθόδους; Και αν όλες μας οι εξηγήσεις έχουν αποδειχθεί τελικά ανίκανες να ερμηνεύσουν και να επιλύσουν το πρόβλημα της βίας, τότε μήπως η λογοτεχνία μπορεί;
Ήταν αργά το βράδυ όταν έφτασε ο Κ. Το χωριό το σκέπαζε βαθύ χιόνι. Από τον λόφο του Πύργου δεν φαινόταν τίποτε, τον κάλυπταν η καταχνιά και το σκοτάδι, κι ούτε ένα αμυδρό φωτάκι δεν έδειχνε ότι υπήρχε εκεί ο μεγάλος Πύργος. Ώρα πολλή στάθηκε ο Κ. στην ξύλινη γέφυρα που οδηγούσε από τον δημόσιο δρόμο στο χωριό και κοίταξε το φαινομενικό κενό από πάνω του.
Κίνησε έπειτα να βρει κατάλυμα για τη νύχτα. Στο πανδοχείο δεν είχαν ακόμη κοιμηθεί, ο ξενοδόχος δεν είχε βέβαια δωμάτιο να του δώσει, μα, εξαιρετικά ξαφνιασμένος κι αναστατωμένος από τον πελάτη που έφτασε τέτοια ώρα, προθυμοποιήθηκε ν’ αφήσει τον Κ. να κοιμηθεί σ’ ένα αχυρόστρωμα στην τραπεζαρία. Ο Κ. δέχθηκε. Λίγοι χωρικοί έπιναν ακόμη την μπίρα τους, αλλά δεν ήθελε να πιάσει κουβέντα με κανέναν, κουβάλησε μόνος του το αχυρόστρωμα από τη σοφίτα και πλάγιασε κοντά στη θερμάστρα. Ήταν ζεστά, οι χωρικοί ήταν ήσυχοι, τους περιεργάστηκε για λίγο με κουρασμένα μάτια κι ύστερα αποκοιμήθηκε.
«Η Δίκη είναι ένα εφιαλτικό βιβλίο και σε αυτό συγκλίνουν όσοι αναγνώστες και κριτικοί το έχουν προσεγγίσει από διαφορετικά μετερίζια. Σε τι ακριβώς συνίσταται αυτός ο εφιάλτης που χάριν ευκολίας χρησιμοποιείται παντού όπου, υπό τη γενικόλογη έννοια του «καφκικού» ύφους; (…) αναγνώστη/τρια διαβάζοντας αυτό το βιβλίο θα έχεις επιτύχει κάτι απτό και μετρήσιμο, κοινωνικά χρήσιμο, καθότι η αμιγώς αναγνωστική, αισθητική απόλαυση είναι καθαρά ατομική υπόθεση (τουτέστιν ύποπτη). Εφόσον όμως συνδέσεις την ανάγνωση με το όφελος, αυτόματα η παρασιτική κατάσταση απομόνωσης (σε ένα δικό σου δωμάτιο, όπως σοφά έγραφε η Βιρτζίνια Γουλφ) απενοχοποιείται, καθίσταται μετρήσιμη κι άρα συνέχεια και επίρρωση της παραγωγικής διαδικασίας. Το Ανώτατο Δικαστήριο (ναι, αυτό τη «Δίκης») θα είναι υπερήφανο για σένα!» (Φώτης Καραμπεσίνης, bookpress.gr, 28/04/2021)
Δεν θεωρώ ατιμωτική την ηλιθιότητα. Πιστεύω πως αν δεν ήσουν μια φορά στη ζωή σου ηλίθιος, και μάλιστα βαθιά ηλίθιος, δεν έχεις καμιά πιθανότητα να υποψιαστείς τί είναι η ζωή. Νομίζω πως χρωστούμε στους ηλίθιους περισσότερα απ’ όσα πιστεύουμε.
Αυτοί τραβούν και πάντα τραβούσαν κουπί, με την ενεργητικότητα, την αξεπέραστη ζωτικότητά τους.
Δίχως τους ηλίθιους, όλα θα είχαν βουλιάξει στον μηδενισμό!
Ο κόσμος θα είχε εξαφανιστεί, από φόβο μη γελοιοποιηθεί!
Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε πελώρια κατσαρίδα. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που έμοιαζε με πανοπλία, και, όταν σήκωσε λιγάκι το κεφάλι, είδε την τουρλωτή, καφετιά κοιλιά του που ήταν χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματα για να μη γλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα πόδια του, αξιολύπητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.
“Τι μου συνέβη;” συλλογίστηκε. Δεν ήταν όνειρο. Το δωμάτιό του, ένα συνηθισμένο ανθρώπινο υπνοδωμάτιο, μόνο λίγο πιο μικρό από το κανονικό, κειτόταν ήσυχο ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους του. Πάνω απ’ το τραπέζι, στο οποίο ήταν σκόρπια ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα -ο Σάμσα ήταν περιοδεύων αντιπρόσωπος- κρεμόταν η εικόνα που είχε κόψει πρόσφατα από ένα εικονογραφημένο περιοδικό και την είχε βάλει σε μια όμορφη, επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα έδειχνε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα που καθόταν στητή και άπλωνε στον θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της από τον αγκώνα και κάτω.