Δημήτρης Λάλλας

Author's books

Για μια εθνογραφία των πρακτικών και των πολιτισμικών ρεπερτορίων

Στο βιβλίο αυτό διερευνούμε τη δυνατότητα ενός γόνιμου για την κοινωνική και κοινωνιολογική θεωρία και πρόσφορου για την ποιοτική κοινωνική έρευνα συγκερασμού της θεωρίας της πρακτικής και των πολιτισμικών ρεπερτορίων. Θεωρούμε ότι η προοπτική των πολιτισμικών ρεπερτορίων μπορεί αφενός να αξιοποιήσει τις επιστημολογικές και μεθοδολογικές θέσεις της πολιτισμικής θεωρίας και της θεωρίας των πρακτικών και αφετέρου να απαντήσει στις αδυναμίες αμφοτέρων. Το υπόβαθρο ενός τέτοιου συγκερασμού είναι μια βασική οντολογική θέση για το κοινωνικό την οποία μοιράζονται τόσο η πολιτισμική θεωρία όσο και η θεωρία των πρακτικών: η τοποθέτηση του κοινωνικού στις συλλογικές συμβολικές δομές νοήματος και γνώσης.

Ο συγκερασμός της θεωρίας της πρακτικής με τη θεωρία των πολιτισμικών ρεπερτορίων μπορεί να διευρύνει τη μεθοδολογική σκοπιά και να θέσει ως αντικείμενο κοινωνιολογικής διερεύνησης όχι μόνο τις καθημερινές, ρουτινοποιημένες, μη-συνειδητές, σωματικές/νοητικές δραστηριότητες των υποκειμένων στο πλαίσιο μιας οργανωμένης πρακτικής, μα και τον ρόλο των θεσμών
και ευρύτερων (μακρο-) φαινομένων που εμπλέκονται στη διαμόρφωση των πολιτισμικών ρεπερτορίων˙ αυτών των ρεπερτορίων δράσης και λόγου από τα οποία τα υποκείμενα, στο πλαίσιο των κοινωνικών πρακτικών όπου συμμετέχουν, αντλούν στοιχεία για να ερμηνεύσουν/επιτελέσουν τους ρόλους τους.

Θεωρούμε ότι μια εθνογραφία εμπνεόμενη από την πραξεολογική θεωρία, μια εθνογραφία των πρακτικών και των πολιτισμικών ρεπερτορίων αποτελεί μια πολλά υποσχόμενη ερευνητική προοπτική, η οποία μπορεί να ενδυναμώσει τον ποιοτικό μεθοδολογικό προσανατολισμό της κοινωνικής έρευνας. Για αυτόν τον λόγο εξετάζεται το πως συγκεκριμένες μεθοδολογίες και μέθοδοι ποιοτικής κοινωνικής έρευνας μπορούν να υποστηρίξουν μια εθνογραφία των πρακτικών και των πολιτισμικών ρεπερτορίων.

Επίσης, παρουσιάζεται μια θεματική ανάλυση της αναστοχαστικής συζήτησης που έγινε στο πλαίσιο ενός μαθήματος για την ποιοτική κοινωνική έρευνα. Η συζήτηση αυτή αφορά την εμπειρία της παρακολούθησης του εν λόγω μαθήματος και της συμμετοχής στο ερευνητικό συνεργείο, το οποίο διενέργησε μια άσκηση μικροεθνογραφικής έρευνας. Η ανάπτυξη κοινωνικών και ερευνητικών δεξιοτήτων, η αξιοποίηση της ερευνητικής απειρίας και αδαημοσύνης ως μιας βάσης ανάπτυξης μιας συλλογικής, ισότιμης, συμπεριληπτικής ερευνητικής πρακτικής, η επίγνωση μα και η υπέρβαση προσωπικών ορίων και αντοχών αποτελούν κεντρικά ζητήματα του αναστοχαστικού λόγου των φοιτητριών… και συνάμα αναδεικνύουν ότι όταν δίνεται η ευκαιρία σε νέες/ους κοινωνικές/ους επιστημόνισσες/επιστήμονες μπορούν να αναπτύξουν περαιτέρω την κοινωνική τους ευαισθησία και την όρεξη για επιστημονική διερεύνηση του κοινωνικού μας κόσμου.

Στον Μικρόκοσμο του Mall

Τι είναι ένα shopping mall; Σύγχρονο εμπορικό και ψυχαγωγικό κέντρο; Ιδιωτικός χώρος μαζικής χρήσης; Νέου τύπου ημι-δημόσιος χώρος; Σκηνή του σύγχρονου καταναλωτή;
Το shopping mall είναι όλα αυτά και κάτι παραπάνω. Είναι ένας μικρόκοσμος. Είναι τόπος που πραγματώνει την ουτοπία του εμπορευματικού πολιτισμού. Είναι τόπος που “εδαφικοποιεί” την καταναλωτική τάξη ή αλλιώς την τάξη του κόσμου του εμπορεύματος. Το mall προτείνει μια εμπειρία του κοινωνικού χώρου καθαρή, αποκλειστικά εμπορευματική και θεαματική. Ως αύταρκες, μονωμένο, καθαρό περιβάλλον προτείνει την πόλη του εμπορευματικού πολιτισμού, όπως “θα έπρεπε να είναι”. Καθαρή, αφηρημένη, μυστικοποιημένη, όπως το εμπόρευμα. Αυτή τη μορφή σχέσης προωθεί το mall όσον αφορά την εμπειρία της περιπλάνησης, την καταναλωτική πρακτική και εμπειρία, καθώς και την εργασία εντός του.
Στη μελέτη μας, μέσα από την κοινωνικο-χωρική διαλεκτική προσέγγιση, επιχειρείται η διερεύνηση και η ανάλυση του τρόπου συγκρότησης της ταυτότητας του χώρου και της ταυτότητας των “κατοίκων – καταναλωτών”. Η ταυτότητα του χώρου και η ταυτότητα των καταναλωτών βρίσκονται σε μια διαρκή, διαλεκτική διαδικασία κατεργασίας και -από ό,τι φαίνεται- επιβεβαίωσης και αναπαραγωγής της καταναλωτικής κουλτούρας. Με άλλα λόγια, διαπιστώνεται ότι ο καταναλωτής στο mall, μέσω της επιτέλεσης του ρόλου του και μέσω του “καταναλωτικού βιώματος”, βρίσκει ένα (μικρο)κόσμο όπως “θα ήθελε να είναι”, καθαρό, εν τάξει, ασφαλή, ονειρικό, μαγικό. Μια εντοπισμένη “ουτοπία”, όπου το θέαμα, ως “κοινωνική σχέση ατόμων διαμεσολαβούμενη από τις εικόνες” (Γκυ Ντεμπόρ), αποκτά την πιο καθαρή μορφή του και συνιστά το πρότυπο της καταναλωτικής εμπειρίας και οργάνωσης της εργασίας σε αυτό τον μικρόκοσμο.