Κατάλογος

Οι Τελευταίοι Διανοούμενοι

Το προκλητικό αυτό βιβλίο παρουσιάζει το χρονικό της εξαφάνισης του “δημόσιου διανοούμενου” στις ΗΠΑ. Επί πάνω από σαράντα χρόνια, στο πολιτισμικό τοπίο κυριαρχούσαν διανοούμενοι που έγραφαν σε γλώσσα κατανοητή στον μορφωμένο αναγνώστη και απευθύνονται σ’ αυτόν. Οι νεαρότεροι διανοούμενοι που τους διαδέχθηκαν γράφουν δυσνόητα, γιατί απευθύνονται σε άλλο κοινό: στους ακαδημαϊκούς. Σε αντίθεση με τους παλαιότερους διανοούμενους, που έζησαν στο μποέμικο περιβάλλον της μεγαλούπολης και έγραψαν για το μορφωμένο κοινό, οι σημερινοί στοχαστές τρύπωσαν στα πανεπιστήμια, στα οποία η κατάληψη ενός πόστου φαίνεται πολύ ανώτερη από την πνευματική αναζήτηση. Σε μια διεισδυτική και παθιασμένη πολεμική, ο συγγραφέας εξετάζει πως η αριστοκρατικοποίηση, η προαστιοποίηση και ο ακαδημαϊκός καριερισμός έχουν υποσκάψει τη ζωτικότητα της πνευματικής ζωής στις ΗΠΑ.

Οι Φτηνοφαγάδες

Βιέννη, πρώτα χρόνια μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τέσσερις φίλοι ανταμώνουν καθημερινά σ’ ένα λαϊκό εστιατόριο και τρώνε πάντοτε το φτηνότερο φαγητό. Αυτούς, τους φτηνοφαγάδες, συναντά ο ανάπηρος Κόλερ, ο πέμπτος της συντροφιάς, και αισθάνεται υποχρεωμένος να τους αφιερώσει το κεντρικό κεφάλαιο του βιβλίου που συγγράφει, με θέμα την Φυσιογνωμική.

Ο αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ γεννήθηκε το 1931 στην Ολλανδία και πέθανε το 1989 στην Αυστρία.
Για τα μυθιστορήματα, τα ποιήματα και τα θεατρικά του έργα τιμήθηκε με πολλά και διεθνή βραβεία.

Όλο Παράσιτα και Εμβατήρια στη Σαλονίκη

Η ιστορία δύο νέων φοιτητών στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, της Αυγής και του Νικόλα, που γνωρίζονται λίγο πριν το πραξικόπημα της χούντας των Συνταγματαρχών το 1967. Στο ταξίδι αυτό, που ξεκινάμε με όχημα τον έρωτα, συναντούν παλιούς κατοίκους της πόλης, γηγενείς και πρόσφυγες, αλλά και συνοικίες, δρόμους και πλατείες, μνημεία και σύμβολα, μπουάτ και ταβέρνες, καθώς και τον απόηχο από παλιές χαμένες επαναστάσεις και επαναστάτες.

Όνειρα και Οράματα

Η συλλογή Όνειρα και Οράματα περιλαμβάνει ένδεκα διηγήματα του φανταστικού και του μυστηρίου. Αναφέρονται στο ξάφνιασμα απέναντι σε ανεξήγητα γεγονότα του καθημερινού βίου, που ανατρέπουν την πραγματικότητα όπως τη γνωρίζουμε ή την αντιλαμβανόμαστε.
Είναι μια απάντηση στο αφόρητο του ρεαλισμού; Μία μεγέθυνση των επιθυμιών κόντρα στο ρεύμα που μας παρασύρει; Μια καταφυγή στο ανεξήγητο που εξηγεί ή δικαιολογεί συμπεριφορές και στάσεις που εναντιώνονται στο κυρίαρχο ρεύμα των κοινωνικών και ιστορικών καταναγκασμών;
Στη λογοτεχνία του φανταστικού, ο μετεωρισμός, ανακουφιστικός ή επώδυνος, για συμβάντα που δεν υπόκεινται ούτε σε φυσικούς νόμους ούτε σε κοινωνικές συμβάσεις, είναι το όργανο που δικαιολογεί το αναίτιο, σταματά ή επιταχύνει τον χρόνο για χάρη της διήγησης. Αν ο αναγνώστης διστάζει ανάμεσα στη λογική και στην υπερφυσική εξήγηση των γεγονότων, ο δισταγμός γίνεται μέθοδος, προπαίδεια στην αμφισβήτηση της αλόγιστης βεβαιότητας.

