Περιεχόμενα
– Ευχαριστίες
– Η αισθητική διάσταση
– Πρόλογος
– Πρώτο μέρος
– Δεύτερο μέρος
– Τρίτο μέρος
– Τέταρτο μέρος
– Πέμπτο μέρος
– Συμπέρασμα
– Επίμετρο: Ντάγκλας Κέλνερ: Για το έργο του Χέρμπερτ Μαρκούζε “Η αισθητική διάσταση”


Το ποιητικά γραμμένο αυτό κείμενο είναι η διαθήκη τού Χέρμπερτ Μαρκούζε (1896-1979), ενός από τους πιο γνωστούς και ριζοσπαστικούς φιλοσόφους τού 20ού αιώνα. Είναι οι τελευταίες πινελιές που βάζει στο όραμά του για την απελευθέρωση του ανθρώπου, συνοψίζει τις συνεισφορές του και συνάμα αποκαλύπτει τους περιορισμούς της σκέψης του. Είναι από τα πιο ζουμερά, συμπυκνωμένα και εκφραστικά έργα του. Συγχρόνως, αποτελεί το απόσταγμα της αισθητικής θεωρίας τής λεγόμενης Σχολής της Φραγκφούρτης, που οι βασικοί στοχαστές της εγκατέλειψαν τη χιτλερική Γερμανία και κατέφυγαν στην Αμερική ώσπου να περάσει η θύελλα.
– Ευχαριστίες
– Η αισθητική διάσταση
– Πρόλογος
– Πρώτο μέρος
– Δεύτερο μέρος
– Τρίτο μέρος
– Τέταρτο μέρος
– Πέμπτο μέρος
– Συμπέρασμα
– Επίμετρο: Ντάγκλας Κέλνερ: Για το έργο του Χέρμπερτ Μαρκούζε “Η αισθητική διάσταση”
«Τα Μέσα Κοινωνικής Δικτύωσης (Μ.Κ.Δ.) διαπερνούν την κοινωνία ως γεωμετρικό σχήμα, ως σώμα μιας ακανόνιστης σφαίρας, συνδέοντας τα άτομα ως σημεία-κόμβους μεταξύ τους.» Αυτή είναι η λανθάνουσα παράσταση που σχηματίζουμε για τα μέσα, όταν γίνεται λόγος γι’ αυτά. Η θαμπή παράσταση συνδηλώνει την αφαίρεση του περιεχομένου της κοινωνίας, τη φαντασματοποίησή της. Τα Μ.Κ.Δ. «προάγουν» ένα είδος γεωμετρικής και μαθηματικής κανονιστικότητας των σημείων-κόμβων, αίρουν την κοινωνία ως σώμα πάνω από την υλική της υπόσταση, θέτοντας στη θέση της ένα πενιχρό αντίγραφο, το οποίο αξιώνει επιπλέον να είναι ανώτερης ποιότητας· τα μέσα ενθρονίζονται καταμεσής του ανύπαρκτου σώματος της κοινωνίας ως αυλή μισοσκότεινη μορφή αντιπροσώπευσης του Κοινωνικού, ως ατοπία του.
Μέσα από την προσωπική και θεωρητικά επεξεργασμένη εμπειρία, η ανά χείρας εργασία συνδιαλέγεται στοχαστικά με τη χρήση των μέσων αποκαλύπτοντας πίσω από τις πολυδαίδαλες ψηφιακές σχέσεις τον σολιψισμό του χρήστη. Το ψυχικό αυτό καθεστώς συνεπάγεται πλήγμα του Κοινωνικού στους θεμέλιους λίθους του και αποδόμησή του. Από την άλλη, η ψηφιακή μοναχικότητα του χρήστη αποτελεί παράπλευρη απώλεια της προοπτικής, την οποία του εμφυσά το μέσο· είναι αποτέλεσμα της έξης στη σαγήνη. Αμφότερα, προοπτική και σαγήνη, συνταυτίζονται και συνδράμουν στο να καταλάμψει ο εαυτός στην πίστα της μετουσίωσης – και τούτο αφού προηγουμένως αμελήσει ο χρήστης το προαπαιτούμενο το οποίο έγκειται στην απόθεση του σώματος πριν την άνοδο στη σκηνή.
