Κατάλογος

Κοσμοπολιτεία

Η κοσμοπολιτεία αποτελεί συνέχεια της δημοκρατίας. Η εποχή του σήμερα έχει διαφορετικές ανάγκες από αυτή του χθες. Και γι’ αυτόν τον λόγο είναι ανάγκη να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες ζωής και να μετουσιωθεί. Αυτό επιβάλλουν οι καιροί. Αυτό επιβάλλει το μέλλον της γης. Γιατί το μέλλον της είναι άρρηκτα συνυφασμένο με την κοσμοπολιτεία.
Κοσμοπολιτεία σημαίνει συμμετοχή του ανθρώπου παντού. Σε όλους τους τομείς της ζωής. Εξυπηρέτηση και υποστήριξή της κάθε μορφής ζωής, καθημερινά. Αυτό είναι το καθήκον όλων. Αυτό επιβάλλουν η ηλεκτρονική εποχή, η ηλεκτρονική επανάσταση, η ηλεκτρονική κοινωνία. Γιατί μόνο μέσα από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή είναι εφικτή η κοσμοπολιτεία και η διατήρηση της ζωής στη γη. Οι νόμοι της φύσης και της ζωής θέλουν τον άνθρωπο πραγματικό ηγέτη. Παντοκράτορα σ’ αυτές τις εξελίξεις. Γιατί η πρόοδος του ανθρώπου πλέον δεν αρκεί. Η γη χρειάζεται υποστήριξη. Βιώνουμε καθημερινά τον βιασμό της. Και ως πότε θα τον ανέχεται; Μια μέρα θα αλλάξει τη ρότα της. Και γι’ αυτόν τον λόγο απαιτείται πρώτα και πάνω απ’ όλα συνείδηση.

Κινητή Γιορτή

Απόγευμα Παρασκευής στο 58, μια σύγχρονη κιβωτό, κι όλα τα πλάσματα του Θεού δειγματισμένα.
Φιλιππινέζες με τα μαύρα στιλπνά τους μαλλιά, τα άσπρα δόντια, μικροκαμωμένες και φίνες, αλλά κουρασμένες, πολύ κουρασμένες, που επιστρέφουν από τη δουλειά, και νεαροί γεμάτοι αδρεναλίνη που κατεβαίνουν για το φροντιστήριο και γελάνε δυνατά και διηγούνται ασταμάτητα κατορθώματα φανταστικά ή αληθινά, και εργάτες και νεαρά κορίτσια του γυμνασίου βαμμένα έντονα δυο δυο ή και παρέες μεγαλύτερες για το στέκι τους μπρος στη Μητρόπολη, για καφέ στο Ποσειδώνιο ή στις καφετέριες της παραλίας, ή για σινεμά στο ΟΝΤΕΟΝ. Κατακλυσμός. Στην Αγίας Σοφίας ή το πολύ πολύ στην Αριστοτέλους το λεωφορείο έχει αδειάσει.