Παγκοσμιοποίηση και Υπερ-νεωτερικότητα. Κοσμοπολιτισμός και Δυτική Κουλτούρα

Το έργο του καθηγητή φιλοσοφίας Ζιλ Λιποβετσκύ (γενν, 1944) έχει βαθιά σημαδέψει την ερμηνεία της νεωτερικότητας. Στο έργο του “Η εποχή του κενού” ανέδειξε τις βάσεις του σύγχρονου ατομικισμού. Έκτοτε, ερευνά τις πολλές πτυχές του ατομικισμού της εποχής μας, που χαρακτηρίζεται από την απορρύθμιση της οικονομίας, την καθιέρωση της επισφάλειας στην εργασία, την ελεύθερη παγκόσμια κίνηση των κεφαλαίων: τονίζει τη βασιλεία της μόδας, τους μετασχηματισμούς της ηθικής, τη νέα οικονομία των σχέσεων των φύλων, την εκρηκτική αύξηση της κατανάλωσης ειδών πολυτελείας, τις μεταλλάξεις της καταναλωτικής κοινωνίας, τη θέση της τέχνης στην εποχή μας. Αναλύει τις συνέπειες της παγκοσμιοποίησης, συμπεραίνει πως έχουμε φύγει από τη μετα-νεωτερικότητα [μετα-μοντερνισμό] και έχουμε μεταβεί στην υπερ – νεωτερικότητα [υπερ-μοντερνισμό], και περιγράφει τα χαρακτηριστικά αυτής της νέας κατάστασης.

Παθογνωστικές Μελέτες και Σκέψεις για τη Ζωή, τη Φιλοσοφία και την Επιστήμη

“Ποια είναι η φιλοσοφία σας στη ζωή;”, ρωτάμε τον συμπολίτη μας, και εννοούμε όχι τόσο τον φόρτο της ζωής, όσο το πολυτελές περίσσευμα του τρόπου με τον οποίο την βλέπει κανείς πλαγίως δια μέσου αυτού του λαβυρίνθου ανάλαφρων λείων τοίχων. Ο συγγραφέας δεν αρκέστηκε στην εικονογραφική της έκθεση, στο μύθευμα ότι δύναται κάποιος εύκολα και απλά να κατισχύσει αυτής. “Φύσις διδαγμάτων κρατεί”! Σαν σε ανατροπή, όμως, επήλθε το δικό του βάσανο: η αναστοχαστική σκέψη είναι η απομυζημένη ζωή και η παθογνωστική διασάφηση αυτής της ζωής εντός ικανού αριθμού στοχαστικών πεδίων.
Προσωπική ζωή, ζωή των άλλων, ψυχικός κόσμος, σώμα ως τόπος προέλευσης οιασδήποτε μορφής δυσφορίας μέχρι και αυτής των πόνων, αλλά και σώμα της ιατρικής – απ’ όλα αυτά αποσπώνται θεματικά αντικείμενα για τη μελέτη και τη σκέψη. Και η μέθοδος (το “μετά της οδού”, η συνοδοιπόρος επιδίωξη); Αυτή έχει σύρει στο πλάι το τεχνητό παραβάν που κρύβει τη θέα της ουσίας των πραγμάτων, τη φιλοσοφική τους διάσταση – ένα παραβάν, με το οποίο η ψυχανάλυση ως μία πρώτη εμπεριστατωμένη προσέγγιση πολυάριθμων (και δομικών) πεδίων της ψυχικής ζωής είχε φράξει τη θέα, υποκείμενη η ίδια σε αναστολές, φοβούμενη η ίδια τον εαυτό της.

