Περιεχόμενα
– Αφηγήσεις
– Από το “προ παππού και μετά παππού” ημερολόγιο της Λενιώς
– Γλωσσάρι
– Πηγές – Ευχαριστίες


“Εκείνο τον καιρό, είναι αλήθεια, οι χαρές ήταν πολύ λιγότερες από τις σκοτούρες. Μαζί με τη μάνα είχα την ευθύνη της οικογένειας. Δουλειά και πάλι δουλειά. Η μόνη χαρά που δεν ήθελα να στερηθώ ήταν να μαθαίνω να μαθαίνω καινούργια πράγματα. Γι’ αυτό, παρά το ξεθέωμα της μέρας, τα βράδια περνούσα από τα σοκάκια του χωριού και κοντοστεκόμουν στις αυλόπορτες ν’ ακούσω καμιά είδηση, ας ήταν και παλιά, εμένα μου ‘κανε.”
Ποιος ορίζει το μέτρημα του χρόνου; Ποιος θυμάται πόσο γρήγορα ή αργά άλλαξε ο κόσμος;
Οι ήρωες της Αναθύμησης αναμετριούνται με τη ροή των γεγονότων, τις εξελίξεις. Θυμούνται, ξεχνούν, διηγούνται, καταγράφουν. Μέσα από τις ζωές τους και τις εμπειρίες τους ξεδιπλώνεται και η ιστορία της Λάρισας και της περιοχής της τα τελευταία εκατό και κάτι χρόνια.
– Αφηγήσεις
– Από το “προ παππού και μετά παππού” ημερολόγιο της Λενιώς
– Γλωσσάρι
– Πηγές – Ευχαριστίες
Η Αντιγόνη Αργυρίου ξεκινά ως νεαρή φιλόλογος την εκπαιδευτική της σταδιοδρομία με όνειρα και ορμή και με την επιθυμία οι μαθητές της να «είναι όλοι τους παιδιά» της.
Στο τέλος της εκπαιδευτικής της διαδρομής κάνει τον απολογισμό της.
Ανακαλεί στη μνήμη της θραύσματα από την πορεία της στην ελληνική εκπαίδευση,
εικόνες μπερδεμένες, αποσπασματικές, θολές εικόνες που αποκτούν σιγά σιγά το περίγραμμά τους, πρόσωπα που έρχονται, φεύγουν και ξανάρχονται, η καθημερινότητα του σχολείου, οι δυσκολίες, οι αντιθέσεις, οι αντιδράσεις, οι φωτεινές και όμορφες στιγμές με τα «παιδιά» της, τα γέλια και τα τραγούδια τους και άλλες εικόνες της προσωπικής της ζωής, όλα σαν κινηματογραφικά πλάνα πέφτουν το ένα μετά το
άλλο, μια οθόνη το μυαλό της, σκηνοθέτης και μοντέρ η ίδια, προσπαθεί να τα βάλει όλα σε λογική σειρά, να φτάσει σε συμπεράσματα…
Η αφήγηση της Αντιγόνης Αργυρίου δίνει μια συναισθηματική, εκ των έσω, εικόνα της ζωής του σχολείου, όπως την «είδε» η ίδια. Σε δεύτερο πλάνο οι κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις στη χώρα.
Η Ιωάννα Κοιτά ξεκινά μαθήματα ζωγραφικής με τον εικαστικό Λουκά Λυτούδη. Μέσα από τα συναρπαστικά μαθήματα αναδύεται απαλά η ιστορία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Το κείμενο το διατρέχει ένα φαντασμαγορικό γαϊτανάκι από τυρκουάζ της Κνωσού, φτερωτά κίτρινα, στιβαρά μπλε της Αμοργού. Το λιονταράκι του Λεονάρντο, ο γλυπτός πιτσιρίκος της πλατείας Ναυαρίνου παρελαύνουν μαζί με ζαβολιάρικα ζιγκ-ζαγκ και κατακόκκινες μπάλες αγάπης. Παράλληλα αναπτύσσεται μια σχέση φιλίας, που μεταμορφώνει την Ιωάννα, η οποία περιπλανιέται στην πόλη συνδέοντας με τη ματιά της τη σχέση της ζωγραφικής με τον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά του.
“Ιωάννα, παιδί μου, μη χάνεσαι στους λαβυρίνθους της σκέψης, μπες στη ζωγραφική σαν να μπαίνεις σε ένα ανθισμένο λιβάδι του Πουσέν!”
“Ω, ναι, δάσκαλε. Θα μπω σαν μικρή, θρασεία παιδίσκη που κάνει τούμπες στο χορτάρι και τραβάει από τα αυτιά τα σγουρόμαλλα αρνάκια. Κάπως σαν τη μικρή Λουλού, που έχει κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο. Θα την ξέρετε. Από τα καρτούν.”
“Βέβαια και την ξέρω. Μπες έτσι, λοιπόν. Σαν τη μικρή Λουλού.”
“Πολύ ευχαρίστως! Διότι στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των Ουρανών και ο ζωγραφικός παράδεισος!” απάντησε αμέσως εκείνη κρατώντας στα χέρια της ένα σωληνάριο κίτρινης τέμπερας.
Η συλλογή Όνειρα και Οράματα περιλαμβάνει ένδεκα διηγήματα του φανταστικού και του μυστηρίου. Αναφέρονται στο ξάφνιασμα απέναντι σε ανεξήγητα γεγονότα του καθημερινού βίου, που ανατρέπουν την πραγματικότητα όπως τη γνωρίζουμε ή την αντιλαμβανόμαστε.
