Κατάλογος

Οι Διάδοχοι του Μαρξ

Επί τριάντα χρόνια ο Ζακ Ελλύλ παρέδιδε στους φοιτητές του έναν κύκλο μαθημάτων για τους διαδόχους του Μαρξ. Αυτά τα μαθήματα αποτελούν τον παρόντα τόμο. Πραγματεύεται εδώ τις τάσεις και τα ρεύματα που απορρέουν από τις διαφορετικές ερμηνείες που δόθηκαν σε διφορούμενα σημεία του έργου του Μαρξ και οδήγησαν στη δημιουργία ρευμάτων στο πλαίσιο της Μαρξιστικής σκέψης, που ήταν συνήθως εχθρικά μεταξύ τους: Ζαν Ζωρές, Ζωρζ Σορέλ, Έντουαρτν Μπέρνσταϊν, Καρλ Κάουτσκυ, Ρόζα Λούξεμπουργκ, Βλαντιμίρ Ίλλιτς Λένιν, Γκεόργκι Πλεχάνοφ. . . Συμπληρώνει το βιβλίο του μελετώντας τους τσεχοσλοβάκους μαρξιστές, στους οποίους βασίστηκε η λεγόμενη “Άνοιξη της Πράγας” το 1968 (Ότα Σικ, Ράντοβαν Ρίχτα).

Η Πολιτική Αυταπάτη

Στη Δυτική κοινωνία ο πολιτικός βερμπαλισμός εκφράζει μια διπλή αυταπάτη, ενώ συγχρόνως την γεννά. Παρευρισκόμαστε στην ανάπτυξη της αυταπάτης του πολιτικού ανδρός που πιστεύει πως κουμαντάρει τον κρατικό μηχανισμό και πως παίρνει πάντα αποτελεσματικές πολιτικές αποφάσεις, ενώ είναι ολοένα περισσότερο ανίσχυρος απέναντι στην αυξανόμενη ακαμψία των κρατικών μηχανισμών.
Αλλά η ισχύς και η αποτελεσματικότητα των μέσων δράσης του κράτους, που παρεμβαίνουν ολοένα πιο βαθιά και επακριβώς στη ζωή του έθνους και στη ζωή των πολιτών, κρύβουν αυτή την ανισχυρότητα του πολιτικού ανδρός. Ο πολιτικός, κι αν ακόμη είναι δικτάτορας, δεν ασκεί εν τέλει κανέναν έλεγχο πάνω σ’ αυτά τα μέσα. Παράλληλα, εμφανίζεται η αυταπάτη του πολίτη, που, ζώντας ακόμη με την ιδεολογία της λαϊκής κυριαρχίας και των δημοκρατικών συνταγμάτων, πιστεύει πως μπορεί να ελέγξει την πολιτική, να την προσανατολίσει, να συμμετάσχει στην πολιτική λειτουργία, ενώ το πολύ που μπορεί να κάνει είναι να ελέγχει ουσιαστικά ανίσχυρους πολιτικούς. Βασιζόμενος σ’ αυτή τη διπλή αυταπάτη, εμπλέκεται σ’ ένα διάλογο ανίσχυρων.
Υπάρχει απάντηση σ’ αυτή τη δύσκολη κατάσταση; Αν υπήρχε, θα ήταν οπωσδήποτε ταπεινή και ηρωική.

