Περιεχόμενα
– Πρόλογος
– Γοητεία Non Stop
– Η Καθαρή Αδιαφορία
– Νάρκισσος ή Η Στρατηγική του Κενού
– Μοντερνισμός και Μετα-Μοντερνισμός
– Η Χιουμοριστική Κοινωνία
– Βία στις Άγριες, Βία στις Μοντέρνες Κοινωνίες
– Επίλογος


Αναλύοντας τα σπουδαία έργα των κορυφαίων αμερικανών κοινωνιολόγων Νταίηβιντ Ρήσμαν, Κρίστοφερ Λας, Ντάνιελ Μπελ και Ρίτσαρντ Σένετ, ο συγγραφέας καταλήγει στα συμπεράσματα του: Ζούμε σε μία νέα εποχή. Την εξέγερση της δεκαετίας του 1960 διαδέχονται σήμερα η αδιαφορία και ο ναρκισσισμός. Τη λογική της ομοιομορφοποίησης διαδέχονται η αποτυποποίηση και η γοητεία. Την ιδεολογική σοβαρότητα διαδέχεται η γενίκευση του χιούμορ. Μια νέα δημοκρατική εποχή χαρακτηρίζεται από τον περιορισμό της βίας και την εξάντληση αυτού που εδώ και εκατό χρόνια αποτελούσε την πρωτοπορία. Με αυτό τον νέο ατομικισμό, οι αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες εισέρχονται στη «μεταμοντέρνα» εποχή.
– Πρόλογος
– Γοητεία Non Stop
– Η Καθαρή Αδιαφορία
– Νάρκισσος ή Η Στρατηγική του Κενού
– Μοντερνισμός και Μετα-Μοντερνισμός
– Η Χιουμοριστική Κοινωνία
– Βία στις Άγριες, Βία στις Μοντέρνες Κοινωνίες
– Επίλογος
Έχοντας αφιερώσει περισσότερο από τριάντα χρόνια εξερευνώντας, διαβάζοντας και χαρτογραφώντας τα “οδικά τοπία της νεωτερικότητας”, τα αδιέξοδα, τα σταυροδρόμια, τους μονόδρομους της αστεακής νεωτερικότητας, ο Νταίηβιντ Φρίσμπυ μας έχει προσφέρει αναλυτικά, κατατοπιστικά και ακριβέστατα πανοράματα της μοντέρνας, καπιταλιστικής μητρόπολης και της εμπειρίας του καινούργιου σε αυτήν.
Παρά το μόνιμο και σκόπιμο “ίσως” του ή μάλλον εξ αιτίας αυτού του “ίσως”, η κοινωνιολογία και η κοινωνική θεωρία του Φρίσμπυ στηρίζονται σε μία θεμελιώδη παρατήρηση:
η διέξοδος και οι εναλλακτικές διαδρομές από το φαινομενικό ή μη χάος, ασάφεια, ανασφάλεια και σύγχυση στη μοντέρνα καπιταλιστική μεγαλούπολη μπορεί να βρεθεί μέσα σε αυτήν, μέσα από την περιπέτεια σε αυτήν, όχι από όλα όσα μπορεί να νομίζουμε ότι ξέρουμε για την κοινωνική ζωή αλλά από τη συγκεκριμένη και απτή γνώση αυτού που μπορούμε να αναζητήσουμε, να γνωρίσουμε και να αναγνωρίσουμε ως αλήθεια πίσω από τις εορταστικές μάσκες που καλλωπίζουν την καθημερινότητα στη μοντέρνα καπιταλιστική μητρόπολη.
Το ποιητικά γραμμένο αυτό κείμενο είναι η διαθήκη τού Χέρμπερτ Μαρκούζε (1896-1979), ενός από τους πιο γνωστούς και ριζοσπαστικούς φιλοσόφους τού 20ού αιώνα. Είναι οι τελευταίες πινελιές που βάζει στο όραμά του για την απελευθέρωση του ανθρώπου, συνοψίζει τις συνεισφορές του και συνάμα αποκαλύπτει τους περιορισμούς της σκέψης του. Είναι από τα πιο ζουμερά, συμπυκνωμένα και εκφραστικά έργα του. Συγχρόνως, αποτελεί το απόσταγμα της αισθητικής θεωρίας τής λεγόμενης Σχολής της Φραγκφούρτης, που οι βασικοί στοχαστές της εγκατέλειψαν τη χιτλερική Γερμανία και κατέφυγαν στην Αμερική ώσπου να περάσει η θύελλα.
Οι στοχασμοί αυτοί είναι σύντομοι συλλογισμοί που δημιουργήθηκαν σταδιακά, ακανόνιστα κι αυθόρμητα, με μια γλώσσα αφτιασίδωτη, δίχως να υπάρχει αρχική πρόθεση. Στόχος της συγγραφικής αυτής απόπειρας δεν αποτελεί μόνο η αναζήτηση νοημάτων στο μυστήριο του βίου, αλλά και η ερμηνεία του πλαισίου της εποχής που διανύουμε, με απώτερο σκοπό ν’ αποδοθεί το στίγμα της. Η προσωπική ανάγκη για εξερεύνηση των διαφορετικών περιοχών της ζωής και, εν τέλει, της ίδιας της ολότητας της ζωής, με ώθησε να καταγράψω τους συλλογισμούς αυτούς ως απαύγασμα της εμπειρικότητάς μου. Οι στιγμιαίες εκλάμψεις της σκέψης καταγράφηκαν ανεξίτηλα στην ψυχή και στον νου μου κι ο κάθε στοχασμός είναι ένα μικρό πόνημα που αποτελεί ξεχωριστό πεδίο διερεύνησης.
