Περιεχόμενα
– Μια εβδομάδα σ’ ένα ήσυχο σπίτι
– Οι τρείς κρίνοι
– Με υδατογραφίες του Βάτσλαβ Σόουτσεκ. Επίμετρο της τσέχας ποιήτριας Μίλαντα Χορύνοβα.


– Μια εβδομάδα σ’ ένα ήσυχο σπίτι
– Οι τρείς κρίνοι
– Με υδατογραφίες του Βάτσλαβ Σόουτσεκ. Επίμετρο της τσέχας ποιήτριας Μίλαντα Χορύνοβα.
Ο Δον Χουλιάν είναι το μυθιστόρημα της πλήρους απομάγευσης, που συντελείται με όρους βαθιά φιλοσοφικούς, αλλά και με άφθονους τόνους παρωδίας και χιούμορ. Πρόκειται για βιβλίο άκρως αιρετικό, επαναστατικό, ασυμβίβαστο, που ξέρει πολύ καλά πώς να υπερβαίνει ανά πάσα στιγμή κάθε όριο. Ο Γκοϊτισόλο μας προσφέρει την ανατομία της γένεσης του μισητού ισπανικού έθνους και οραματίζεται το βίαιο τέλος του, ενώ ταυτόχρονα φτάνει και σε μία απαράμιλλη φιλοσοφική γενίκευση για τον απεχθή και επικίνδυνο χαρακτήρα κάθε έθνους, αλλά και κάθε άλλου μεταφυσικού δόγματος από τα πάμπολλα που κρατούν ακόμη σήμερα τον άνθρωπο δέσμιο σε δικής του έμπνευσης παγιδεύσεις.
Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρέθηκε στο κρεβάτι του μεταμορφωμένος σε πελώρια κατσαρίδα. Ήταν ξαπλωμένος ανάσκελα, πάνω στη σκληρή ράχη του που έμοιαζε με πανοπλία, και, όταν σήκωσε λιγάκι το κεφάλι, είδε την τουρλωτή, καφετιά κοιλιά του που ήταν χωρισμένη σε σκληρές καμπυλωτές δίπλες και μόλις συγκρατούσε τα σκεπάσματα για να μη γλιστρήσουν τελείως από πάνω του. Τα πολυάριθμα πόδια του, αξιολύπητα λεπτά σε σύγκριση με το υπόλοιπο σώμα του, ταλαντεύονταν ανήμπορα μπροστά στα μάτια του.
“Τι μου συνέβη;” συλλογίστηκε. Δεν ήταν όνειρο. Το δωμάτιό του, ένα συνηθισμένο ανθρώπινο υπνοδωμάτιο, μόνο λίγο πιο μικρό από το κανονικό, κειτόταν ήσυχο ανάμεσα στους τέσσερις γνώριμους τοίχους του. Πάνω απ’ το τραπέζι, στο οποίο ήταν σκόρπια ανάκατα κάτι δείγματα από υφάσματα -ο Σάμσα ήταν περιοδεύων αντιπρόσωπος- κρεμόταν η εικόνα που είχε κόψει πρόσφατα από ένα εικονογραφημένο περιοδικό και την είχε βάλει σε μια όμορφη, επίχρυση κορνίζα. Η εικόνα έδειχνε μια κυρία με γούνινο καπέλο και γούνινη εσάρπα που καθόταν στητή και άπλωνε στον θεατή ένα πελώριο γούνινο μανσόν που μέσα του χανόταν ολόκληρο το χέρι της από τον αγκώνα και κάτω.
Καμία μέρα χωρίς τη μικρή σου αστυνομική ιστορία (Manfred Chobot). 40 μικρές ιστοριούλες, διασκεδαστικές, ανθρώπινες, αληθοφανείς.
Ο συγγραφέας δίνει την αίσθηση ότι έχει απλώσει τις κεραίες του στο αστυνομικό δελτίο, στις εφημερίδες, στο ίντερνετ, παντού όπου συμβαίνουν περίεργα πράγματα και πάσης φύσεως εγκλήματα.
Οι ιστορίες αυτές πραγματεύονται τα καμώματα, τις φιλοδοξίες και τα βάσανα καθημερινών ανθρώπων και διατρέχουν διάφορες εποχές και θεματικές. Με έκβαση αναμενόμενη ή εντελώς απρόβλεπτη κρατούν αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη, που τις παρακολουθεί σαν ένα θεατρικό δρώμενο, σαν μια performance κάθε φορά διαφορετική.