Αναρχία και Χριστιανισμός

Οι αναρχικοί είναι εχθρικοί προς όλες τις θρησκείες (άρα και προς τον χριστιανισμό), αλλά και οι ευσεβείς χριστιανοί φρικιούν με την αναρχία, πηγή αταξίας και άρνησης των καθιερωμένων εξουσιών. Αυτές ακριβώς τις απλές και ακλόνητες βεβαιότητες προτίθεμαι ν’ αμφισβητήσω εδώ. Είμαι πολύ κοντά σε μια μορφή αναρχισμού και πιστεύω ότι ο αγώνας του αναρχισμού είναι ο αγώνας ο καλός. Αλλά σ’ ένα σημείο θα διαχωρίσω τη θέση μου από έναν γνήσιο αναρχικό: ο γνήσιος αναρχικός φρονεί ότι μια αναρχική κοινωνία, χωρίς κράτος, χωρίς εξουσίες, χωρίς οργάνωση, χωρίς ιεραρχία είναι εφικτή, βιώσιμη, πραγματοποιήσιμη, ενώ εγώ δεν το νομίζω. Μ’ άλλα λόγια, εκτιμώ ότι η μάχη του αναρχισμού, ο αγώνας προς την κατεύθυνση μιας αναρχικής κοινωνίας είναι ουσιώδης, αλλά η πραγματοποίηση αυτής της κοινωνίας είναι αδύνατη. Νομίζω ότι η ελπίδα για μια κοινωνία χωρίς εξουσία και χωρίς θεσμούς εδράζεται στην πίστη πως ο άνθρωπος είναι εκ φύσεως καλός και τον διαφθείρει η κοινωνία. Στην ακραία περίπτωση λέμε: “Οι κλέφτες υπάρχουν επειδή υπάρχει η αστυνομία, αν καταργήσουμε την αστυνομία, η κλοπή θα εξαφανιστεί”. Οπωσδήποτε, η κοινωνία παίζει μεγάλο ρόλο στη διαστρέβλωση του ατόμου: είναι πάρα πολύ αυστηρή και καταπιεστική, άρα ο άνθρωπος πρέπει με τον άλφα ή βήτα τρόπο ν’ “αποσυμπιέζεται”, συχνά με βίαιες ενέργειες και φόνους. Σήμερα, η διαστρέβλωση του ανθρώπου στη Δύση γίνεται αλλιώς: βασικό ρόλο παίζουν η διαφήμιση που ωθεί τον άνθρωπο στην κατανάλωση (άρα στην κλοπή, αν δεν έχει χρήματα να ριχτεί στην κατανάλωση). η αχαλίνωτη πορνογραφία, το θέαμα της βίας στα Μ.Μ.Ε. (Ο ρόλος των Μ.Μ.Ε. στην αύξηση της παραβατικότητας και του μίσους για τον συνάνθρωπό μας είναι σημαντικός). Εν τούτοις, δεν έρχονται όλα απ’ την “κοινωνία”.

Εμείς Σπείραμε Εσείς θα Θερίσετε…

Η στάση μου στην περίοδο της επταετίας και στη μεταπολίτευση δεν προέκυψε τυχαία. Γνώριζα τι έκανα. Ήταν συνειδητή επιλογή. Όλα τα αναλογίζομαι, τα δέχομαι, ανταμώνουν με σκληρά γεγονότα του Εμφυλίου και τα κρατώ.
Οι γκρίζες εικόνες, στις οποίες αναφέρομαι, δεν είναι δημιουργήματα της φαντασίας μου, αλλά γεγονότα που συνέβησαν στα δύσκολα χρόνια του Εμφυλίου πολέμου. Είναι αυτά που είδα, έζησα ή άκουσα από τις διηγήσεις του πατέρα μου και των συναγωνιστών του. Οι δύσκολες καταστάσεις που διαδραματίστηκαν στο χωριό μου, τον Βερτίσκο, και σε όλα τα χωριά της ορεινής περιοχής καθώς και της υπόλοιπης χώρας μας, διαβάζοντάς τα τώρα, από απόσταση δεκαετιών, είναι εύκολο να τα ερμηνεύσει κανείς σαν υπερβολές. Είναι λογικό.
Το κλίμα εκείνων των καιρών, όσο και να προσπαθήσει η φαντασία να το αναπλάσει, δεν θα τα καταφέρει. Πώς, με ποια λόγια να περιγράψεις τη φρίκη, την τρομάρα που αισθανόσουν να κυκλοφορεί στον αέρα, στους δρόμους και να αναζητά εσένα; Είδα με τα μάτια μου σκληρά γεγονότα σε νηπιακή ηλικία. Αισθάνθηκα τον κίνδυνο να με πλησιάζει. Με τρόμαξαν οι απειλές και οι άγριες συμπεριφορές. Όλα καταγράφηκαν μέσα μου καθαρά σ’ ένα βιβλίο που το διάβασα, το ξαναδιάβασα, το φυλλομέτρησα άπειρες φορές. Τριγύριζαν στο μυαλό μου οι αυστηρές εντολές της μάνας μου: “Μη μιλάτε, κινδυνεύουμε”. Τα σιγοψιθυριστά ακούσματα των απαγορευμένων τραγουδιών -Λευτεριά πανώρια κόρη…-, την προσμονή για το αύριο, τ’ ανάθεμα για το σήμερα, τα κρατούσα μέσα μου κρυφά, σαν φυλακτά, μα και σαν φαντάσματα.