Πανικόβλητη Πόλη – Το Αλλού Αρχίζει Εδώ

Τόπος ανάδυσης της πολιτικής, η ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ είναι και ο τόπος ανάδυσης της στρατηγικής, καθώς γεωπολιτική και γεωστρατηγική συγχέονται στα τείχη, στους πύργους, στο οδικό της δίκτυο.
Ωστόσο, από το 2001 και μετά, αυτή η γεωγραφική διάσταση των συγκρούσεων έχει αλλάξει ριζικά φύση, σε σημείο που η ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΗ συγκέντρωση να υπερτερεί στο εξής από την πάγια ΓΕΩΠΟΛΙΤΙΚΗ των εθνών.
Μετά τη Χιροσίμα, η μεγάλη επίθεση εναντίον της Νέας Υόρκης εγκαινίασε την εποχή της “ανισορροπίας του τρόμου”, καταστρέφοντας τη στρατηγική σημασία όχι μόνο του αριθμού των αντιπάλων, αλλά και κάθε έκτασης.
Επικεντρώνοντας έτσι τον φόβο στη συγκέντρωση των μητροπόλεων και μόνο, ο αυτοκτονικός χαρακτήρας της εμπλεκόμενης δράσης κατέστρεψε, μαζί με τη στρατηγική μορφή του πολέμου, την πολιτική μορφή της πόλης.
Πρωτοφανές ιστορικό συμβάν, στο οποίο εξαφανίζεται, μαζί με τον διακηρυγμένο εχθρό, και η δυνατότητα μιας οποιοσδήποτε νίκης… αφού κανένας δεν μπορεί να νικήσει σ’ έναν “πόλεμο” στον οποίο είναι άγνωστος ο “εχθρός”.
Μετά την αυτοκτονική κατάσταση της γεωπολιτικής των συνασπισμών Ανατολής / Δύσης, που θεμελιωνόταν σαν απειλή της εξασφαλισμένης αμοιβαίας καταστροφής, προβάλλει, τη χαραυγή της τρίτης χιλιετίας, ένας νέου τύπου MASS KILLER, καθώς η αυτοκτονία του τρομοκράτη αντικαθιστά τον θάνατο του πολίτη- στρατιώτη στη μάχη. Χωρίς κήρυξη πολέμου, χωρίς σημαία, χωρίς όνομα και κυρίως χωρίς μάχη, χωρίς καμιά διεκδίκηση, ο μαζικός φονιάς, που μπορεί να σβήσει κάθε ζωή στην πόλη χρησιμοποιώντας τα όπλα μαζικής καταστροφής, τερματίζει την εποχή του παγκόσμιου γεωπολιτικού πολέμου και εγκαινιάζει την εποχή της παγκοσμιοποίησης μιας μητροπολιτικής τρομοκρατίας στην οποία η απώλεια σημασίας της εδαφικής έκτασης των εθνών αντισταθμίζεται από την κρίσιμη μάζα των μεταναστευτικών συγκεντρώσεων, τις οποίες κανείς δεν κυβερνά πραγματικά.

