Περιεχόμενα
– Η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια του ανθρώπου
– Σουπρεματισμός
– Για τον Καζιμίρ Μάλεβιτς
– Φωτογραφίες
– Πίνακες


Με τη λέξη «Σουπρεματισμός» εννοώ την υπεροχή του καθαρού συναισθήματος στην δημιουργική τέχνη.
Θέλω στη μελέτη μου να εξηγήσω τι νόημα κρύβει η λέξη “τεμπελιά”, τι καλύπτει το ρητό “αργία μήτηρ πάσης κακίας”.
– Η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια του ανθρώπου
– Σουπρεματισμός
– Για τον Καζιμίρ Μάλεβιτς
– Φωτογραφίες
– Πίνακες
Tα πενήντα πέντε πολιτικά του σχέδια με τίτλο “Το πρόσωπο της άρχουσας τάξης” πρωτοεκδόθηκαν στο Βερολίνο το 1921 (αυτή την έκδοση αναπαράγουμε εδώ). Στο βιβλίο περιλαμβάνεται μία αναλυτική βιογραφία του ζωγράφου, που θεωρείται ένας από τους μεγαλύτερους σχεδιαστές του 20ού αιώνα.
O Γκρος απαθανάτισε με τόσην επιτυχία την εποχή του, ώστε οι σύγχρονοί του τον έσυραν τρεις φορές στα δικαστήρια. Oι τρεις καταδίκες του αποτελούν και τη σπουδαιότερη και γνησιότερη τιμητική διάκριση που έλαβε στη ζωή του: η ανωτάτη αρχή έκρινε πως είχε σκοπεύσει σωστά και είχε πετύχει τον στόχο.
“Οι συμφορές του πολέμου” είναι μια συλλογή ογδοντατριών χαρακτικών, που δημιούργησε ο Γκόγια με τη μέθοδο της οξυγραφίας και πρωτοεκδόθηκαν το 1863. Ο μεγάλος ισπανός ζωγράφος τα έφτιαξε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μακριά από την πατρίδα του, αποτραβηγμένος στο Μπορντώ της Γαλλίας. Βασίζονται στις φοβερές σκηνές που αντίκρισε κατά τον πόλεμο των ισπανών με τον εισβολέα Ναπολέοντα (“Αυτό το είδα”, γράφει στα περιθώρια των έργων), αλλά απεικονίζουν στιγμιότυπα απ’ όλους τους πολέμους του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Στο επίμετρο, ο γάλλος μελετητής και ιστορκός της τέχνης Ελί Φωρ σχολιάζει τα χαρακτικά, τα εντάσσει στο συνολικό έργο του Γκόγια, τα τοποθετεί στο ιστορικό τους πλαίσιο και αφορμάται απ’ αυτά για να διατυπώσει ορισμένες γενικότερες σκέψεις για το φαινόμενο του πολέμου.
Από τις λιγοστές υπάρχουσες πηγές και από τις αναμνήσεις των καλλιτεχνών, που δεν είναι πάντα αξιόπιστες και πρέπει να διασταυρώνονται, θα προσπαθήσουμε ν’ ανασυστήσουμε την καλλιτεχνική ζωή της πόλης μας επί μιαν εξηκονταετία. Τα χρόνια που εξετάζουμε, τα Ωδεία δεν είχαν μόνιμη στέγη, τα δε σποραδικά φύλλα των εφημερίδων, που γλίτωσαν από την πυρκαγιά και την Κατοχή, δεν περιλαμβάνουν πάντα τις καλλιτεχνικές εκδηλώσεις. Φίλοι, κυρίως, και γνωστοί μας βοήθησαν με τις αναμνήσεις τους να καταγράψουμε τα στοιχεία που ακολουθούν. […] Ωδεία, χορωδίες, μουσικοί, τραγουδιστές, τραγούδια που αγαπήθηκαν και τραγουδήθηκαν, καλλιτεχνικές εκδηλώσεις: όλα αυτά καταγράφονται αναλυτικά για τα εξήντα χρόνια από το 1885 μέχρι το 1944.
«Αξίζει να το σκεφτούν σοβαρά ακόμη και εκείνοι που έχουν το μικρότερο ενδιαφέρον για την ιστορία της τέχνης… Καλύπτει ένα πεδίο που εκτείνεται από τις μινιατούρες του Μεσαίωνα μέχρι το σήμερα… Συναρπαστικό βιβλίο, που η αξία του δεν έχει εκτιμηθεί όσο πρέπει από εκείνους που ενδιαφέρονται και γράφουν για τη ζωγραφική.» (Frances M. Haskell, The New York Review of Books)
«Η σημασία του βιβλίου αυτού για την κριτική της τέχνης και την ιστορία της τέχνης δεν μπορεί να τονιστεί όσο πρέπει. Ο Ράσκιν και άλλοι έχουν γράψει αξιοπρόσεκτες σελίδες για την τοπιογραφία, αλλά κανένα τέτοιο ολοκληρωμένο έργο γι’ αυτήν ως διαχωρισμένο κλάδο της τέχνης δεν έχει γραφεί στη γλώσσα μας.» (Cambridge Revue)
Η Σχολή Μπάουχαους ιδρύθηκε αμέσως μετά τον Πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στην Βαϊμάρη της αναστατωμένης Γερμανίας.
Με διευθυντές διαδοχικά, τον Βάλτερ Γκρόπιους, τον Γιοχάνες Μάγυερ και τον Μης βαν ντερ Ρόε έζησε, μετακομίζοντας στο Ντεσάου και στο Βερολίνο, μέχρι την ανάρρηση του Χίτλερ στην εξουσία το 1933.
Φιλοδόξησε να προχωρήσει την τέχνη και να την φέρει πιο κοντά στον απλό άνθρωπο (δίνοντας το βάρος στον σχεδιασμό αντικειμένων καθημερινής χρήσης), αλλά συντρίφτηκε από τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες της εποχής.
Η τεχνοκρίτης και ιστορικός της τέχνης Εύα Φοργκάς παρουσιάζει στο βιβλίο της την συναρπαστική ιστορία αυτής της μεγάλης προσπάθειας, καταγράφει και αναλύει την εσωτερική και εξωτερική κατάσταση της σχολής, συγκρίνει το Μπάουχαους με άλλες αντίστοιχες σχολές της ίδιας εποχής και τονίζει, στο Επίμετρο, την επικαιρότητα του Μπάουχαους.
Με εισαγωγή του επιμελητή της Εθνικής Πινακοθήκης Μάνου Στεφανίδη και με επίμετρο της Εύας Φοργκάς για την ελληνική έκδοση.