Περιεχόμενα
– Εισαγωγή
– Το τοπίο των συμβόλων
– Το τοπίο της πραγματικότητας
– Το τοπίο της φαντασίας
– Το ιδανικό τοπίο
– Η φυσική όραση
– Τα φώτα του Βορρά
– Επιστροφή στην κανονικότητα
– Επίλογος
– Πίνακας εικόνων
– Οι ζωγράφοι


«Αξίζει να το σκεφτούν σοβαρά ακόμη και εκείνοι που έχουν το μικρότερο ενδιαφέρον για την ιστορία της τέχνης… Καλύπτει ένα πεδίο που εκτείνεται από τις μινιατούρες του Μεσαίωνα μέχρι το σήμερα… Συναρπαστικό βιβλίο, που η αξία του δεν έχει εκτιμηθεί όσο πρέπει από εκείνους που ενδιαφέρονται και γράφουν για τη ζωγραφική.» (Frances M. Haskell, The New York Review of Books)
«Η σημασία του βιβλίου αυτού για την κριτική της τέχνης και την ιστορία της τέχνης δεν μπορεί να τονιστεί όσο πρέπει. Ο Ράσκιν και άλλοι έχουν γράψει αξιοπρόσεκτες σελίδες για την τοπιογραφία, αλλά κανένα τέτοιο ολοκληρωμένο έργο γι’ αυτήν ως διαχωρισμένο κλάδο της τέχνης δεν έχει γραφεί στη γλώσσα μας.» (Cambridge Revue)
– Εισαγωγή
– Το τοπίο των συμβόλων
– Το τοπίο της πραγματικότητας
– Το τοπίο της φαντασίας
– Το ιδανικό τοπίο
– Η φυσική όραση
– Τα φώτα του Βορρά
– Επιστροφή στην κανονικότητα
– Επίλογος
– Πίνακας εικόνων
– Οι ζωγράφοι
Σηκώθηκε, την πήρε απ’ το χέρι, την τράβηξε στο μπαλκόνι. «Κοίτα ψηλά, τι βλέπεις;» τη ρωτά. «Τον ουρανό, τι άλλο; Ασυννέφιαστος σήμερα, πεντακάθαρος», απαντά η Ελένη σα μικρό παιδί στον δάσκαλο που το παίζει παιδί. Ο Πανώρας χαμογελά, περνά το χέρι στον ώμο της, της ψιθυρίζει στο αυτί σαν ερωτευμένος στην πρώτη του εξομολόγηση: «Αν δεν γνωρίζαμε την ανέφελη νύχτα, αν βλέπαμε μόνο το γαλάζιο που μας σκεπάζει, δεν θα μαθαίναμε ποτέ πως πέρα απ’ αυτό απλώνεται το άπειρο, οπότε δεν θα είχαμε μέτρο να μετρηθούμε ούτε να μετρήσουμε παρά μόνον εκείνο του μικρόκοσμού μας, ο οποίος, χωρίς αμφιβολία, περιέχει κι αυτός όχι μόνο τη γεύση μα και τη δομή του απείρου, πώς αλλιώς. Μόνο που δίχως την πλήρη εικόνα είναι αδύνατο να εννοήσουμε καλά ακόμα κι αυτό. Μηρυκάζουμε βέβαια τα λόγια του ποιητή που λέει πως είμαστε φτιαγμένοι απ’ το υλικό των ονείρων, ενώ δεν μας πάει ο νους στο γεγονός πως και τα όνειρα είναι φτιαγμένα από το ίδιο υλικό, πες το αστερόσκονη, απ’ την οποία είμαστε φτιαγμένοι.» Την κοίταξε στα μάτια: «Παρ’ όλη την προσπάθεια να σε παρασύρω στο σύμπαν, βλέπω πως σκάλωσες στη σκόνη, σ’ ενοχλεί η λέξη, έστω και ως δεύτερο συνθετικό της ποιητικότατης αστερόσκονης. Όμως, ό,τι ξεστόμισα το έκανα για να ενθαρρύνω τον από δική μου υπαιτιότητα πληγωμένο ιδεαλισμό σου, όσο και για να υποκλιθώ μπροστά του. Είχα λησμονήσει πως ο εγκέφαλος λειτουργεί σύμφωνα με τον τρόπο που δραστηριοποιείται το σύμπαν, μέχρι που σήμερα, πρωί-πρωί με την αυγούλα, επέστρεψαν τα λόγια στον νου μου, λόγια ενός άλλου, όχι δικά μου.»