Το Τοπίο στην Τέχνη

«Αξίζει να το σκεφτούν σοβαρά ακόμη και εκείνοι που έχουν το μικρότερο ενδιαφέρον για την ιστορία της τέχνης… Καλύπτει ένα πεδίο που εκτείνεται από τις μινιατούρες του Μεσαίωνα μέχρι το σήμερα… Συναρπαστικό βιβλίο, που η αξία του δεν έχει εκτιμηθεί όσο πρέπει από εκείνους που ενδιαφέρονται και γράφουν για τη ζωγραφική.» (Frances M. Haskell, The New York Review of Books)
«Η σημασία του βιβλίου αυτού για την κριτική της τέχνης και την ιστορία της τέχνης δεν μπορεί να τονιστεί όσο πρέπει. Ο Ράσκιν και άλλοι έχουν γράψει αξιοπρόσεκτες σελίδες για την τοπιογραφία, αλλά κανένα τέτοιο ολοκληρωμένο έργο γι’ αυτήν ως διαχωρισμένο κλάδο της τέχνης δεν έχει γραφεί στη γλώσσα μας.» (Cambridge Revue)

Μονοπάτια στην Ουτοπία

Στο βιβλίο του ΜΟΝΟΠΑΤΙΑ ΣΤΗΝ ΟΥΤΟΠΙΑ (πρώτη έκδοση 1946) ο Μπούμπερ εξετάζει τον ουτοπικό σοσιαλισμό. Ασχολείται όχι τόσο με την ανάπτυξη της ιδέας όσο με την ιδέα στην εξέλιξή της. Από το πλούσιο διαθέσιμο υλικό για το θέμα του, ο συγγραφέας παρουσιάζει μόνον ό,τι θεωρεί ουσιώδες για την εξέταση της καθαυτό ιδέας. Ακόμη, πραγματεύεται τις παράτολμες αλλά εύθραυστες προσπάθειες να πραγματωθεί ο ουτοπικός σοσιαλισμός. Έτσι, ο αναγνώστης διαθέτει ό,τι χρειάζεται, προκειμένου να παρακολουθήσει την κριτική που ασκεί ο Μπούμπερ στη θεωρητική και στην πρακτική σχέση του μαρξισμού με την ιδέα της ανανέωσης των κοινωνικών δομών. (Γιώργος Κορδομενίδης, Αγγελιοφόρος, 2/12/2001)

Η Καταναλωτική Κοινωνία

Όπως όλοι οι μεγάλοι μύθοι που σέβονται τον εαυτό τους, ο μύθος της “κατανάλωσης” έχει τον λόγο του και τον αντίλογό του: ο εξυμνητικός λόγος για την αφθονία συνοδεύεται από έναν “κριτικό” αντίλογο, σκυθρωπό και ηθικολογικό, για τα κακά της καταναλωτική κοινωνίας και την τραγική κατάληξη στην οποία θα οδηγήσει οπωσδήποτε τον πολιτισμό μας. Η μαγεία της κοινωνίας μας είναι λευκή, δεν είναι πια εφικτή η αίρεση μέσα στην αφθονία. Πρόκειται για την προφυλακτική λευκότητα μιας χορτασμένης κοινωνίας, μιας κοινωνίας χωρίς ίλιγγο και χωρίς ιστορία, χωρίς μύθο άλλον από τον εαυτό της.