Πάντα Ξένοι

Το καλοκαίρι του 2015 στη Λέσβο έφταναν καραβιές προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυσαν τα πάντα. Η προκυμαία της Μυτιλήνης και όλες οι παραλίες του νησιού γέμισαν με χιλιάδες δυστυχισμένους ανθρώπους που ζητούσαν να ξεφύγουν από τον φόβο και τον αφανισμό που τους απειλούσε στις πατρίδες τους.
Τότε αναπτύχθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης, στο οποίο μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των Λεσβίων, που είχε ως αποτέλεσμα να προταθεί η Λέσβος, και κυρίως οι τρεις γιαγιάδες της Σκάλας Σκαμνιάς που απέσπασαν τον παγκόσμιο θαυμασμό, για το βραβείο Nobel Ειρήνης, που δυστυχώς δεν το πήραν.
Σταδιακά, όμως, από λίγους στην αρχή ανθρώπους, που πολλοί απ’ αυτούς θησαύριζαν από την παρουσία των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα ξενοφοβικό κίνημα με συνθήματα που ήθελαν να πείσουν τον κόσμο, και δυστυχώς έπεισαν πολλούς, πως όλοι αυτοί ήρθαν να μας αλλάξουν την πίστη, να ετοιμάσουν την υποταγή μας στην Τουρκία, να μας κλέψουν τις δουλειές μας. Οπότε θυμήθηκα αυτό που έγραψε ο Σεφέρης (πρόσφυγας κι αυτός) στο έργο του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη: “Έφυγαν απ’ τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι τέλος πάντων αποκρίνονται: “Ένα φράγκο το ποτήρι”. Κι ο πατέρας διηγείται: “Έφτυσα μέσα στο στόμα του παιδιού να το ξεδιψάσω”.
Αυτή η ελεεινή συμπεριφορά, μαζί και άλλες ιστορίες που άκουσα για την υποδοχή των προσφύγων στο νησί μου, με έκαναν να μετάσχω στον θρήνο της εκατονταετηρίδας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις προγονικές τους μικρασιατικές εστίες, γράφοντας λίγες ιστορίες γι’ αυτά. Απλώς για να θυμόμαστε όλοι.

Παραμύθι και Τελετές Φυλετικής Μύησης

Οι ιστορίες που μας αφηγούνται τα μαγικά παραμύθια είναι στην πλειονότητά τους μετασχηματισμένες αφηγήσεις τελετών φυλετικής μύησης αγοριών και κοριτσιών. Τα περισσότερα μοτίβα τους ανάγονται σε περιορισμένο, φυσικά, αριθμό μυητικών μοτίβων και υπακούουν στο σχήμα απομάκρυνση – μεσοδιάστημα – επανένταξη, που είναι το σχήμα των διαβατήριων τελετών.
Ο μετασχηματισμός που υφίσταται στην αφήγηση τόσο η δομή της τελετουργικής ακολουθίας όσο και το περιεχόμενο των επιμέρους μοτίβων της δεν την καθιστά μη αναγνωρίσιμη. Και στην παραμυθιακή αφήγηση μεγάλο μέρος της δράσης μεταφέρεται έξω από τα όρια της καθημερινής ζωής, όπως και στη μυητική τελετουργία· η αιτία που επινοείται, στη θέση του θεσμού, για την έναρξη της μυητικής περιπέτειας ανήκει συχνά σ’ αυτήν (στην καθημερινή ζωή)…
Κατά το πέρασμα από τη συμβολική γλώσσα της τελετουργίας στη συμβολική γλώσσα του παραμυθιού συχνά η μεταφορά μετασχηματίζεται σε κυριολεξία. Έτσι, το δίδυμο μυητικό μοτίβο μιμητικού θανάτου – αναγέννησης παρουσιάζεται μερικές φορές στο παραμύθι ως θάνατος και ανάσταση στην κυριολεξία, δηλαδή το συμβολικό στοιχείο της τελετουργίας μεταφέρεται στην αφήγηση ως πραγματικό γεγονός. Ο ήρωας ή η ηρωίδα πεθαίνει, ενίοτε θάβεται κιόλας, και στη συνέχεια ανασταίνεται. Για να αιτιολογηθεί το τελευταίο, ή συχνά και τα δύο, επινοείται το μαγικό στοιχείο.

