Ο Παίκτης και το Παίγνιο
…Καθόμαστε πάνω σε μια πληγή
Που δεν πιστεύουμε στη γιατρειά της
Και την κοιτάμε όπως
Οι τουρίστες τον κρατήρα του ηφαιστείου…


…Καθόμαστε πάνω σε μια πληγή
Που δεν πιστεύουμε στη γιατρειά της
Και την κοιτάμε όπως
Οι τουρίστες τον κρατήρα του ηφαιστείου…
Η σκέψη βάζει τη φαντασία και την πραγματικότητα να περπατήσουν μαζί στον ίδιο δρόμο. Καθώς προχωρούν, συνειδητοποιούν πως είναι δύο συνεργάτες, που άργησαν να γνωριστούν.
Ανακαλύπτουν πως έχουν πολλά κοινά: την ευκολία να δίνει η μία τη σκυτάλη της έκφρασης στην άλλη, αδιαφορώντας για το τέρμα και δίνοντας σημασία στη συνέχεια.
Την έλλειψη εγωισμού στη διεκδίκηση της τελευταίας φράσης, γιατί πιστεύουν ότι σε κάθε φράση πρέπει να δοθεί η ευκαιρία να δημιουργήσει τις δικές της συνθήκες· προϋπόθεση, για να βαδίσουν σε καινούργιους δρόμους.
Τον κύκλο, αγαπημένο τους σχήμα, όπου δεν υπάρχουν αριθμημένες θέσεις για την αρχή και το τέλος.
Τελικά πρόκειται για μια αναπόφευκτη γνωριμία, ικανή ν’ αφαιρέσει κάθε ενδοιασμό που ένιωθαν, όποτε υπήρχε ανάγκη ν’ ανταλλάξουν στοιχεία μεταξύ τους.
Άλλωστε, η δημιουργία δεν αποκλείει κανένα υλικό, όπως και η ζωή δεν αποκλείει κανένα πλάσμα.
Το Canto είναι μια ποιητική μορφή που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ελευθερία. Προέρχεται από την ιταλική γλώσσα και σημαίνει “τραγούδι” και “τραγουδώ” και είναι εξέλιξη τής λατινικής λέξης “cantus” … Είναι συνήθως εκτεταμένο και δεν υπόκειται σε κανόνες, ούτε σε περιορισμούς, σε αντίθεση με άλλα είδη…Ουσιαστικά το canto θεωρείται τμήμα μιας ακόμα μεγαλύτερης ποιητικής κατασκευής και παραπέμπει στο έπος…
Είχε μπει στον πειρασμό
και είχε κρυφοκοιτάξει
μέσα απ’ το φινιστρίνι.
Δεν περίμενε να υπάρχουν
πόρτες που προδίδουν
τα μυστικά τους.
Γι’ αυτό υπάρχουν τα παράθυρα.
Στη μέση ένας καλόγερος
σκυφτός χωρίς λόγο.
Γυμνός από πανωφόρια
τυλιγμένος μ’ ένα μεταξωτό μαντήλι.
Στο πάτωμα ένα ποτήρι με μία ανεμώνη.
“Μια άνοιξη κλεισμένη μ’ έναν καλόγερο
σ’ ένα δωμάτιο, πόση ζωή να έχει…” σκέφτηκε.
Ο καλόγερος που άκουσε τη σκέψη του
άρχισε να ψάχνει την κορμοστασιά του…
Οι “Φωτολέξεις” δημιουργήθηκαν τυχαία.
Οι “λήψεις” απέκτησαν “φωνή” που ίσως απηχεί το εσωτερικό τους νόημα.
Ίσως πάλι και όχι.
Η σύμπτωση είναι δύσκολη δουλειά και σπάνια πετυχαίνει.
Αλλά δεν πειράζει.
Αρκεί που η απόπειρα ενσαρκώνει μια προσέγγιση.
Οι “ληψεις” δεν θα ήταν ίδιες χωρίς τις “λέξεις”.
Δεν τις είχαν ανάγκη, αλλά από τη στιγμή που τις συνάντησαν μεταμορφώθηκαν σε μια σύνθεση που περιλαμβάνει δυο διαφορετικές ματιές.
Κι αυτό είναι κάτι σίγουρα όμορφο.
Γιατί οι συνθέσεις αλλάζουν τον κόσμο.
“Πώς γίνεται να μην είχες προσέξει
πως κάθε οικεία θάλασσα
έχει αβυθομέτρητα σημεία
πως κάθε χάρτης του ουρανού
έχει αχαρτογράφητες πορείες
πως δεν γνωρίζουμε ούτε καν
τα βήματά μας πού μας πάνε;”