Άρτος & Θεάματα

Το βιβλίο είναι από τα λίγα που έχει στη διάθεσή του ο έλληνας αναγνώστης αναφορικά με τη σχέση πολιτισμού και πολιτικής. Πλουτίζει θετικά τη σχετική βιβλιογραφία, ενσπείροντας καινά δαιμόνια σ’ ένα ζήτημα όπως αυτό της μαζικής κουλτούρας, στο οποίο κυκλοφορούν αρκετές αναχρονιστικές απόψεις στον τόπο μας. Αν σκεφτεί μάλιστα κανείς ότι η έλλειψη ενός ευρέος δημόσιου διαλόγου και οι πολλές προκαταλήψεις επιτρέπουν να πλανάται στον αέρα μια σχετική ιδεολογική τρομοκρατία, η οποία καταφέρνει να επικρατήσει σε ορισμένα πολιτιστικά περιβάλλοντα, εμποδίζοντάς τα να γονιμοποιήσουν τολμηρές προτάσεις για μια σύγχρονη πολιτιστική πολιτική.
Πολύ καλή η μετάφραση του Ζήση Σαρίκα, και χρήσιμες οι παραπομπές στα βιβλία εκείνα που κυκλοφορούν και στα ελληνικά. (Μυρσίνη Ζορμπά, ΤΑ ΝΕΑ, 2000)

Καθαρός Πόλεμος

Προσπαθήσαμε να φανερώσουμε τις σημαντικές τάσεις: το ζήτημα της ταχύτητας την ταχύτητα ως ουσία του πολέμου την τεχνολογία ως παραγωγό της ταχύτητας τον πόλεμο ως επιμελητεία, όχι ως στρατηγική τον ενδο-αποικισμό την αποτροπή τα έσχατα όπλα τον Καθαρό πόλεμο.

Η Διαδικασία της Σιωπής

Λένε πολλοί πως «η σύγχρονη τέχνη βρίσκεται σε κρίση», χωρίς να καταλαβαίνουν ότι η κρίση αυτή συμβαδίζει με έναν τρόμο που απειλεί πράγματι κάθε παράσταση. Χωρίς την τρομοκρατία, τα έργα του 20ού αιώνα είναι αδιανόητα, αόρατα. Χωρίς τον πολλαπλασιασμό των κινδύνων, το δράμα των σημερινών επιφάσεων είναι ακατανόητο, κατά ορισμένους επιλήψιμο… Πράγματι, ενώ στις αρχές του 20ου αιώνα η Τέχνη ήταν ακόμα μόνον ο πρόδρομος των τραγωδιών που έμελλε σύντομα να μας πλήξουν, στις αρχές του 21ου αιώνα, ίσα ίσα, η επιστήμη οφείλει να προεικονίσει το άγχος του μέλλοντος. Απαιτώντας με τη σειρά της μία ελευθερία έκφρασης στο ύψος των φιλοδοξιών της, η τεχνοεπιστήμη εγκαινιάζει έναν «εξπρεσιονισμό», του οποίου ο άμετρος χαρακτήρας είναι εφάμιλλος μόνο με την ικανότητα της τεχνοεπιστήμης να ανατρέπει κάθε νόμο, κάθε ηθική, στο όνομα μόνο της παντοδυναμίας της. Για τον Βιριλιό, η κρίση της σύγχρονης τέχνης είναι ο μισθός του φόβου: φόβου μίας μαζικής κουλτούρας που οδηγεί στην εξολόθρευση, και φόβου μίας σιωπής που ταυτίζεται με την ανανδρία αφού, ως γνωστόν, όποιος δε μιλάει, συναινεί.