(Μια ενδιάμεση κατάσταση ή ουδέτερη ζώνη είναι ο πόθος, η αυτοδιαφήμιση γυναικείου κάλλους: απλόχερος γυναικείος ναρκισσισμός και ‘αφιλοχρήματη’ εμπορία γυναικείας σάρκας· από την πλευρά του άντρα: μετατροπή του οφθαλμού σε μυζητήρα και της οθόνης σε μητρικό μαστό.)
Την πίσω πλευρά της μετουσίωσης και του πόθου απαρτίζουν οι λεκτικές αψιμαχίες, οι εξυβρίσεις και η χυδαιολογία. Η άμεσα ανερχόμενη συνείδηση της ανελευθερίας ανακόπτεται, δεν αξιοποιείται· η πλημμυρίδα του συναισθήματος κατισχύει της συνειδήσεως. Ο χρήστης διαρρηγνύει τα αόρατα τείχη του εγκλεισμού κάνοντας σμπαράλια το σώμα του…
Κριτική της Τέχνης – Κριτική της Κοινωνίας, ήταν ο τίτλος του Σεμιναρίου αισθητικής του καθηγητή μας Olivier-Renault d’Allonnes στη Σορβόνη. Τον ίδιο τίτλο δώσαμε και στον παρόντα τόμο, αποτίοντας έτσι τιμή σ’ έναν πρωτοπόρο και διεθνούς εμβέλειας ερευνητή και καθηγητή της αισθητικής και της κριτικής θεωρίας. Ο Olivier-Renault d’Allonnes, ο Έλληνας, ο Εβραίος και ο Γάλλος θεωρητικός του ρεμπέτικου, του Σαίνμπεργκ και του Αντόρνο, ο οποίος είχε καταλήξει να ζει για την Αισθητική, αναπολώντας συγχρόνως το ιστορικό Artisanat (χαρακτηριστικά αναφέρουμε ότι στον τοίχο πίσω από την καρέκλα του γραφείου του στο σπίτι του είχε μια συλλογή εργαλείων επιπλοποιού), από τον Μάρτιο του 2009 δεν είναι πια μαζί μας. Βιώνοντας έντονα τις αρνητικές επιπτώσεις της παγκοσμιοποίησης: γενικευμένη αλλοτρίωση, αποξένωση, διάλυση ή ακόμη και αποσύνθεση της όποιας ιστορικής συνείδησης και κοινωνικής υποκειμενικότητας που υπήρχε από πριν μέχρι την εμφάνιση και διάδοση στα νεότερα χρόνια της παγκοσμιοποίησης, επέστρεψε λίγο πριν τον θάνατό του στο χωριό του στη Βρετάνη και στη συνέχεια στη μητρική του γη.
Όλες οι βεβαιότητές μας για το νόημα ιδεών και λέξεων (νόημα που η σύγχρονη κουλτούρα θεωρεί δεδομένο) κλονίζονται ή ανατρέπονται όταν διαβάζουμε τα βιβλία του Ιλλιτς. Το θεωρητικό του έργο αντιπροσωπεύει μια ριζική κριτική στη βιομηχανική κοινωνία, στην τεχνολογία και στους σύγχρονους πολιτικούς θεσμούς. Είναι ταυτόχρονα μια πρόκληση και μια πρόσκληση για μιαν “αλλαγή τρόπου σκέψης”, που ανατρέπει πλήρως τη σημερινή μας κοσμοαντίληψη. Φιλοδοξεί να μας προμηθεύσει μιαν άλλη γλώσσα και μιαν άλλη σκέψη, που θα μας δίνει τη δυνατότητα να επιμένουμε στην αυτόνομη και δημιουργική δράση. […]
Σύμφωνα με τον Ιλλιτς, πρέπει να πάψουμε να ταυτίζουμε την πρόοδο με τον πολλαπλασιασμό εμπορευμάτων και πρέπει να σκεφτούμε με εντελώς νέο τρόπο την αλληλοσυσχέτιση αναγκών και ικανοποιήσεων. Ένα πρόγραμμα “συμβιωτικής λιτότητας” πρέπει να αντιταχθεί στην απόλυτη κυριαρχία του εμπορεύματος, προκειμένου να ευνοήσει την παραγωγή αξιών χρήσης που δεν εμφανίζονται στην αγορά.