Παραμύθια των Ρομά – Ε Πουρανε Μπροσα

«Είμαι Τσιγγάνος», της είπε ο βασιλιάς, «σ’ αυτόν τον τόπο έχω βαρεθεί τη ζωή μου. Εσύ που είσαι αγράμματη αλλά σοφή. Εσύ που είσαι πεντάφτωχη, αλλά έχεις ξάστερο και ακονισμένο μυαλό. Που δεν έχεις τίποτα, αλλά έχεις κέφι και καρδιά. Πες μου αν ξέρεις κάτι σημαντικό που να ξυπνήσει την ψυχή μου. Που να είναι στ’ αλήθεια όμορφο, χωρίς η ομορφιά του να σκανδαλίζει. Κάτι που να έχει το μυστικό άρωμα της αρετής, χωρίς τη συνηθισμένη βλακεία της διδασκαλίας. Κάτι που να είναι αληθινά σοφό και απλό, χωρίς ωστόσο τυλιγμένο στα φανταχτερά κουρέλια της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Κάτι που να είναι ευχάριστο σαν την καινούργια φιλενάδα αλλά όχι κουραστικό σαν τη σύζυγο. Ούτε βέβαια ανατριχιαστικό σαν την πεθερά. Κάτι που να σε μεθάει σαν το παλιό αγνό κρασί χωρίς να σου θολώνει το μυαλό. Κάτι που αρέσει στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, στους τίμιους όσο και στους κατεργάρηδες. Κάτι που να μη βάζει σε σκοτούρες τον βασιλιά και την κυβέρνηση. Ούτε και τον λαό σε αναταραχές. Κάτι που να γοητεύει. Ν’ αποκοιμίζει μωρά στα γόνατα της γιαγιάς τους. Ν’ αρέσει στ’ αγόρια όσο και στα κορίτσια. Να το ακούνε με την ίδια ευχαρίστηση οι άντρες όσο και οι γυναίκες, οι σπουδασμένοι, οι μυαλωμένοι όσο και οι ασπούδαστοι και οι αγράμματοι, οι ονειροπαρμένοι. Κάτι που για το χατίρι του να παρατάνε στη μέση τη δουλειά τους οι νοικοκυρές. Να αποξεχνάνε τα κορίτσια τη βαρέλα τους στη βρύση. Να λησμονούν το ψωμί τους στον φούρνο. Να αφήνουν να καίγεται το φαγητό τους στη φωτιά. Κάτι που να μαγεύει τις γριές και τους γερόντους. Να ακούγεται με την ίδια ξενοιασιά τόσο τη νύχτα όσο και τη μέρα.»
Τότε όλοι τριγύρω σώπασαν. Κρατάνε την αναπνοή τους. Θάμασαν τη σοφία του βασιλιά. Αλλά από μέσα τους σκέφθηκαν: «Ζητάει κάτι ο βασιλιάς, κάτι που δεν υπάρχει!»
Η γριά Τσιγγάνα Ταμάρα χαμογέλασε. «Κατάλαβα», είπε, «βασιλιά, τι ζητάς, ζητάς, πολυχρονεμένε μου αφέντη, να σου πω ωραία παραμύθια».

Παρατηρήσεις για τη Δολοφονία του Ζεράρ Λεμποβισί

To Μάρτη του 1984 ο ιδιοκτήτης της Champ Libre και εκδότης του Ζακ Μεσρίν, Ζεράρ Λεμποβισί, βρίσκεται δολοφονημένος με τέσσερις σφαίρες στον αυχένα. Η δολοφονία του δεν εξιχνιάστηκε ποτέ.
Ο Ζεράρ Λεμποβισί γνωρίστηκε με τον Γκυ Ντεμπόρ το 1971 και έγινε φίλος του, εκδότης των βιβλίων του και παραγωγός των κινηματογραφικών ταινιών του. Δολοφονήθηκε σε ενέδρα στις 5 Μαρτίου 1984 στο Παρίσι.