Κήπος Βιβλίων – Διαβάζοντας Θεσσαλονικείς και Αμερικανούς Πεζογράφους

“Αναρωτιέμαι, αν αυτή η ηθική στάση των πεζογράφων της Θεσσαλονίκης απέναντι στη ζωή διαφέρει τελικά και κατά πόσο από την ειλικρίνεια του Ροθ και των άλλων Αμερικανών συγγραφέων, αλλά και την αίσθηση του χρέους που τους διακρίνει στη γραφή τους. Χρέος να καυτηριάσουν τη σαπίλα της αμερικανικής κοινωνίας, τα αδιέξοδα του έρωτα, τα προσωπικά ναυάγια, τον παραλογισμό της οικογένειας, το συλλογικό τραύμα του πολέμου στο Βιετνάμ, τους δήθεν διανοούμενους του καιρού τους. Πιστεύω τελικά πως αυτό το ηθικού τύπου “συγγραφικό καλούπι”, αν μπορώ να το ορίσω έτσι, είναι κοινό τόσο στους Αμερικανούς όσο και στους Θεσσαλονικείς πεζογράφους. Και αν ο αντικομφορμισμός και η αντισυμβατικότητα των Αμερικανών συγγραφέων αυτής της περιόδου είχε αιχμή του δόρατος τη στηλίτευση του ιδεολογήματος του “αμερικανικού ονείρου”, στη Θεσσαλονίκη του ’60 και του ’70, το ισοδύναμο των επιπτώσεων του αμερικανικού ονείρου σε κοινωνικό επίπεδο ήταν ο συντηρητισμός, ο μικροαστισμός και η απέραντη ηθικολογία των ανθρώπων της – στοιχεία που, βοηθούσης και της θρησκοληψίας, επιβιώνουν, δυστυχώς, μέχρι και σήμερα σ’ αυτήν εδώ την πόλη.”
Δύο εκτενείς ενότητες με 50 συνολικά κείμενα -μελέτες, δοκίμια, βιβλιοκρισίες και συνδυαστικές κριτικές- για Θεσσαλονικιούς (και όχι μόνο) πεζογράφους, αλλά και για μια ενδεκάδα Αμερικανών, που η ρεαλιστική τους γραφή, το “ηθικό βίωμα”, η αυτοβιογραφική διάθεση αλλά και η δημιουργική φαντασία καθόρισαν (και καθορίζουν ακόμη) το σημαντικό τους έργο.

Οι Κάτοικοι της Παλιάς Θεσσαλονίκης

[…] μέσα από τις ζωές των ανθρώπων που έζησαν στην πολύπαθη και ιστορική αυτή πόλη και τις συγκυρίες που τους οδήγησαν σε συγκεκριμένες συνθήκες, ο αναγνώστης θα αντιληφθεί σε βάθος το σύμπλεγμα των ιστορικών εξελίξεων που καθόρισαν τη μορφή των Βαλκανίων ώς τις μέρες μας, πάντα υπό ένα ανθρωπιστικό πρίσμα το οποίο μας θυμίζει συνεχώς ότι οι λαοί δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν μεταξύ τους αν δεν αποφασίσουν για το αντίθετο κάποιοι άλλοι. Ένα γλαφυρό και γραμμένο με πολύ μεράκι βιβλίο, το συνιστώ ανεπιφύλακτα. (Μάριος Δαμουλιάνος, περ. Strange, 2008)

Οι Ιστορίες του Κάντερμπερυ

Ατέλειωτα της ζωής τα βάσανα και οι κακοτυχίες, κι εμείς οι δύστυχοι αγνοούμε τι τάχα επιθυμούμε,
όταν με προσευχές και παρακλήσεις όλα τ’ αγαθά ζητάμε,
και σαν ποντίκι μεθυσμένο εδώ κι εκεί γυρνάμε, χωρίς να βρίσκουμε τον δρόμο στο σπίτι μας να πάμε,
γιατί, αν είσαι μεθυσμένος, λάθος δρόμο παίρνεις ο καημένος.
Έτσι πορεύεται ως τώρα αυτός ο κόσμος, κι εμείς το ίδιο.
Με πάθος και μανία την ευτυχία όλοι ποθούμε, μάταια ψάχνοντας εκεί που δεν υπάρχει να τη βρούμε.
Χωρίς αμφιβολία, για όλους μας αυτή είναι η αλήθεια.

Η Καλλιτεχνική Κίνηση στη Θεσσαλονίκη 1885-1944

Από τις λιγοστές υπάρχουσες πηγές και από τις αναμνήσεις των καλλιτεχνών, που δεν είναι πάντα αξιόπιστες και πρέπει να διασταυρώνονται, θα προσπαθήσουμε ν’ ανασυστήσουμε την καλλιτεχνική ζωή της πόλης μας επί μιαν εξηκονταετία. Τα χρόνια που εξετάζουμε, τα Ωδεία δεν είχαν μόνιμη στέγη, τα δε σποραδικά φύλλα των εφημερίδων, που γλίτωσαν από την πυρκαγιά και την Κατοχή, δεν περιλαμβάνουν πάντα τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Φίλοι, κυρίως, και γνωστοί μας βοήθησαν με τις αναμνήσεις τους να καταγράψουμε τα στοιχεία που ακολουθούν. […] Ωδεία, χορωδίες, μουσικοί, τραγουδιστές, τραγούδια που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις: όλα αυτά καταγράφονται αναλυτικά για τα εξήντα χρόνια από το 1885 μέχρι το 1944.

