Περιεχόμενα
– Τσίρκο IL MUNDO
– Αλικάντη
– Ασημίνα
– Ο Ιταλός στρατιώτης
– Βαΐα
– Αγαπημένη μου αδερφή
– Προϊστορική αγελάδα
– Σε μισώ
– Η ποδηλάτισσα
– Μακιγιέρ
– Νύφη


Η συλλογή Όνειρα και Οράματα περιλαμβάνει ένδεκα διηγήματα του φανταστικού και του μυστηρίου. Αναφέρονται στο ξάφνιασμα απέναντι σε ανεξήγητα γεγονότα του καθημερινού βίου, που ανατρέπουν την πραγματικότητα όπως τη γνωρίζουμε ή την αντιλαμβανόμαστε.
Είναι μια απάντηση στο αφόρητο του ρεαλισμού; Μία μεγέθυνση των επιθυμιών κόντρα στο ρεύμα που μας παρασύρει; Μια καταφυγή στο ανεξήγητο που εξηγεί ή δικαιολογεί συμπεριφορές και στάσεις που εναντιώνονται στο κυρίαρχο ρεύμα των κοινωνικών και ιστορικών καταναγκασμών;
Στη λογοτεχνία του φανταστικού, ο μετεωρισμός, ανακουφιστικός ή επώδυνος, για συμβάντα που δεν υπόκεινται ούτε σε φυσικούς νόμους ούτε σε κοινωνικές συμβάσεις, είναι το όργανο που δικαιολογεί το αναίτιο, σταματά ή επιταχύνει τον χρόνο για χάρη της διήγησης. Αν ο αναγνώστης διστάζει ανάμεσα στη λογική και στην υπερφυσική εξήγηση των γεγονότων, ο δισταγμός γίνεται μέθοδος, προπαίδεια στην αμφισβήτηση της αλόγιστης βεβαιότητας.
– Τσίρκο IL MUNDO
– Αλικάντη
– Ασημίνα
– Ο Ιταλός στρατιώτης
– Βαΐα
– Αγαπημένη μου αδερφή
– Προϊστορική αγελάδα
– Σε μισώ
– Η ποδηλάτισσα
– Μακιγιέρ
– Νύφη
Το καλοκαίρι του 2015 στη Λέσβο έφταναν καραβιές προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυσαν τα πάντα. Η προκυμαία της Μυτιλήνης και όλες οι παραλίες του νησιού γέμισαν με χιλιάδες δυστυχισμένους ανθρώπους που ζητούσαν να ξεφύγουν από τον φόβο και τον αφανισμό που τους απειλούσε στις πατρίδες τους.
Τότε αναπτύχθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης, στο οποίο μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των Λεσβίων, που είχε ως αποτέλεσμα να προταθεί η Λέσβος, και κυρίως οι τρεις γιαγιάδες της Σκάλας Σκαμνιάς που απέσπασαν τον παγκόσμιο θαυμασμό, για το βραβείο Nobel Ειρήνης, που δυστυχώς δεν το πήραν.
Σταδιακά, όμως, από λίγους στην αρχή ανθρώπους, που πολλοί απ’ αυτούς θησαύριζαν από την παρουσία των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα ξενοφοβικό κίνημα με συνθήματα που ήθελαν να πείσουν τον κόσμο, και δυστυχώς έπεισαν πολλούς, πως όλοι αυτοί ήρθαν να μας αλλάξουν την πίστη, να ετοιμάσουν την υποταγή μας στην Τουρκία, να μας κλέψουν τις δουλειές μας. Οπότε θυμήθηκα αυτό που έγραψε ο Σεφέρης (πρόσφυγας κι αυτός) στο έργο του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη: “Έφυγαν απ’ τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι τέλος πάντων αποκρίνονται: “Ένα φράγκο το ποτήρι”. Κι ο πατέρας διηγείται: “Έφτυσα μέσα στο στόμα του παιδιού να το ξεδιψάσω”.
Αυτή η ελεεινή συμπεριφορά, μαζί και άλλες ιστορίες που άκουσα για την υποδοχή των προσφύγων στο νησί μου, με έκαναν να μετάσχω στον θρήνο της εκατονταετηρίδας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις προγονικές τους μικρασιατικές εστίες, γράφοντας λίγες ιστορίες γι’ αυτά. Απλώς για να θυμόμαστε όλοι.
Ανάμεσα στη Λέσβο, και πιο ειδικά στο Πλωμάρι του, και στη Θεσσαλονίκη, βίωσε, φαντάσθηκε ή επινόησε ιστορίες και παραμύθια που συγκίνησαν τον γραφιά αυτών των κομματιών.
