Περιεχόμενα
– Η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια του ανθρώπου
– Σουπρεματισμός
– Για τον Καζιμίρ Μάλεβιτς
– Φωτογραφίες
– Πίνακες


Με τη λέξη «Σουπρεματισμός» εννοώ την υπεροχή του καθαρού συναισθήματος στην δημιουργική τέχνη.
Θέλω στη μελέτη μου να εξηγήσω τι νόημα κρύβει η λέξη “τεμπελιά”, τι καλύπτει το ρητό “αργία μήτηρ πάσης κακίας”.
– Η τεμπελιά, πραγματική αλήθεια του ανθρώπου
– Σουπρεματισμός
– Για τον Καζιμίρ Μάλεβιτς
– Φωτογραφίες
– Πίνακες
Ο ηθοποιός δεν είναι τίποτα άλλο από μιά αναπνοή. Μια αναπνοή χωρίς σταθερό ρυθμό που περιέχει όλους τους ρυθμούς του κόσμου. Δεν είναι άνθρωπος με σώμα, είναι το πλάσμα που φορά τις λέξεις για σώμα του.
Οι κινήσεις, ο τρόπος του βλέμματος, του περπατήματος, ο τρόπος που ανακατεύει τον πρωινό καφέ του, ο τρόπος που ντύνεται, ο τρόπος, αυτό είναι ο ηθοποιός, ο τρόπος που υπάρχει. Ο τρόπος που ξεκολλά τις σάρκες του πάνω στη σκηνή για να ταΐσει τα σκυλιά, ο τρόπος που σκορπά τα κόκκαλά του να χορτάσουν οι πεινασμένοι, ο τρόπος που δεν αντιλαμβάνεται πως οι θεατές τους είναι σκυλιά και πεινασμένοι, ο τρόπος που μαρτυρεί, που καίγεται στη σκηνή που αυτοπυρπολείται.
Η Ιωάννα Κοιτά ξεκινά μαθήματα ζωγραφικής με τον εικαστικό Λουκά Λυτούδη. Μέσα από τα συναρπαστικά μαθήματα αναδύεται απαλά η ιστορία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Το κείμενο το διατρέχει ένα φαντασμαγορικό γαϊτανάκι από τυρκουάζ της Κνωσού, φτερωτά κίτρινα, στιβαρά μπλε της Αμοργού. Το λιονταράκι του Λεονάρντο, ο γλυπτός πιτσιρίκος της πλατείας Ναυαρίνου παρελαύνουν μαζί με ζαβολιάρικα ζιγκ-ζαγκ και κατακόκκινες μπάλες αγάπης. Παράλληλα αναπτύσσεται μια σχέση φιλίας, που μεταμορφώνει την Ιωάννα, η οποία περιπλανιέται στην πόλη συνδέοντας με τη ματιά της τη σχέση της ζωγραφικής με τον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά του.
“Ιωάννα, παιδί μου, μη χάνεσαι στους λαβυρίνθους της σκέψης, μπες στη ζωγραφική σαν να μπαίνεις σε ένα ανθισμένο λιβάδι του Πουσέν!”
“Ω, ναι, δάσκαλε. Θα μπω σαν μικρή, θρασεία παιδίσκη που κάνει τούμπες στο χορτάρι και τραβάει από τα αυτιά τα σγουρόμαλλα αρνάκια. Κάπως σαν τη μικρή Λουλού, που έχει κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο. Θα την ξέρετε. Από τα καρτούν.”
“Βέβαια και την ξέρω. Μπες έτσι, λοιπόν. Σαν τη μικρή Λουλού.”
“Πολύ ευχαρίστως! Διότι στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των Ουρανών και ο ζωγραφικός παράδεισος!” απάντησε αμέσως εκείνη κρατώντας στα χέρια της ένα σωληνάριο κίτρινης τέμπερας.
Μόνο με όρους της αρχαίας τραγωδίας μπορεί να περιγραφεί η σύντομη ζωή της σημαντικής ποιήτριας Ανθούλας Σταθοπούλου-Βαφοπούλου, που δημιούργησε το έργο της στη Θεσσαλονίκη του μεσοπολέμου. Αφού μέσα σε μία δεκαετία έχασε από ασθένειες τον αδελφό της, τη μητέρα της και την αδελφή της, τελείωσε αθόρυβα και η δική της ζωή, στη μέση ακριβώς της άνοιξης του 1935 (16 Απριλίου), στο σανατόριο Ασβεστοχωρίου. Στον θεατρικό αυτόν μονόλογο αναπλάθονται ποιητικά οι τελευταίες στιγμές της στο δωμάτιο του σανατορίου.