Καθόλου Ποιήματα

ΣΙΒΥΛΛΑ
Είδα στον ύπνο μου τη Σίβυλλα
να μου μιλά χωρίς περιστροφές
σαν να με γνώριζε αιώνες:
«Μη μεταφράζεις τους χρησμούς
σαν να ‘ταν οδηγίες χρήσης
να ερμηνεύεις τους χρησμούς
σαν να ‘ναι αγαπημένα σου ποιήματα.
Κανείς δεν μπόρεσε από το πεπρωμένο
να ξεφύγει αυτό δεν λιγοστεύει
της ζωής την ομορφιά
και του θανάτου την οδύνη.
Είναι μια άνοιξη που όλο έρχεται
και πρέπει να ‘σαι εκεί να περιμένεις.»

Ιχνηλατώντας τον Χρόνο

Σε αυτήν την εφήμερη επίγεια διαδρομή “είμαστε όλοι ανώνυμοι/ άμμος που σκορπίζει ο χρόνος/ στην έρημο του κόσμου/ στιγμιαίες λάμψεις/ φτερουγίσματα/ προσωρινή απόδραση/ από το τίποτα στην αυταπάτη/ ζούμε τα δευτερόλεπτά μας/ σ’ ένα περίπλοκο οικοδόμημα/ επινοούμε θρησκείες και θεούς/ μήπως και παρηγορηθούμε/ για την αφόρητη αλήθεια του πεπρωμένου/ είμαστε όλοι ανώνυμοι/ εναλλασσόμενες σκιές της ύπαρξης/ φαντάσματα σε θέατρο του παραλόγου”, σύμφωνα με τον ποιητή και πεζογράφο της Θεσσαλονίκης Τόλη Νικηφόρου.
Τελικά, μετά από πολυετείς δοκιμασίες, άγονες αυταπάτες και διαφόρων μορφών χίμαιρες που παγίδευσαν το σύγχρονο δυτικό άτομο στο όνομα της υποτιθέμενης ευμάρειας και της υλικής ευτυχίας (αφοπλίζοντάς το σε ανούσιους τεχνητούς ρόλους και κομφορμιστικούς κανόνες), η ελπίδα διαφαίνεται αχνά μέσα από τους χώρους της Λογοτεχνίας και της Τέχνης- μέσα από έναν γόνιμο επαναπροσδιορισμό των ανθρώπινων αξιών και της ηθικής σύμφωνα με τους κανόνες της αμόλυντης φύσης: “Τη μυγδαλιά αγαπώ/ όχι νυφούλα/ του χειμώνα στολισμένη/ αλλά γιατί/ ν’ ανθίσει βιάζεται/ τους νόμους αψηφώντας” – Γ. Στεφανάκις

