Περιεχόμενα
– Πρόλογος
– Γοητεία Non Stop
– Η Καθαρή Αδιαφορία
– Νάρκισσος ή Η Στρατηγική του Κενού
– Μοντερνισμός και Μετα-Μοντερνισμός
– Η Χιουμοριστική Κοινωνία
– Βία στις Άγριες, Βία στις Μοντέρνες Κοινωνίες
– Επίλογος


Αναλύοντας τα σπουδαία έργα των κορυφαίων αμερικανών κοινωνιολόγων Νταίηβιντ Ρήσμαν, Κρίστοφερ Λας, Ντάνιελ Μπελ και Ρίτσαρντ Σένετ, ο συγγραφέας καταλήγει στα συμπεράσματα του: Ζούμε σε μία νέα εποχή. Την εξέγερση της δεκαετίας του 1960 διαδέχονται σήμερα η αδιαφορία και ο ναρκισσισμός. Τη λογική της ομοιομορφοποίησης διαδέχονται η αποτυποποίηση και η γοητεία. Την ιδεολογική σοβαρότητα διαδέχεται η γενίκευση του χιούμορ. Μια νέα δημοκρατική εποχή χαρακτηρίζεται από τον περιορισμό της βίας και την εξάντληση αυτού που εδώ και εκατό χρόνια αποτελούσε την πρωτοπορία. Με αυτό τον νέο ατομικισμό, οι αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες εισέρχονται στη «μεταμοντέρνα» εποχή.
– Πρόλογος
– Γοητεία Non Stop
– Η Καθαρή Αδιαφορία
– Νάρκισσος ή Η Στρατηγική του Κενού
– Μοντερνισμός και Μετα-Μοντερνισμός
– Η Χιουμοριστική Κοινωνία
– Βία στις Άγριες, Βία στις Μοντέρνες Κοινωνίες
– Επίλογος
Τόπος ανάδυσης της πολιτικής, η ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ είναι και ο τόπος ανάδυσης της στρατηγικής, καθώς γεωπολιτική και γεωστρατηγική συγχέονται στα τείχη, στους πύργους, στο οδικό της δίκτυο.
Ωστόσο, από το 2001 και μετά, αυτή η γεωγραφική διάσταση των συγκρούσεων έχει αλλάξει ριζικά φύση, σε σημείο που η ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ συγκέντρωση να υπερτερεί στο εξής από την πάγια ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ των εθνών.
Μετά τη Χιροσίμα, η μεγάλη επίθεση εναντίον της Νέας Υόρκης εγκαινίασε την εποχή της “ανισορροπίας του τρόμου”, καταστρέφοντας τη στρατηγική σημασία όχι μόνο του αριθμού των αντιπάλων, αλλά και κάθε έκτασης.
Επικεντρώνοντας έτσι τον φόβο στη συγκέντρωση των μητροπόλεων και μόνο, ο αυτοκτονικός χαρακτήρας της εμπλεκόμενης δράσης κατέστρεψε, μαζί με τη στρατηγική μορφή του πολέμου, την πολιτική μορφή της πόλης.
Πρωτοφανές ιστορικό συμβάν, στο οποίο εξαφανίζεται, μαζί με τον διακηρυγμένο εχθρό, και η δυνατότητα μιας οποιοσδήποτε νίκης… αφού κανένας δεν μπορεί να νικήσει σ’ έναν “πόλεμο” στον οποίο είναι άγνωστος ο “εχθρός”.
Μετά την αυτοκτονική κατάσταση της γεωπολιτικής των συνασπισμών Ανατολής / Δύσης, που θεμελιωνόταν σαν απειλή της εξασφαλισμένης αμοιβαίας καταστροφής, προβάλλει, τη χαραυγή της τρίτης χιλιετίας, ένας νέου τύπου MASS KILLER, καθώς η αυτοκτονία του τρομοκράτη αντικαθιστά τον θάνατο του πολίτη- στρατιώτη στη μάχη. Χωρίς κήρυξη πολέμου, χωρίς σημαία, χωρίς όνομα και κυρίως χωρίς μάχη, χωρίς καμιά διεκδίκηση, ο μαζικός φονιάς, που μπορεί να σβήσει κάθε ζωή στην πόλη χρησιμοποιώντας τα όπλα μαζικής καταστροφής, τερματίζει την εποχή του παγκόσμιου γεωπολιτικού πολέμου και εγκαινιάζει την εποχή της παγκοσμιοποίησης μιας μητροπολιτικής τρομοκρατίας στην οποία η απώλεια σημασίας της εδαφικής έκτασης των εθνών αντισταθμίζεται από την κρίσιμη μάζα των μεταναστευτικών συγκεντρώσεων, τις οποίες κανείς δεν κυβερνά πραγματικά.