Ο ομότιμος καθηγητής της Αρχιτεκτονικής του Α.Π.Θ. Νικόλαος Μουτσόπουλος, ο σοφός δάσκαλος, με λόγο γλαφυρό και ουσιαστικό, που διανθίζεται από ιστορικά στοιχεία, μύθους και παραδόσεις, μας ταξιδεύει στον μυστικό κόσμο της Πρέσπας, στο λιμνογέννητο νησί του Αγίου Αχιλλείου, στους βυζαντινούς ναούς και στα ασκηταριά της λίμνης. Κι ακόμη, σε κάστρα και καταφύγια του ελληνισμού, στα Αμπελάκια των Τεμπών και στη Θράκη, στην αρχαία πόλη της Λήμνου Χρυσή, στα Δρακόσπιτα της Εύβοιας, στην Αγιά Σοφιά της Κωνσταντινούπολης, στα μοναστήρια του Άθω. (Γ.Ε.Β., ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 9/7/2002)
Τα κείμενα που περιλαμβάνονται στο βιβλίο και γράφηκαν από το 1934 έως το 1969, είναι γράμματα σε φίλους ζωγράφους (Barnett Newman, Robert Motherwell, Adolph Gottlieb και άλλους), εντυπώσεις από ταξίδια στην Ευρώπη (Παρίσι, Λονδίνο, νότια Ιταλία· γράφει χαρακτηριστικά από την Ποσειδωνία της νότιας Ιταλίας: “ανέκαθεν ζωγράφιζα αρχαιο-ελληνικούς ναούς χωρίς να το ξέρω”), περιγραφή καλοκαιριών που πέρασε με την οικογένειά του σε πανεπιστημιουπόλεις των Η.Π.Α. στις οποίες δίδασκε, τετράδια σημειώσεων στα οποία μιλά για την τέχνη των παιδιών και για τη σημασία του σουρεαλισμού, του Πικάσο ή του Μιρό, πικρόχολα σχόλια για τη βασιλεία των εμπόρων έργων τέχνης και των τεχνοκριτικών, μανιφέστα και απαντήσεις σε εφόρους μουσείων και τεχνοκρίτες. Βρίσκονταν σε μουσεία των Η.Π.Α. ή στην κατοχή των παιδιών του και δημοσιεύονται για πρώτη φορά.
Είναι προφανές πως υπάρχει πρόβλημα ταυτότητας της δημοκρατίας και της άμεσης δημοκρατίας ιδιαίτερα. Ταυτότητας που δεν θα επιτρέπει πλήθος αντιφατικών αναγνώσεων και μια επικοινωνία τύπου Βαβέλ, που εμποδίζουν τη σύνδεση της θεωρίας με την πράξη της άμεσης δημοκρατίας. Κι αυτό το πρόβλημα δεν είναι υπόθεση εξουσιαστικών ηγεσιών ούτε “αριστερών πρωτοποριών”, και βεβαίως ούτε “σοφών” διανοούμενων και ηγητόρων, αλλά παραμένει πρόβλημα της ίδιας της εργαζόμενης κοινωνίας-ανθρωπότητας.
Γι’ αυτό είναι αναγκαίο να διαμορφώσουμε ένα νέο δημόσιο χώρο σκέψης και επικοινωνίας και να ξαναρχίσουμε τον δημόσιο διάλογο για την άμεση δημοκρατία. Στο πλαίσιο αυτού του διαλόγου θα μπορέσουμε να ξαναβγάλουμε στην επιφάνεια το θεωρητικό, το εμπειρικό και το αγωνιστικό κληροδότημα των περασμένων γενεών, να το απαλλάξουμε από μύθους και ιδεοληψίες, και να το παντρέψουμε με το όραμα των σημερινών γενεών, όπως αυτό διαμορφώνεται στις σύγχρονες συνθήκες, με αιχμή το επίπεδο ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων που, σε συνδυασμό με το σημερινό επίπεδο των επιστημών και της τεχνολογίας, προσδιορίζουν τις αντικειμενικές δυνατότητες, τον δρόμο και τον ορίζοντα των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, προκειμένου να συνεχίσουν το ταξίδι της ανθρωπότητας προς την άμεση δημοκρατία της οικονομικής και της κοινωνικής ισότητας.