Τι Απέγιναν οι Εβδομήντα Χιλιάδες Εβραιοι της Θεσσαλονίκης; Η Σιωπή είναι Αβάσταχτη

Η Ανριέτ Ασεό δεν έχει ζήσει τα ναζιστικά στρατόπεδα συγκεντρώσεως. Οι δικοί της πάλι, δεν της μιλούν καθόλου για το τι έγινε τότε. Σιγά σιγά, μεγαλώνοντας, ανακαλύπτει την αλήθεια. Μόνο μετά από χρόνια φτάνουν οι επιζήσαντες των στρατοπέδων σ’ ένα σημείο, στο οποίο η σιωπή είναι αβάσταχτη.
Σ’ αυτό ακριβώς το συμπέρασμα καταλήγουν οι συγγραφείς Χόρχε Σεμπρούν και Ελί Βίζελ, που συζητούν το έτος 1995. Πριν από πενήντα χρόνια, ήταν και οι δυο κρατούμενοι στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκεντρώσεως του Μπούχενβαλντ, ως αντιστασιακός ο πρώτος, ως εβραιόπουλο ο δεύτερος. Στη συζήτησή τους προσπαθούν να διασαφηνίσουν τι έζησαν, τι είδαν, τι ένιωσαν και τι κατάλαβαν.

Ωραίο, Φριχτό κι Απέριττο Τοπίον!

Με τη λέξη “τοπίο” αναφερόμαστε ταυτόχρονα σε μια καθορισμένη γεωγραφική ενότητα αλλά και στην πρόσληψή της από το βλέμμα μας, δηλαδή σε μια νοητική κατασκευή που επιλέγει, ερμηνεύει και ανασυνθέτει τα δεδομένα αυτής της ενότητας. Ο τρόπος με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε στοιχειά του περιβάλλοντος ως τοπίο εκφράζει τη φαντασιακή μας σχέση με τη φύση και αντιπροσωπεύει τελικά τον τρόπο με τον οποίο ορίζουμε τον εαυτό μας μέσα στον κόσμο.
Στόχος αυτού του βιβλίου είναι να εξετάσει πτυχές που θα φωτίσουν τη σημερινή του υπόσταση, να προσδιορίσει τις συνθήκες ορατότητάς του με τους όρους της παρούσας κατάστασης. Τα κείμενα που περιλαμβάνει αποτελούν επεξεργασμένη μορφή ανακοινώσεων από την ημερίδα που πραγματοποίησε το Τμήμα Αρχιτεκτόνων Μηχανικών του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, τον Ιούνιο του 2003 στον Βόλο.
Μέσα από τους παράλληλους λόγους που διατυπώνουν οι συγγραφείς προκύπτει μια τουλάχιστον σημαντική σύγκλιση: το τοπίο ανακύπτει ως ένα δυναμικό και ασταθές πεδίο σε όλο το φάσμα των ερμηνειών του. Αμφιταλαντεύομενο ως κατασκεύασμα διισταμένων αισθητικών προσδοκιών και εξιδανικεύσεων. Χειραγωγούμενο ως πλατφόρμα επιβεβαίωσης εθνικών στερεοτύπων και ιδεολογημάτων. Ασταθές και πολυσύνθετο ως μωσαϊκό οικοσυστημάτων και τοπιακών τύπων. Απωθημένο αλλά και ποθούμενο από την αστική πραγματικότητα. Αφανές ως μια εσωτερική κατάσταση πίσω από την ορατή μορφή του.
Τελικά το μη παγιωμένο νόημα του τοπίου και ο επιταχυνόμενος μετασχηματισμός του έχουν ανανεώσει τον τρόπο που το εξετάζουμε προς μία κατεύθυνση λιγότερων βεβαιοτήτων.