Η Θυσία

Σε μια εποχή που ο θάνατος δεν υπάρχει πια, οι άνθρωποι δεν έχουν παρά να αξιοποιήσουν τον απεριόριστο χρόνο που διαθέτουν για να εκπληρώσουν όλες τις επιθυμίες τους πάνω στη γη, ενώ ο κόσμος μεταμορφώνεται σ’ έναν κήπο των επίγειων απολαύσεων. Ο Αδάμ Μακρόπουλος είναι ένας απ’ αυτούς τους ευλογημένους ανθρώπους που ανήκουν στο τυχερό γένος των αθάνατων. Έχοντας, βέβαια, την ευτυχία να ζήσει για περίπου μισή χιλιετία, στο τέλος τού απέμεινε μόνο μία επιθυμία που δεν έχει εκπληρώσει: να πεθάνει. Διοικητικές λεπτομέρειες, σουρεαλιστικές περιπέτειες και μοιραίες παρεξηγήσεις μπαίνουν διαρκώς εμπόδιο στην προσπάθεια του ήρωα ν’ ανοίξει τις πύλες της εξόδου απ’ τη ζωή. Μέχρι που συναντά την Περσεφόνη, η οποία, με την αγνότητα, την υπευθυνότητα και την αγάπη της, θα του αλλάξει γνώμη και θα του αποδείξει πως, τελικά, η ζωή έχει νόημα. Μήπως, όμως, τότε να είναι πολύ αργά; Ή μήπως πολύ νωρίς, ώστε να πειστεί ο Αδάμ Μακρόπουλος πως, για να πεθάνει κανείς, θα πρέπει πρώτα να έχει ζήσει αληθινά; Με έντονα τα στοιχεία της μαύρης κωμωδίας και της αριστοφανικής σάτιρας πάνω σε ζητήματα πολιτικής ορθότητας, αλλά και, ταυτόχρονα, βαδίζοντας στα χνάρια που χάραξε το μοντέρνο υπαρξιακό δράμα, όπως αυτό σκιαγραφήθηκε απ’ τη σκέψη του Ντοστογιέφσκι, του Κάφκα και του Καμύ, το συγκεκριμένο βιβλίο είναι γι’ αυτούς και γι’ αυτές που αρέσκονται να πλάθουν εικόνες διαβάζοντας.

Θρινακιήν δ’ ες νήσον αφιξεαι – Ταξιδεύοντας στη γη της Σικελίας

Το όνομα της Σικελίας, κάθε φορά που το φέρνω στον νου μου, με οδηγεί -σαν το ταχύπλοο του Οδυσσέα- βαθιά πίσω στον χρόνο. Τότε που, μικρό παιδί, άκουσα από το στόμα της καθηγήτριας των αρχαίων ελληνικών στο Γυμνάσιο -με την αθωότητα που έχουν από τη φύση τους όλα τα παιδιά- την ανάγνωση των “Σικελικών” του Θουκυδίδη. Η Σικελία, έκτοτε, ήταν για μένα όνομα μισητό. Ή, μάλλον, ένα όνομα που με φόβιζε. Εκεί δεν είχε καταστραφεί ολοκληρωτικά και με τρόπο ατιμωτικό ο περήφανος αθηναϊκός στρατός; Στα υγρά λατομεία των Συρακουσών δεν κλείστηκε ο πλήθος των 7.000 άτυχων Αθηναίων αιχμαλώτων; Εκεί μέσα, πατώντας κυριολεκτικά ο ένας πάνω στον άλλον, δεν βρήκαν οικτρό θάνατο χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές;

Ο Θουκυδίδης σε Απλά Ελληνικά για Απλούς Ανθρώπους

τα βιβλιοπωλεία υπάρχουν βιβλία που με απλή γλώσσα μας μεταφέρουν μαθήματα από παγκόσμιες ιστορικές προσωπικότητες, όπως ο Πλάτωνας, ο Αριστοτέλης, ο Αϊνστάιν ή ο Γκάντι. Δεν υπάρχει όμως, κανένα παρόμοιο βιβλίο για τον Θουκυδίδη. Και είναι κρίμα. Υπάρχουν μεν πολλά βιβλία πανεπιστημιακού επιπέδου για την ανάλυση του Πελοποννησιακού πολέμου, αλλά αυτά απευθύνονται στον περιορισμένο κύκλο των πανεπιστημιακών και των ειδικών.
Αυτό το μοναδικό βιβλίο προσφέρει συμπεράσματα από τον Πελοποννησιακό Πόλεμο σε απλούς αναγνώστες που διψούν για ένα διασκεδαστικό και συνάμα τεκμηριωμένο βιβλίο.
Η θεωρία αποφάσεων, η κοινωνική ψυχολογία, η εξελικτική βιολογία, η θεωρία παιγνίων ή ιδέες από Νομπελίστες ψυχολόγους, φυσικούς και οικονομολόγους έρχονται να επιβεβαιώσουν συμβάντα από τον εμφύλιο της Αρχαίας Αθήνας με την Αρχαία Σπάρτη.
Η αμεσότητα του Νίκου Τσιφόρου, η μαγκιά του Νίκου Αλέφαντου, η σοφία του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, καθώς και τα λόγια μεγάλων συγγραφέων, όπως ο Ν. Καζαντζάκης, ο Α. Καρκαβίτσας, ή ο Γουίνστον Τσώρτσιλ, μπλέκονται στην αφήγηση του Θουκυδίδη δημιουργώντας ένα τολμηρό παζλ.
“Η γνώση που προσφέρει ο Θουκυδίδης με την Ιστορία του θα έπρεπε να είναι κτήμα όχι των ολίγων, αλλά των περισσοτέρων.”