Πελοποννήσου

Περνάει ασυλόγιστος ο καιρός. τον ρωτάω
ο επίδοξος μηχανικός του συνεχίζω την
αμηχανία μου. σκέφτομαι την αναπόφευκτη_
ομοιομορφία της φύσης και την ανόμοιο
μορφία των αντανακλάσεών της μέσα μου. να με
διαμαρτύρομαι παίζοντας προσπαθώντας πάντα.
[…]

Πεπαρηθειάδα

Με κίνητρο την ποιητική του ανάγκη και την αγάπη του για το νησί και τους ανθρώπους του ο Σπύρος Κοσμάς παραθέτει σε έμμετρο λόγο όσα αποθησαύρισε από τον κόσμο αυτόν.
Το έργο του διαπνέεται από λυρισμό, συναρπαστικές εικόνες και πορτραίτα των πρωταγωνιστών και αποτελεί μια ωραία ανάσα στη σημερινή τεχνοκρατική και στεγνή κοινωνία μας.

Περί Μορφής

Τι λόγο έχουν οι καλλιτέχνες, οι πιο ελεύθεροι και ανεξάρτητοι άνθρωποι της κοινωνίας, άνθρωποι που ζουν «σαν τα κρίνα του αγρού» να συναθροίζονται, να οργανώνονται και να καταπιάνονται με θεωρητικές συζητήσεις; «Καλλιτέχνη, μη μιλάς· δημιούργησε!». Τα λόγια αυτά τα έχουμε ακούσει συχνά από ανθρώπους που δήλωναν αρμόδιοι να μιλούν, να σκέφτονται και να ενεργούν για λογαριασμό μας: πολιτικούς, διανοούμενους, βιομήχανους, καθηγητές, τεχνοκρίτες και άλλους. Και πάντα μας πρόδιδαν. Δημιουργώ, σκέφτομαι και μιλώ. Αλλά οι σκέψεις δεν βγαίνουν από το στόμα. Ολόκληρο το κορμί του ανθρώπου σκέφτεται, ολόκληρο το σώμα του μιλάει. Μιλάμε με τις χειρονομίες και με τη γλώσσα και, όπως ακριβώς ο χορευτής ή ο μουσικός, έτσι και ο ζωγράφος μιλάει με χειρονομίες που αποτυπώνει σε ένα υλικό ανεξάρτητο από τον εαυτό του. Αυτήν ακριβώς τη μετάδοση της χειρονομίας ονομάζουμε εικαστική δημιουργία. Ο καλλιτέχνης της δικής μας γλώσσας μπορεί να εκφραστεί ως εξής: «Δεν ψάχνω, δεν βρίσκω· δημιουργώ». Η εξήγηση αυτή υποδηλώνει ότι ο καλλιτέχνης δεν έχει ανάγκη να εκφραστεί σε γλώσσα άλλη από τη γλώσσα της τέχνης του. Δείχνει, ακόμα, ότι κάθε θεωρητική απόπειρα την θεωρεί χάσιμο χρόνου και ενέργειας. Ο λόγος για τον οποίο ο καλλιτέχνης υποχρεώνεται σήμερα να πάρει τον λόγο, δεν είναι ότι το κοινό απαιτεί μία λογοτεχνική ερμηνεία της καλλιτεχνικής δημιουργίας, αλλά ότι το κοινό εισπράττει πάντα εσφαλμένες ερμηνείες της. Οι τεχνοκρίτες, που ισχυρίζονται πως η ζωγραφική δεν μπορεί να ερμηνευτεί με μουσικούς όρους, δεν δείχνουν να έχουν πρόβλημα που ερμηνεύουν τη μουσική και τη ζωγραφική με φιλολογικούς όρους. Η κριτική δικαιολογεί την ύπαρξή της με το ότι υπάρχει. Καταγγέλλουμε τον παραλογισμό αυτό, όχι για να σταματήσουμε την κριτική της τέχνης, ούτε για να πάρουμε τη θέση της, αλλά για να προφυλαχτούμε από ορισμένες πρακτικές που προκαλούν σύγχυση και για να χαράξουμε τον δρόμο μας πάνω σε μία πιο ακριβή και χρήσιμη βάση.
1 16 17 18 25