(Θανάσης Γιαλκέτσης, Βιβλιοθήκη της ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ, Ιούλιος 1999)
«Κύριο θέμα του βιβλίου είναι αυτό που συνήθως ονομάζουμε «θρησκευτικό» συναίσθημα. Χρησιμοποιώντας συχνά εκτενή παραθέματα κάθε λογής υπερφυσικών εμπειριών, ο Τζέιμς επιχειρεί να αναδείξει το θρησκευτικό βίωμα εν γένει στην πιο ακραία, αμιγή και ιδιωτική μορφή του, παραμερίζοντας προκαταβολικά τις διάφορες κοινωνικοπολιτικές του συνέπειες. Παρόλο που ο Τζέιμς θεωρεί δεδομένο ότι λίγο-πολύ όλες οι θρησκευτικές μεγαλοφυΐες είχαν και κάποια συμπτώματα ψυχικής αστάθειας, σπεύδει να ξεκαθαρίσει από την αρχή ότι αυτό δε συνιστά πρόβλημα, όπως νομίζουν όσοι ταυτίζουν υποτιμητικά το καθετί θρησκευτικό με κάποια ψυχοσωματική παθολογία».(Μύρων Ζαχαράκης, bookpress.gr, 26/05/2022)
Αναλύοντας τα σπουδαία έργα των κορυφαίων αμερικανών κοινωνιολόγων Νταίηβιντ Ρήσμαν, Κρίστοφερ Λας, Ντάνιελ Μπελ και Ρίτσαρντ Σένετ, ο συγγραφέας καταλήγει στα συμπεράσματα του: Ζούμε σε μία νέα εποχή. Την εξέγερση της δεκαετίας του 1960 διαδέχονται σήμερα η αδιαφορία και ο ναρκισσισμός. Τη λογική της ομοιομορφοποίησης διαδέχονται η αποτυποποίηση και η γοητεία. Την ιδεολογική σοβαρότητα διαδέχεται η γενίκευση του χιούμορ. Μια νέα δημοκρατική εποχή χαρακτηρίζεται από τον περιορισμό της βίας και την εξάντληση αυτού που εδώ και εκατό χρόνια αποτελούσε την πρωτοπορία. Με αυτό τον νέο ατομικισμό, οι αναπτυγμένες βιομηχανικές κοινωνίες εισέρχονται στη «μεταμοντέρνα» εποχή.
“Κάτι μας κρύβουν η κουρτίνα σηκώνεται…” υποψιαζόταν ο Μπέρτολτ Μπρεχτ. Σ’ αυτή την αρχή της νέας χιλιετίας, είμαστε πάλι θεατές που περιμένουν αμίλητοι να σηκωθεί η κουρτίνα, χωρίς να τολμούν να πιστέψουν σε ό,τι θα δουν να έρχεται. Στο έργο αυτό, εισαγωγικό στη θέση του για το ΣΥΝΟΛΙΚΟ ΑΤΥΧΗΜΑ, ο Πωλ Βιριλιό πραγματεύεται τη γέννηση του φιλοσοφικού παραληρήματος, της φιλοτρέλας, μιας προόδου που έχει γίνει αυτοκτονική και τους τελευταίους ηθοποιούς της.