Αυτή τη σκοπιμότητα υπηρετεί η έκδοση αυτού του συλλογικού τόμου, που ως ιδέα διατυπώθηκε από πολλούς, όπως λ.χ., από το Μανώλη Γλέζο, τον Περικλή Κοροβέση, τον Ζήση Παπαδημητρίου κ.ά., αλλά και από πολλές/ πολλούς παριστάμενους κατά τη διάρκεια παρουσίασης του πρόσφατου βιβλίου μου με θέμα την Άμεση Δημοκρατία και την Αταξική Κοινωνία. Οι εκδόσεις “Νησίδες” αποδέχτηκαν την πρόταση, με τον όρο να κληθούν να συμμετάσχουν συγγραφείς που έχουν ασχοληθεί με διάφορες πτυχές και από διαφορετικές οπτικές με το θέμα, ώστε να αναδειχθούν οι βασικές συνιστώσες του, με την ελπίδα πως τα κείμενα που θα περιέχονται σ’ αυτόν θα συμβάλουν στο ξαναζωντάνεμα του διαλόγου σε επίπεδο κοινωνίας.
Με αυτό το κριτήριο απευθυνθήκαμε στους συγγραφείς αυτού του τόμου, οι περισσότεροι από τους οποίους είμαστε προσωπικά άγνωστοι μεταξύ μας, γνωστοί όμως από τις διάφορες σχετικές δημοσιεύσεις μας. Κανένας από εμάς δεν ισχυρίζεται πως κατέχει την απόλυτη αλήθεια, κι όχι μόνο γιατί η αλήθεια της άμεσης δημοκρατίας είναι πολύ μεγάλη για να χωρέσει σε ένα ή σε λίγα μυαλά, αλλά κύρια γιατί αυτή η αλήθεια, ως ποιοτικό ιστορικό μέγεθος, υπόκειται στους νόμους της ειδικής και της γενικής διαχρονικής σχετικότητας, που ως τέτοιο μεγαλώνει ανάλογα με το πόσο μεγαλώνει το πλήθος των δυνάμεων της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού με Γνώση για το τι δεν, είναι άμεση δημοκρατία, αλλά και με Επίγνωση για το τι θα ήθελε να είναι, τι θα μπορούσε να είναι και πώς θα πραγματοποιηθεί η άμεση δημοκρατία. Αυτή τη συνολική αλήθεια αναζητούμε και πιστεύουμε πως ο λόγος και ο αντίλογος μπορεί να εξελιχθούν σε γόνιμο διάλογο, ως μόνη ικανή και αναγκαία συνθήκη που μπορεί να μας φέρει πιο κοντά στην αλήθεια για την πραγματική φύση της άμεσης δημοκρατίας. [. . .]
Αν δεχθούμε ότι ο άνθρωπος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της φύσης, μάλιστα ένα συνειδητό της μέρος. Αν δεχθούμε πως η συνειδητότητα αυτή τον διαχωρίζει ταυτόχρονα από τη φύση δημιουργώντας του νέα πεπρωμένα, τότε το ερώτημα της καλλιτεχνικής έκφρασης τίθεται σοβαρά, ταυτίζεται δηλαδή με τα πρωταρχικά ερωτήματα του ανθρώπου. Η ταύτιση και η ταυτόχρονη απόστασή μας από τη φύση δημιουργούν μια ρωγμή, μια σχάση. Ίσως, το πρώτο αίτιο της ανάγκης για έκφραση να ξεπηδά μέσα από αυτή τη ρωγμή, θέλοντας πρώτα να τη δηλώσει, μετά να τη γεφυρώσει.