Είναι μια απάντηση στο αφόρητο του ρεαλισμού; Μία μεγέθυνση των επιθυμιών κόντρα στο ρεύμα που μας παρασύρει; Μια καταφυγή στο ανεξήγητο που εξηγεί ή δικαιολογεί συμπεριφορές και στάσεις που εναντιώνονται στο κυρίαρχο ρεύμα των κοινωνικών και ιστορικών καταναγκασμών;
Στη λογοτεχνία του φανταστικού, ο μετεωρισμός, ανακουφιστικός ή επώδυνος, για συμβάντα που δεν υπόκεινται ούτε σε φυσικούς νόμους ούτε σε κοινωνικές συμβάσεις, είναι το όργανο που δικαιολογεί το αναίτιο, σταματά ή επιταχύνει τον χρόνο για χάρη της διήγησης. Αν ο αναγνώστης διστάζει ανάμεσα στη λογική και στην υπερφυσική εξήγηση των γεγονότων, ο δισταγμός γίνεται μέθοδος, προπαίδεια στην αμφισβήτηση της αλόγιστης βεβαιότητας.
Τι είναι η μουσική;
Τι είναι το παρελθόν;
Η Βάλια μόλις προσλαμβάνεται ως βιβλιοθηκονόμος στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εκεί γνωρίζεται με τον Χάρη, καθηγητή μουσικής και πιανίστα. Με έναν παράξενο τρόπο και με οδηγό τη μουσική, ξεκινούν οι δυο τους ένα μαγικό ταξίδι που τους φέρνει αντιμέτωπους με τον έρωτα, το σκοτεινό τους παρελθόν και τον εαυτό τους.
Ένα βιβλίο για τη μοναξιά, τη φιλία και την τρυφερότητα των αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας με φόντο τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη.
Ανάμεσα στη Λέσβο, και πιο ειδικά στο Πλωμάρι του, και στη Θεσσαλονίκη, βίωσε, φαντάσθηκε ή επινόησε ιστορίες και παραμύθια που συγκίνησαν τον γραφιά αυτών των κομματιών.
Οι φτωχοί απόμαχοι της ζωής, που βρήκαν τρόπο να διασκεδάσουν τον επερχόμενο θάνατο στις απάνθρωπες συνθήκες της κρίσης, ο νέος ξενιτεμός των βλασταριών της ελληνικής επαρχίας, η δυστυχία και η πάλη για ζωή των νεοπροσφύγων, οι λιτανείες για τον εξανθρωπισμό του Θείου, αγιορείτικες αλλά και λεσβιακές περιηγήσεις, ερωτικές φαντασιώσεις, με τα κατάλοιπα της ανίκητης κυριαρχίας της βαθιάς συντηρητικής αντίληψης, συνθέτουν ένα πανόραμα της κοινωνικής μας πραγματικότητας των τελευταίων εξήντα χρόνων, που αποτυπώνονται σ’ αυτήν τη συλλογή διηγημάτων.
Δυο πόλεις, δυο γιαγιάδες. Η Βικτωρία, δυναμική, εκρηκτική και ρηξικέλευθη, στην Πόλη, η Ελένη, θεοσεβούμενη, προσγειωμένη και σεμνή, στη Σαλονίκη. Οι οικογένειές τους ενώνονται μέσω του γάμου των παιδιών τους, και η μικρή τους εγγονή θυμάται. Θυμάται όσα ως μικρό κορίτσι έζησε μαζί τους. Τις καθημερινές ασχολίες και τις γιορτινές επετείους, τα ασήμαντα γεγονότα και τα φοβερά που έμειναν στην ιστορία, τα πρόσωπα που κινούνταν γύρω τους με ρόλο πρωταγωνιστικό ή δευτερεύοντα χωρίς να παραλείπει τις αναφορές στους ανώνυμους κομπάρσους, τύπους χαρακτηριστικούς εκείνων των χρόνων.
Θυμάται πολλά. Και όσα δεν θυμάται -ως ενήλικη πια- τα ψάχνει. Ρωτάει όσους ακόμη ζουν και ερευνά καταφεύγοντας σε όσες επίσημες πηγές είναι προσβάσιμες, έχοντας μοιράσει τη ζωή της ανάμεσα στη λατρεμένη λαμπρή Πόλη των παιδικών της χρόνων και στην προσφυγομάνα Θεσσαλονίκη της εφηβείας και της ενηλικίωσης. Γραμμένο με ψυχή, με συναισθήματα που ξεπηδούν από τα βιώματα, με ματιά καθαρή και αντικειμενική, με πνεύμα αδέσμευτο από φανατισμούς, με λόγο προφορικό και εναργή το έργο της συγγραφέως ζωντανεύει τα πρόσωπα που αγάπησε και την καθόρισαν, τα γεγονότα που έζησε και τη στιγμάτισαν και παραδίδει όσα είδε, όσα άκουσε και όσα έμαθε κτήμα ες αεί για τα παιδιά της, αναμνηστικό βοήθημα για όσους έζησαν μαζί της όσα περιγράφει, και υπέροχο ανάγνωσμα για τους υπολοίπους που νοερά ταξιδεύουν μαζί της από την Πόλη στη Σαλονίκη.
Ο τίτλος του βιβλίου χαρίζεται στη μία γιαγιά. Γιατί ήταν η γιαγιά της Πόλης. Της λατρεμένης της Πόλης όπου γεννήθηκε και έζησε τα πρώτα χρόνια της ζωής της η συγγραφέας, φέρουσα το όνομά της και κληρονομώντας το στη δική της μικρή εγγονή. Ο αναγνώστης αντιλαμβάνεται νωρίς γιατί η Βικτωρία κέρδισε τον τίτλο.