Οι Απαρχές του Ολοκληρωτισμού – Τρίτο Μέρος: Ολοκληρωτισμός

Στον τρίτο τόμο του θεμελιώδους έργου της η συγγραφέας μελετά τους θεσμούς, τις οργανώσεις και τις λειτουργίες των ολοκληρωτικών κινημάτων και των ολοκληρωτικών κυβερνήσεων, και εστιάζει την προσοχή της στις δύο γνήσιες μορφές κυριαρχίας του ολοκληρωτισμού που μας παρουσίασε η ιστορία – στις δικτατορίες του Εθνικο-σοσιαλισμού μετά το 1938 και του Μπολσεβικισμού μετά το 1930. Εξετάζει τον μετασχηματισμό των κοινωνικών τάξεων σε μάζες, τον ρόλο της προπαγάνδας στις σχέσεις με τον μη ολοκληρωτικό κόσμο και τη χρήση της τρομοκρατίας – ουσιώδους χαρακτηριστικού αυτής της μορφής διακυβέρνησης. Και σ’ ένα λαμπρό τελευταίο κεφάλαιο αναλύει τη φύση της απομόνωσης και της μοναξιάς, που τις θεωρεί προϋποθέσεις για την ολική κυριαρχία.

Οι Απαρχές του Ολοκληρωτισμού – Δεύτερο Μέρος: Ιμπεριαλισμός

Σ’ αυτόν τον δεύτερο τόμο της μνημειώδους μελέτης της η συγγραφέας εξετάζει την περίοδο του ευρωπαϊκού αποικιακού ιμπεριαλισμού, από το 1884 έως το ξέσπασμα του Α’ Παγκοσμίου πολέμου, μία παράξενη και ωμή εποχή που παρουσιάζεται μέσα από τα χαρακτηριστικά πορτραίτα του Ντισραέλι, του Σέσιλ Ρόουντς, του Γκομπινώ, του Προυστ και του Τ.Ε. Λώρενς. Αν και η εποχή αυτή «σημαδεύεται ακόμη από μια ορισμένη μετριοπάθεια και ελεγχόμενη ευυποληψία», η συγγραφέας επισημαίνει ότι το τέλος της έφερε την παρακμή του εθνικού κράτους και την αποσύνθεση της ταξικής κοινωνίας της Ευρώπης, τα δύο βασικά συμβάντα που γέννησαν τον ολοκληρωτισμό, ο οποίος με τη σειρά του παρήγαγε τα στρατόπεδα συγκεντρώσεως και τα εργοστάσια θανάτωσης της πρόσφατης ιστορίας.

Οι Απαρχές του Ολοκληρωτισμού – Πρώτο Μέρος: Αντισημιτισμός

Στις σελίδες αυτού του πρώτου τόμου γίνεται φανερό πως η πορεία του σύγχρονου αντισημιτισμού ακολουθεί την πορεία ανάπτυξης και παρακμής του εθνικού κράτους στην Ευρώπη κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ενώ οι πηγές του μπορούν να αναζητηθούν στην εβραϊκή ιστορία των προηγούμενων αιώνων. Οι εβραίοι, με τη μακραίωνη παράδοση ως πιστωτές χρημάτων, μετά την κατάρρευση του φεουδαρχικού συστήματος και τη σύσταση των εθνικών κρατών εκμεταλλεύθηκαν το χρηματοπιστωτικό κενό και αναδείχθηκαν στους κατεξοχήν κρατικούς τραπεζίτες των ευρωπαϊκών ηγεμονιών. Στις αυλές των Ευρωπαίων μοναρχών εγκαταστάθηκαν εύποροι εβραίοι και κραταιοί οίκοι εβραϊκών οικογενειών, όπως οι Ρότσιλντ, απέκτησαν υψηλό αριθμό ευρωπαϊκών διασυνδέσεων. Ταυτόχρονα, έλαβαν ιδιαίτερα προνόμια από τις κυβερνήσεις και τις μοναρχίες δίχως όμως να καταφέρουν ποτέ, εξαιτίας της ιδιαιτερότητάς τους, να ενσωματωθούν κοινωνικά και πολιτικά, αποτελώντας κατά αυτόν τον τρόπο πάντα «ένα έθνος μέσα στο έθνος». (Βαγγέλης Γραμματικόπουλος, bookpress.gr, Μάρτιος 2018)

1 12 13 14 25