Οι φτωχοί απόμαχοι της ζωής, που βρήκαν τρόπο να διασκεδάσουν τον επερχόμενο θάνατο στις απάνθρωπες συνθήκες της κρίσης, ο νέος ξενιτεμός των βλασταριών της ελληνικής επαρχίας, η δυστυχία και η πάλη για ζωή των νεοπροσφύγων, οι λιτανείες για τον εξανθρωπισμό του Θείου, αγιορείτικες αλλά και λεσβιακές περιηγήσεις, ερωτικές φαντασιώσεις, με τα κατάλοιπα της ανίκητης κυριαρχίας της βαθιάς συντηρητικής αντίληψης, συνθέτουν ένα πανόραμα της κοινωνικής μας πραγματικότητας των τελευταίων εξήντα χρόνων, που αποτυπώνονται σ’ αυτήν τη συλλογή διηγημάτων.
Ο βυθός και οι όχθες του Αμαζονίου αλλά και των νησιών αλλάζουν. Θα ακολουθούμε τις καμπές του ποταμού. Θα ταξιδεύουμε κοντά στις όχθες του ποταμού όπου το ρεύμα είναι λιγότερο ισχυρό, αυτό είναι γενικός κανόνας. Πάντα να προσέχεις να μη χτυπήσεις κανένα κορμό δέντρου, γιατί είναι πρόβλημα. Υπάρχουν, όμως, περιπτώσεις που τα δέντρα είναι μισοβυθισμένα ή βυθισμένα τελείως γιατί έχουν απορροφήσει πολύ νερό, και με τις λάσπες γίνονται ακόμη βαρύτερα. Τότε, αν χτυπήσεις ένα τέτοιο δέντρο, μπορεί να κάνεις ζημιά στις προπέλες. Από ένα πέρασμα που περάσαμε σε προηγούμενο ταξίδι, μπορεί να μην περάσουμε στο επόμενο. Δημιουργούνται νησιά εκεί που δεν υπήρχαν.
Σε μία άφιξη στο Μανάους ο υποπλοίαρχος επισκέφθηκε την Όπερα, που εκείνη την εποχή επισκευαζόταν. Είχε χτιστεί στα τέλη του 19ου αιώνα, σε μία εποχή που στο Μανάους υπήρχαν 16 χιλιόμετρα λεωφόρων και ηλεκτρικά τραμ, ενώ την ίδια εποχή στη Βοστόνη τα τραμ τα έσερναν ακόμη άλογα. Ο μοναδικός Καρούζο είχε τραγουδήσει το “Pagliacci”, και η θεϊκιά Άννα Πάβλοβα είχε χορέψει τη “Λίμνη των Κύκνων”. Όλος αυτός ο πλούτος παραγόταν από τη συλλογή του καουτσούκ. Οι εργάτες που μάζευαν το καουτσούκ, οι seringueros, ζούσαν μέσα στη φτώχεια.
Στην Boca da Valeria οι επιβάτες αγόραζαν αναμνηστικά από τους ελάχιστους ντόπιους. Εκεί ήταν πολύ ωραίο θέαμα τα ροζ δελφίνια του Αμαζονίου με το παράξενο κεφάλι. Ήταν άκακα. Αντίθετα με τον μύθο, τα πιράνχας δεν επιτίθενται όταν είναι πλήμμη, αλλά μπορεί να επιτεθούν όταν είναι ρηχία. Είναι μύθος ότι τα πιράνχας επιτίθενται μαζικά και τρώνε τα θύματά τους σε λίγα λεπτά.
Η Ιωάννα Κοιτά ξεκινά μαθήματα ζωγραφικής με τον εικαστικό Λουκά Λυτούδη. Μέσα από τα συναρπαστικά μαθήματα αναδύεται απαλά η ιστορία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Το κείμενο το διατρέχει ένα φαντασμαγορικό γαϊτανάκι από τυρκουάζ της Κνωσού, φτερωτά κίτρινα, στιβαρά μπλε της Αμοργού. Το λιονταράκι του Λεονάρντο, ο γλυπτός πιτσιρίκος της πλατείας Ναυαρίνου παρελαύνουν μαζί με ζαβολιάρικα ζιγκ-ζαγκ και κατακόκκινες μπάλες αγάπης. Παράλληλα αναπτύσσεται μια σχέση φιλίας, που μεταμορφώνει την Ιωάννα, η οποία περιπλανιέται στην πόλη συνδέοντας με τη ματιά της τη σχέση της ζωγραφικής με τον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά του.
“Ιωάννα, παιδί μου, μη χάνεσαι στους λαβυρίνθους της σκέψης, μπες στη ζωγραφική σαν να μπαίνεις σε ένα ανθισμένο λιβάδι του Πουσέν!”
