Αμπελοπούλια
Ανυποψίαστοι
πόσο μπλεγμένο είναι το δίχτυ
ή
πώς κολλάει μια ξόβεργα
σε τόσες κληματσίδες.
Γενιές εγκλωβισμένες στην αθωότητα
πορευόμαστε αβάσταχτα.
Πως μπορεί να περιγράψεις την αγάπη
Όταν μπορεί να είναι το καθετί;
“Κλείνω τα μάτια μου
για να σε δω
τέτοιος που ήσουνα
βράχος πουλί καράβι
και πάλι εδώ
τότε και τώρα
ένα τατού πάνω στο δέρμα μου
μικρό
που δεν παλιώνει”
Χρωματιστά ρούχα ενδύομαι,
φωτιά γίνομαι
από του πόνου την έλλειψη,
ακίνητος κινούμαι
στης ερήμου την όαση,
αντικατοπτρίζεται η μορφή σου στο Είναι μου.
Από του προσώπου σου
την ομορφιά ξεμακραίνω,
στο βυθό της θάλασσας των λέξεων
ποιήματα αγκιστρώνω
που πάνω τους χαραγμένη είσαι
Εσύ.
Η συλλογή παρουσιάζει σκέψεις για διάφορα ζητήματα αλλά και συναισθηματικές στιγμές με εκφραστικό εργαλείο την ποίηση.
Η εν Θεσσαλονίκη γεννηθείσα και ποιητικώς διαμορφωθείσα κυρία, έπειτα από τριάντα χρόνια διαρκούς προσφοράς εις της ποιήσεως την περιοχή, απεφάσισε το δύσκολον της αυτοανθολογήσεως έργον. Δεν δύναμαι να γνωρίζω πώς αισθάνθηκε όταν ήγγικεν η ώρα. Γι αυτό που ημπορώ να μιλήσω είναι τι αίσθηση τα ποιήματά της μου αφήνουν. Η στόχευσή της είναι ευκρινής: η καθημερινότητα, έτσι όπως γλιστράει ανάμεσα στα χέρια της και καθώς χάνεται, αγωνίζεται να την ανασυστήσει. Εκείνη τη στιγμή έρχεται το ποίημα, που είναι σαν εις τη Μνήμη επίκληση να τη συντρέξει. Εξομολογητική τονικότητα στις minore κλίμακές της, minore, γιατί κλαυθμός ακούγεται βουβός, χωρίς να βλέπεις τα μάτια και τα ίδια τα δάκρυα. Κάτι υπόκωφο που το αφουγκράζεσαι, γιατί συμβαίνει τόσο κοντά σου, που δεν το βλέπεις. Η φωνή ανασύρεται από των ημερών την πηγάδα την άβαθη, διασώζοντας σ ένα κουβαδάκι το ύδωρ ως στοιχείο που δηλώνει ζωή είσαι παρούσα, δεν εξηντλήθης. (ΒΑΣΙΛΗΣ Κ. ΚΑΛΑΜΑΡΑΣ,ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ, 22/06/2001)
ΚΑΘΕ ΤΕΛΟΣ
μες στις γαλότσες
σαν άγριο ψάρι
άλλοτε φρύγει
άλλοτε αρδεύει
το ρήμα δρω
Τέσσερα ποιητικά γραμμένα πεζά αποτελούν το “Ύστατο Τευχίδιο”.