Στο βιβλίο του ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ (πρώτη έκδοση 1946) ο Μπούμπερ εξετάζει τον ουτοπικό σοσιαλισμό. Ασχολείται όχι τόσο με την ανάπτυξη της ιδέας όσο με την ιδέα στην εξέλιξή της. Από το πλούσιο διαθέσιμο υλικό για το θέμα του, ο συγγραφέας παρουσιάζει μόνον ό,τι θεωρεί ουσιώδες για την εξέταση της καθαυτό ιδέας. Ακόμη, πραγματεύεται τις παράτολμες αλλά εύθραυστες προσπάθειες να πραγματωθεί ο ουτοπικός σοσιαλισμός. Έτσι, ο αναγνώστης διαθέτει ό,τι χρειάζεται, προκειμένου να παρακολουθήσει την κριτική που ασκεί ο Μπούμπερ στη θεωρητική και στην πρακτική σχέση του μαρξισμού με την ιδέα της ανανέωσης των κοινωνικών δομών. (Γιώργος Κορδομενίδης, Αγγελιοφόρος, 2/12/2001)
Στις σελίδες αυτού του πρώτου τόμου γίνεται φανερό πως η πορεία του σύγχρονου αντισημιτισμού ακολουθεί την πορεία ανάπτυξης και παρακμής του εθνικού κράτους στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ενώ οι πηγές του μπορούν να αναζητηθούν στην εβραϊκή ιστορία των προηγούμενων αιώνων. Οι εβραίοι, με τη μακραίωνη παράδοση ως πιστωτές χρημάτων, μετά την κατάρρευση του φεουδαρχικού συστήματος και τη σύσταση των εθνικών κρατών εκμεταλλεύθηκαν το χρηματοπιστωτικό κενό και αναδείχθηκαν στους κατεξοχήν κρατικούς τραπεζίτες των ευρωπαϊκών ηγεμονιών. Στις αυλές των Ευρωπαίων μοναρχών εγκαταστάθηκαν εύποροι εβραίοι και κραταιοί οίκοι εβραϊκών οικογενειών, όπως οι Ρότσιλντ, απέκτησαν υψηλό αριθμό ευρωπαϊκών διασυνδέσεων. Ταυτόχρονα, έλαβαν ιδιαίτερα προνόμια από τις κυβερνήσεις και τις μοναρχίες δίχως όμως να καταφέρουν ποτέ, εξαιτίας της ιδιαιτερότητάς τους, να ενσωματωθούν κοινωνικά και πολιτικά, αποτελώντας κατά αυτόν τον τρόπο πάντα «ένα έθνος μέσα στο έθνος». (Βαγγέλης Γραμματικόπουλος, bookpress.gr, Μάρτιος 2018)
Οι αναρχικοί είναι εχθρικοί προς όλες τις θρησκείες (άρα και προς τον χριστιανισμό), αλλά και οι ευσεβείς χριστιανοί φρικιούν με την αναρχία, πηγή αταξίας και άρνησης των καθιερωμένων εξουσιών. Αυτές ακριβώς τις απλές και ακλόνητες βεβαιότητες προτίθεμαι ν’ αμφισβητήσω εδώ. Είμαι πολύ κοντά σε μια μορφή αναρχισμού και πιστεύω ότι ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός. Αλλά σ’ ένα σημείο θα διαχωρίσω τη θέση μου από έναν γνήσιο αναρχικό: ο γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω. Μ’ άλλα λόγια, εκτιμώ ότι η μάχη του αναρχισμού, ο αγώνας προς την κατεύθυνση μιας αναρχικής κοινωνίας είναι ουσιώδης, αλλά η πραγματοποίηση αυτής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Νομίζω ότι η ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσία και χωρίς θεσμούς εδράζεται στην πίστη πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και τον διαφθείρει η κοινωνία. Στην ακραία περίπτωση λέμε: “Οι κλέφτες υπάρχουν επειδή υπάρχει η αστυνομία, αν καταργήσουμε την αστυνομία, η κλοπή θα εξαφανιστεί”. Οπωσδήποτε, η κοινωνία παίζει μεγάλο ρόλο στη διαστρέβλωση του ατόμου: είναι πάρα πολύ αυστηρή και καταπιεστική, άρα ο άνθρωπος πρέπει με τον άλφα ή βήτα τρόπο ν’ “αποσυμπιέζεται”, συχνά με βίαιες ενέργειες και φόνους. Σήμερα, η διαστρέβλωση του ανθρώπου στη Δύση γίνεται αλλιώς: βασικό ρόλο παίζουν η διαφήμιση που ωθεί τον άνθρωπο στην κατανάλωση (άρα στην κλοπή, αν δεν έχει χρήματα να ριχτεί στην κατανάλωση). η αχαλίνωτη πορνογραφία, το θέαμα της βίας στα Μ.Μ.Ε. (Ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην αύξηση της παραβατικότητας και του μίσους για τον συνάνθρωπό μας είναι σημαντικός). Εν τούτοις, δεν έρχονται όλα απ’ την “κοινωνία”.
Το ποιητικά γραμμένο αυτό κείμενο είναι η διαθήκη τού Χέρμπερτ Μαρκούζε (1896-1979), ενός από τους πιο γνωστούς και ριζοσπαστικούς φιλοσόφους τού 20ού αιώνα. Είναι οι τελευταίες πινελιές που βάζει στο όραμά του για την απελευθέρωση του ανθρώπου, συνοψίζει τις συνεισφορές του και συνάμα αποκαλύπτει τους περιορισμούς της σκέψης του. Είναι από τα πιο ζουμερά, συμπυκνωμένα και εκφραστικά έργα του. Συγχρόνως, αποτελεί το απόσταγμα της αισθητικής θεωρίας τής λεγόμενης Σχολής της Φραγκφούρτης, που οι βασικοί στοχαστές της εγκατέλειψαν τη χιτλερική Γερμανία και κατέφυγαν στην Αμερική ώσπου να περάσει η θύελλα.
Πιστός στον διανοητικό καταυγασμό των συμπυκνωμάτων του ασυνειδήτου (Unbewusstes), ο Διονύσιος Βάγιας ξεκινά την εργασία του ακολουθώντας κατά πόδας την εξάπλωση της φαντασίας από την πρώτη σπίθα / αναλαμπή (το όνειρο της γυναίκας), διά μέσου της ατιθάσευτης εξέλιξής της (τους μύθους, τα παραμύθια, τα νυχτερινά όνειρα και τα όνειρα ζωής), μέχρι την “καθίζησή” στο σωματικό (ασθένειες).
Την αόρατη συρραφή (άλλως, το κοινό μυστικό) αναλαμβάνει το κεντρικό, ένα και μοναδικό φαινόμενο της μνήμης.
Έτσι, στο δεύτερο ήμισυ της εργασίας, αφού παραθέσει δειγματοληπτικά τη γραμμική / εξελιξιακή ψυχολογία του ανθρώπου στις ακρογωνιαίες της λίθους (παιδική / εφηβική και γεροντική), επικεντρώνεται στο οιωνεί αμετακίνητο του χρόνου, τουτέστιν στο εσαεί ενδιάμεσο της καθημερινότητας (απόλαυση, φοβίες, εργασία), λαμβάνοντας, τέλος, υπ’ όψιν και τη δική του επιμέρους έξη: την αντιρρητική αντιπαράθεση, τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τη φιλοσοφία – μια δίνη βέβαια, αφού η λογοτεχνική ανάπαυλα προδίδει διά της πλαγίας οδού την καθήλωση στη διανοητική απόλαυση της ανάγνωσης.