

Οι Συμφορές του Πολέμου
“Οι συμφορές του πολέμου” είναι μια συλλογή ογδοντατριών χαρακτικών, που δημιούργησε ο Γκόγια με τη μέθοδο της οξυγραφίας και πρωτοεκδόθηκαν το 1863. Ο μεγάλος ισπανός ζωγράφος τα έφτιαξε κατά τα τελευταία χρόνια της ζωής του, μακριά από την πατρίδα του, αποτραβηγμένος στο Μπορντώ της Γαλλίας. Βασίζονται στις φοβερές σκηνές που αντίκρισε κατά τον πόλεμο των ισπανών με τον εισβολέα Ναπολέοντα (“Αυτό το είδα”, γράφει στα περιθώρια των έργων), αλλά απεικονίζουν στιγμιότυπα απ’ όλους τους πολέμους του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Στο επίμετρο, ο γάλλος μελετητής και ιστορκός της τέχνης Ελί Φωρ σχολιάζει τα χαρακτικά, τα εντάσσει στο συνολικό έργο του Γκόγια, τα τοποθετεί στο ιστορικό τους πλαίσιο και αφορμάται απ’ αυτά για να διατυπώσει ορισμένες γενικότερες σκέψεις για το φαινόμενο του πολέμου.
Related products
Άγνωστα Βυζαντινά Κάστρα της Μακεδονίας
Συναισθηματική Τοπογραφία
Ο ομότιμος καθηγητής της Αρχιτεκτονικής του Α.Π.Θ. Νικόλαος Μουτσόπουλος, ο σοφός δάσκαλος, με λόγο γλαφυρό και ουσιαστικό, που διανθίζεται από ιστορικά στοιχεία, μύθους και παραδόσεις, μας ταξιδεύει στον μυστικό κόσμο της Πρέσπας, στο λιμνογέννητο νησί του Αγίου Αχιλλείου, στους βυζαντινούς ναούς και στα ασκηταριά της λίμνης. Κι ακόμη, σε κάστρα και καταφύγια του ελληνισμού, στα Αμπελάκια των Τεμπών και στη Θράκη, στην αρχαία πόλη της Λήμνου Χρυσή, στα Δρακόσπιτα της Εύβοιας, στην Αγιά Σοφιά της Κωνσταντινούπολης, στα μοναστήρια του Άθω. (Γ.Ε.Β., ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 9/7/2002)
Το Αίνιγμα της Τέχνης Αντιστοιχεί στο Αινιγμά που Είναι ο Άνθρωπος
Αν δεχθούμε ότι ο άνθρωπος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της φύσης, μάλιστα ένα συνειδητό της μέρος. Αν δεχθούμε πως η συνειδητότητα αυτή τον διαχωρίζει ταυτόχρονα από τη φύση δημιουργώντας του νέα πεπρωμένα, τότε το ερώτημα της καλλιτεχνικής έκφρασης τίθεται σοβαρά, ταυτίζεται δηλαδή με τα πρωταρχικά ερωτήματα του ανθρώπου. Η ταύτιση και η ταυτόχρονη απόστασή μας από τη φύση δημιουργούν μια ρωγμή, μια σχάση. Ίσως, το πρώτο αίτιο της ανάγκης για έκφραση να ξεπηδά μέσα από αυτή τη ρωγμή, θέλοντας πρώτα να τη δηλώσει, μετά να τη γεφυρώσει.
Ο Μάρκος στο Χαρέμι
Με τα φτερά της φαντασίας ταξιδεύουμε στα σουλτανικά παλάτια της οθωμανικής Σταμπούλ επί δυναστείας του σουλτάνου Σουλεϊμάν του Μεγαλοπρεπούς, του Νομοθέτη. Η παντοδύναμη μητέρα του, η μεγάλη βαλιδέ-σουλτάνα, ελληνικής -υποτίθεται- καταγωγής, στα πλαίσια της φιλελεύθερης πολιτικής που επιχειρεί να εφαρμόσει στο χαρέμι, προσκαλεί από την Αθήνα τον ρεμπέτη Μάρκο Βαμβακάρη με την ορχήστρα του για να διασκεδάσει τις αιχμάλωτες χανούμισσες. Ο Μάρκος με το μπουζούκι του και με τη συνοδεία του Σταύρακα φτάνει στην Πόλη, όπου του γίνεται θερμή υποδοχή στο σαράι, αλλά, μετά τη γνωριμία του με τις γυναίκες του χαρεμιού, αποφασίζει την απαγωγή και την απελευθέρωσή τους με τη συνεργασία του Καραγκιόζη, που εκτελεί χρέη υπηρέτη της βαλιδέ. Η συνωμοσία αποκαλύπτεται από τους συνεργάτες της βαλιδέ-χανούμ, τον Μορφονιό και τον αρχιευνούχο Χαντούμ-αγά, με αποτέλεσμα τη σύλληψη των συνωμοτών. Η βαλιδέ προτίθεται να τους τιμωρήσει όλους παραδειγματικά, αλλά υποχωρεί έπειτα από τις παρακλήσεις και τις εξομολογήσεις του Βαμβακάρη και του Καραγκιόζη, τους συγχωρεί και τους στέλνει μαζί με τις ελεύθερες πλέον γυναίκες του χαρεμιού στην Ελλάδα.
Τα Χρωματιστά Κουβαράκια του Ρέμπραντ
Η Ιωάννα Κοιτά ξεκινά μαθήματα ζωγραφικής με τον εικαστικό Λουκά Λυτούδη. Μέσα από τα συναρπαστικά μαθήματα αναδύεται απαλά η ιστορία της παγκόσμιας ζωγραφικής. Το κείμενο το διατρέχει ένα φαντασμαγορικό γαϊτανάκι από τυρκουάζ της Κνωσού, φτερωτά κίτρινα, στιβαρά μπλε της Αμοργού. Το λιονταράκι του Λεονάρντο, ο γλυπτός πιτσιρίκος της πλατείας Ναυαρίνου παρελαύνουν μαζί με ζαβολιάρικα ζιγκ-ζαγκ και κατακόκκινες μπάλες αγάπης. Παράλληλα αναπτύσσεται μια σχέση φιλίας, που μεταμορφώνει την Ιωάννα, η οποία περιπλανιέται στην πόλη συνδέοντας με τη ματιά της τη σχέση της ζωγραφικής με τον σύγχρονο άνθρωπο που ασφυκτιά μέσα στην γκρίζα καθημερινότητά του.
“Ιωάννα, παιδί μου, μη χάνεσαι στους λαβυρίνθους της σκέψης, μπες στη ζωγραφική σαν να μπαίνεις σε ένα ανθισμένο λιβάδι του Πουσέν!”
“Ω, ναι, δάσκαλε. Θα μπω σαν μικρή, θρασεία παιδίσκη που κάνει τούμπες στο χορτάρι και τραβάει από τα αυτιά τα σγουρόμαλλα αρνάκια. Κάπως σαν τη μικρή Λουλού, που έχει κάνει κοπάνα απ’ το σχολείο. Θα την ξέρετε. Από τα καρτούν.”
“Βέβαια και την ξέρω. Μπες έτσι, λοιπόν. Σαν τη μικρή Λουλού.”
“Πολύ ευχαρίστως! Διότι στα παιδιά ανήκει η βασιλεία των Ουρανών και ο ζωγραφικός παράδεισος!” απάντησε αμέσως εκείνη κρατώντας στα χέρια της ένα σωληνάριο κίτρινης τέμπερας.