Τα “Στοχαστικά Τρίμματα” αποτελούνται από 207 στοχασμούς. Τους καταθέτω δημόσια, προκειμένου ν’ αποπειραθώ να θέσω ένα μικρό λιθαράκι στην ιστορία της σκέψης.
Οι αναρχικοί είναι εχθρικοί προς όλες τις θρησκείες (άρα και προς τον χριστιανισμό), αλλά και οι ευσεβείς χριστιανοί φρικιούν με την αναρχία, πηγή αταξίας και άρνησης των καθιερωμένων εξουσιών. Αυτές ακριβώς τις απλές και ακλόνητες βεβαιότητες προτίθεμαι ν’ αμφισβητήσω εδώ. Είμαι πολύ κοντά σε μια μορφή αναρχισμού και πιστεύω ότι ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός. Αλλά σ’ ένα σημείο θα διαχωρίσω τη θέση μου από έναν γνήσιο αναρχικό: ο γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω. Μ’ άλλα λόγια, εκτιμώ ότι η μάχη του αναρχισμού, ο αγώνας προς την κατεύθυνση μιας αναρχικής κοινωνίας είναι ουσιώδης, αλλά η πραγματοποίηση αυτής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Νομίζω ότι η ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσία και χωρίς θεσμούς εδράζεται στην πίστη πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και τον διαφθείρει η κοινωνία. Στην ακραία περίπτωση λέμε: “Οι κλέφτες υπάρχουν επειδή υπάρχει η αστυνομία, αν καταργήσουμε την αστυνομία, η κλοπή θα εξαφανιστεί”. Οπωσδήποτε, η κοινωνία παίζει μεγάλο ρόλο στη διαστρέβλωση του ατόμου: είναι πάρα πολύ αυστηρή και καταπιεστική, άρα ο άνθρωπος πρέπει με τον άλφα ή βήτα τρόπο ν’ “αποσυμπιέζεται”, συχνά με βίαιες ενέργειες και φόνους. Σήμερα, η διαστρέβλωση του ανθρώπου στη Δύση γίνεται αλλιώς: βασικό ρόλο παίζουν η διαφήμιση που ωθεί τον άνθρωπο στην κατανάλωση (άρα στην κλοπή, αν δεν έχει χρήματα να ριχτεί στην κατανάλωση). η αχαλίνωτη πορνογραφία, το θέαμα της βίας στα Μ.Μ.Ε. (Ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην αύξηση της παραβατικότητας και του μίσους για τον συνάνθρωπό μας είναι σημαντικός). Εν τούτοις, δεν έρχονται όλα απ’ την “κοινωνία”.
Πιστός στον διανοητικό καταυγασμό των συμπυκνωμάτων του ασυνειδήτου (Unbewusstes), ο Διονύσιος Βάγιας ξεκινά την εργασία του ακολουθώντας κατά πόδας την εξάπλωση της φαντασίας από την πρώτη σπίθα / αναλαμπή (το όνειρο της γυναίκας), διά μέσου της ατιθάσευτης εξέλιξής της (τους μύθους, τα παραμύθια, τα νυχτερινά όνειρα και τα όνειρα ζωής), μέχρι την “καθίζησή” στο σωματικό (ασθένειες).
Την αόρατη συρραφή (άλλως, το κοινό μυστικό) αναλαμβάνει το κεντρικό, ένα και μοναδικό φαινόμενο της μνήμης.
Έτσι, στο δεύτερο ήμισυ της εργασίας, αφού παραθέσει δειγματοληπτικά τη γραμμική / εξελιξιακή ψυχολογία του ανθρώπου στις ακρογωνιαίες της λίθους (παιδική / εφηβική και γεροντική), επικεντρώνεται στο οιωνεί αμετακίνητο του χρόνου, τουτέστιν στο εσαεί ενδιάμεσο της καθημερινότητας (απόλαυση, φοβίες, εργασία), λαμβάνοντας, τέλος, υπ’ όψιν και τη δική του επιμέρους έξη: την αντιρρητική αντιπαράθεση, τους ανοιχτούς λογαριασμούς του με τη φιλοσοφία – μια δίνη βέβαια, αφού η λογοτεχνική ανάπαυλα προδίδει διά της πλαγίας οδού την καθήλωση στη διανοητική απόλαυση της ανάγνωσης.
Στον τρίτο τόμο του θεμελιώδους έργου της η συγγραφέας μελετά τους θεσμούς, τις οργανώσεις και τις λειτουργίες των ολοκληρωτικών κινημάτων και των ολοκληρωτικών κυβερνήσεων, και εστιάζει την προσοχή της στις δύο γνήσιες μορφές κυριαρχίας του ολοκληρωτισμού που μας παρουσίασε η ιστορία – στις δικτατορίες του Εθνικο-σοσιαλισμού μετά το 1938 και του Μπολσεβικισμού μετά το 1930. Εξετάζει τον μετασχηματισμό των κοινωνικών τάξεων σε μάζες, τον ρόλο της προπαγάνδας στις σχέσεις με τον μη ολοκληρωτικό κόσμο και τη χρήση της τρομοκρατίας – ουσιώδους χαρακτηριστικού αυτής της μορφής διακυβέρνησης. Και σ’ ένα λαμπρό τελευταίο κεφάλαιο αναλύει τη φύση της απομόνωσης και της μοναξιάς, που τις θεωρεί προϋποθέσεις για την ολική κυριαρχία.