Το Θέατρο της Ιστορίας

Το βιβλίο αυτό, όπως κάθε βιβλίο, είναι προϊόν συνεργασίας. Τα κείμενα έγραψε η Άννα Βιδάλη και ο Θανάσης Παπιώτης έκανε τα σχέδια. Όμως συμμετείχαν κυρίως σ’ αυτό οι γυναίκες και οι άνδρες που κατέθεσαν τις ιστορίες τους.
Αποτελείται από τρία μέρη.
– Το πρώτο ασχολείται με το θέατρο και το τι σημαίνει για μια κοινότητα να διαλέγει και να ανεβάζει ένα θεατρικό έργο. Τη σχέση που έχουν μεταξύ τους οι ηθοποιοί και οι θεατές, οι διάφοροι άλλοι παράγοντες της θεατρικής παράστασης.
– Το δεύτερο μέρος αφορά τις γυναίκες και το πώς βιώνουν διάφορους σταθμούς στη ζωή τους: την παιδική ηλικία, την εφηβεία και το επάγγελμα.
– Το τρίτο μέρος αφορά την Ιστορία, ιδιαίτερα μια Ιστορία που έχει τραυματικές επιπτώσεις σ’ αυτούς που την βιώνουν. Το τραύμα και τις θλιβερές συνέπειές του στη μετέπειτα ζωή, το πετρωμένο πένθος και τη διεργασία του πένθους.

Το Θέατρο στην Παλιά Θεσσαλονίκη

Από το 1870 μέχρι το 1944, η θεατρική παιδεία και η θεατρική κίνηση στη Θεσσαλονίκη συμβαδίζει με τη γενική ιστορική πορεία της πόλης. Την ιστορία αυτών των εβδομήντα πέντε χρόνων αφηγείται το βιβλίο αυτό. Καταγράφει λεπτομερειακά τους θιάσους που πέρασαν από την πόλη, τους ηθοποιούς που τους απάρτιζαν, τα έργα που παρουσίασαν, καθώς και τις θεατρικές αίθουσες της πόλης, σε συνδυασμό με τα γενικότερα ιστορικά γεγονότα της περιόδου.

Η Πόλις Φεύγει

Σκέψεις και φωτογραφίες του Μάρκου Καραγιάννου από πόλεις της Ευρώπης συναντούν ποιήματα του Μάνου Νικολάου σε ένα ταξίδι που διαρκεί, σε μια εποχή που αναζητά νέους δρόμους: Αθήνα, Άμστερνταμ, Βαρκελώνη, Βαρσοβία, Βουδαπέστη, Ιστανμπούλ (Κωνσταντινούπολη), Κοπεγχάγη, Πράγα.

Η Κουλτούρα του Ναρκισσισμού

Ένα βιβλίο που χτυπά ίσια στην καρδιά της κουλτούρας. Συλλαμβάνει θαρραλέα ορισμένα εκπληκτικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής και ιδιωτικής ζωής”, έγραψε ο καθηγητής Μ. Rogin του Πανεπιστημίου Μπέρκλεϋ. Όμως τώρα, που όλα έχουν φτάσει σ’ ένα σημείο ακατανόητου αδιεξόδου, σε ποιο λιμάνι θα κατευθυνθούμε σ’ έναν τόσο εφιαλτικό κόσμο; (Δημήτρης Κακαβελάκης, “Χανιώτικα Νέα”, 23.6.2008. Κείμενο αφιερωμένο από τον Δ. Κακαβελάκη στη μνήμη τού αείμνηστου Μιχάλη Γρηγοράκη, που ήταν αντίμαχος στον ναρκισσισμό)

1 21 22 23 25