“Ω, ναι, δάσκαλε. Θα μπω σαν μικρή, θρασεία παιδίσκη που κάνει τούμπες στο χορτάρι και τραβάει από τα αυτιά τα σγουρόμαλλα αρνάκια. Κάπως σαν τη μικρή Λουλού, που έχει κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο. Θα την ξέρετε. Από τα καρτούν.”
“Βέβαια και την ξέρω. Μπες έτσι, λοιπόν. Σαν τη μικρή Λουλού.”
“Πολύ ευχαρίστως! Διότι στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των Ουρανών και ο ζωγραφικός παράδεισος!” απάντησε αμέσως εκείνη κρατώντας στα χέρια της ένα σωληνάριο κίτρινης τέμπερας.
Η ψυχοπαθολογική αποτύπωση στην οξεία φάση της πανδημίας φανερώνει πως ο covid-19 δεν προκάλεσε απλώς ιογενή πνευμονία σε αρκετούς συνανθρώπους μας, οδηγώντας τους συχνά στον θάνατο, αλλά υπήρξε κάτι βαθύτερο, κρυφό και ύπουλο, αφού αλλοίωσε ανθρώπινες προσωπικότητες και διατάραξε τις ανθρώπινες σχέσεις. Ωστόσο, η απόσταση από πρόσωπα και καταστάσεις είχε ως επακόλουθο να αναπτυχθεί μια άλλου τύπου εγγύτητα, που δεν σχετίζεται με τα κοινωνικά δίκτυα και την αλόγιστη επικοινωνία, αλλά με τη συνειδητοποίηση των ορίων μας, της ύπαρξής μας και τη βαθύτερη γνώση των πραγμάτων.
Είκοσι μία ιστορίες γραμμένες στο διάστημα της πρώτης και της δεύτερης καραντίνας. Η αντανάκλαση των παρενεργειών του κορωνοϊού σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο. Ιχνηλασίες ανθρώπων που άγγιξαν ή ξεπέρασαν κάποιο όριο, ευρισκόμενοι στην κρίσιμη καμπή της ζωής τους. Παράλληλα, όμως, και ιχνηλασίες των ορίων της γραφής, που σε κρίσιμες περιστάσεις λειτουργεί ως βακτηρία και αποκούμπι.
Δυο πόλεις, δυο γιαγιάδες. Η Βικτωρία, δυναμική, εκρηκτική και ρηξικέλευθη, στην Πόλη, η Ελένη, θεοσεβούμενη, προσγειωμένη και σεμνή, στη Σαλονίκη. Οι οικογένειές τους ενώνονται μέσω του γάμου των παιδιών τους, και η μικρή τους εγγονή θυμάται. Θυμάται όσα ως μικρό κορίτσι έζησε μαζί τους. Τις καθημερινές ασχολίες και τις γιορτινές επετείους, τα ασήμαντα γεγονότα και τα φοβερά που έμειναν στην ιστορία, τα πρόσωπα που κινούνταν γύρω τους με ρόλο πρωταγωνιστικό ή δευτερεύοντα χωρίς να παραλείπει τις αναφορές στους ανώνυμους κομπάρσους, τύπους χαρακτηριστικούς εκείνων των χρόνων.
Θυμάται πολλά. Και όσα δεν θυμάται -ως ενήλικη πια- τα ψάχνει. Ρωτάει όσους ακόμη ζουν και ερευνά καταφεύγοντας σε όσες επίσημες πηγές είναι προσβάσιμες, έχοντας μοιράσει τη ζωή της ανάμεσα στη λατρεμένη λαμπρή Πόλη των παιδικών της χρόνων και στην προσφυγομάνα Θεσσαλονίκη της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Γραμμένο με ψυχή, με συναισθήματα που ξεπηδούν από τα βιώματα, με ματιά καθαρή και αντικειμενική, με πνεύμα αδέσμευτο από φανατισμούς, με λόγο προφορικό και εναργή το έργο της συγγραφέως ζωντανεύει τα πρόσωπα που αγάπησε και την καθόρισαν, τα γεγονότα που έζησε και τη στιγμάτισαν και παραδίδει όσα είδε, όσα άκουσε και όσα έμαθε κτήμα ες αεί για τα παιδιά της, αναμνηστικό βοήθημα για όσους έζησαν μαζί της όσα περιγράφει, και υπέροχο ανάγνωσμα για τους υπολοίπους που νοερά ταξιδεύουν μαζί της από την Πόλη στη Σαλονίκη.
Ο τίτλος του βιβλίου χαρίζεται στη μία γιαγιά. Γιατί ήταν η γιαγιά της Πόλης. Της λατρεμένης της Πόλης όπου γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της η συγγραφέας, φέρουσα το όνομά της και κληρονομώντας το στη δική της μικρή εγγονή. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται νωρίς γιατί η Βικτωρία κέρδισε τον τίτλο.