Ο Manfred Chobot διεισδύει στην ανθρώπινη φύση και μέσα από τους τόσους διαφορετικούς αντιήρωες απεικονίζει πολύ παραστατικά την κοινωνία.
Σ’ όλες τις ιστορίες βλέπουμε καυστικό χιούμορ και αυτοσαρκασμό, χωρίς ίχνος σοβαροφάνειας και μεγαλοστομίας.
Οι ιστορίες του σε ταξιδεύουν, στέλνοντας μικρά σημαντικά μηνύματα.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Ατέλειωτα της ζωής τα βάσανα και οι κακοτυχίες, κι εμείς οι δύστυχοι αγνοούμε τι τάχα επιθυμούμε,
όταν με προσευχές και παρακλήσεις όλα τ’ αγαθά ζητάμε,
και σαν ποντίκι μεθυσμένο εδώ κι εκεί γυρνάμε, χωρίς να βρίσκουμε τον δρόμο στο σπίτι μας να πάμε,
γιατί, αν είσαι μεθυσμένος, λάθος δρόμο παίρνεις ο καημένος.
Έτσι πορεύεται ως τώρα αυτός ο κόσμος, κι εμείς το ίδιο.
Με πάθος και μανία την ευτυχία όλοι ποθούμε, μάταια ψάχνοντας εκεί που δεν υπάρχει να τη βρούμε.
Χωρίς αμφιβολία, για όλους μας αυτή είναι η αλήθεια.
Βιέννη, πρώτα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέσσερις φίλοι ανταμώνουν καθημερινά σ’ ένα λαϊκό εστιατόριο και τρώνε πάντοτε το φτηνότερο φαγητό. Αυτούς, τους φτηνοφαγάδες, συναντά ο ανάπηρος Κόλερ, ο πέμπτος της συντροφιάς, και αισθάνεται υποχρεωμένος να τους αφιερώσει το κεντρικό κεφάλαιο του βιβλίου που συγγράφει, με θέμα την Φυσιογνωμική.
Ο αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ γεννήθηκε το 1931 στην Ολλανδία και πέθανε το 1989 στην Αυστρία.
Για τα μυθιστορήματα, τα ποιήματα και τα θεατρικά του έργα τιμήθηκε με πολλά και διεθνή βραβεία.
Μετά από δεκαοκτώ ολόκληρα χρόνια ο Εντγκάρδο Βέγκα αναγκάζεται να επιστρέψει στην πατρίδα του, το Ελ Σαλβαδόρ, ώστε να παραστεί στην κηδεία τής μητέρας του. Ποιο μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας τέτοιας αναγκαστικής επιστροφής, μετά από τόσον καιρό, σε μια πατρίδα, την οποία έχει μισήσει όσο τίποτε άλλο στη ζωή του; Μα φυσικά ένας Αφανισμός, μία Κατάρρευση, πανομοιότυπη με αυτήν που βιώνει ο Φραντς-Γιόζεφ Μουράου στον Αφανισμό τού Τόμας Μπέρνχαρντ, του συγγραφέα τον οποίο αναπαράγει πιστά ο Οράσιο Καστεγιάνος Μόγια στην Αηδία.
(…..)
Η Αηδία είναι ένας απολαυστικός μονόλογος μπερνχαρντικού τύπου, μια στιλιστική άσκηση, μια φάρσα που διαβάζεται απνευστί. Την ίδια στιγμή, όμως, είναι και μία επαναστατική έκρηξη μίας καταπιεσμένης ατομικότητας, που έχει αηδιάσει από τη βία και τη διαφθορά τις οποίες παράγουν συστηματικά οι κάθε λογής φαντασιακές κοινότητες –εθνικές, θρησκευτικές, ιδεολογικές ή άλλες– ειδικά στην Κεντρική Αμερική και στο Ελ Σαλβαδόρ.
(…..)
[Ο Οράσιο Καστεγιάνος Μόγια] θεωρείται ως ο σημαντικότερος εν ζωή Σαλβαδοριανός –και, κατά πολλούς, Κεντροαμερικανός– συγγραφέας, το δε βιβλίο του “Αηδία. Ο Τόμας Μπέρνχαρντ στο Σαν Σαλβαδόρ” ως το πιο αναγνωρίσιμο λογοτεχνικό δείγμα τής μετά τους εμφυλίους πολέμους περιόδου στο Ελ Σαλβαδόρ και στην Κεντρική Αμερική.