Κατάλογος

Ο Σκύλος Έξυνε την Πόρτα

Όλα τα χρώματα φυλακισμένα στο άσπρο.
Αν κάνει πως σκάζει, θα πεταχτούν από παντού.
Θα τρελαθεί ο κόσμος.
Κοίτα πόσο χρώμα, και μας το έκρυβαν.
Τα ποιήματα φτάνουν σ’ εμένα από τα δάση.
Μα δεν τα φέρνουν τα πουλιά, ούτε τα σύννεφα.
Το κεφάλι μου πλατύ κανάλι
τα σπρώχνει σαν κορμούς
να κυλήσουν στο χαρτί,
να τρυπήσουν το τραπέζι,
το πάτωμα,
να βγουν στους δρόμους.

Μικρά Ταξίδια

Καθημερινά
Με βρίσκει η μέρα με καφέ σε πλαστικό
Σε μπουγατσάδικα και σε πρατήρια άρτου
Σκέψεις ανάκατες και σχέδια επί χάρτου BIC αναπτήρας και πακέτο μαλακό
Γωνιές της πόλης που ξυπνάνε αναμνήσεις
Διαδρομές πάνω στις ράγες της ρουτίνας
Φόντο με χρώμα σκουριασμένης λαμαρίνας
Φωτογραφίες, SMS και αναρτήσεις
Λογισμικά, laptops και ταμπλέτες
Ασύρματη δικτυακή επικοινωνία
Χώροι που μυρίζουν αμμωνία
Εμπορεύματα σε ξύλινες παλέτες
Μάντρες, γιαπιά, γραφεία, υπηρεσίες
Καντίνες, mini markets, ATM
Ειδήσεις κι εκπομπές απ’ τα FM
Τσαρλατάνοι και αυτόκλητοι μεσσίες

Ένας Οδοιπόρος στον Μαύρο Άνεμο

Το άτομο μέσα στη μοντέρνα κοινωνία απομονώνεται γιατί προτιμά να είναι διασπασμένο παρά να μην είναι αυθεντικό. Εάν ο μεγαλύτερος ποιητής της γερμανικής γλώσσας του εικοστού αιώνα έχει την αίσθηση ότι εκφράζει την εποχή του, ότι την ενσαρκώνει αποδεχόμενος όλες τις πληγές της, είναι ακριβώς γιατί νιώθει ελεύθερος από κάθε δεσμό, νιώθει ξεριζωμένος από κάθε κοινωνικό πλαίσιο και ξένος μέσα στην ίδια του την κατοικία, μες στον τεχνολογικό πολιτισμό και μέσα στον κόσμο που τον περιβάλλει. Η καθολικότητα της ποίησής του οφείλεται στο ότι έχει βιώσει και καταγράψει το πεπρωμένο ενός πολιτισμού και μιας ιστορικής περιόδου, που έχει στερήσει από τον λαό γενικά και από το κάθε άτομο ξεχωριστά κάθε οικουμενική αξία, κάθε σχέση με το Όλον, του οποίου ο ποιητής θεωρείται εκπρόσωπος. Ο Κόσμος αποτελείται πλέον από θραύσματα που παρασύρονται στον γκρεμό, από διαλυμένες και εξαρθρωμένες ατομικότητες. Από το βάθος της δυστυχίας τους, αυτά τα μόρια δεν μπορούν να εκφράσουν παρά μόνο τη νοσταλγία τους για τη χαμένη ενότητα. Ο Τρακλ βιώνει σε βάθος αυτήν τη διάσπαση της εποχής του, προφητεύει και υφίσταται τις παγκόσμιες καταστροφές, την αγωνία ενός πολιτισμού που διαλύει όλα τα θεμέλια της ζωής και μέχρι τον Γολγοθά του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, μέσα στον οποίον σιγοκαίγεται και τελικά πεθαίνει. Το απομονωμένο άτομο δεν μπορεί να γίνει συμμέτοχο, η μόνη του δυνατή αυθεντικότητα είναι να επιλέξει το περιθώριο. ΚΛΑΟΥΝΤΙΟ ΜΑΓΚΡΙΣ

Οι Ταβέρνες της Παλιάς Θεσσαλονίκης

Από τον Μεσαίωνα ακόμα, τόσο στην Ανατολή όσο και στη Δύση, τα χάνια, τα χαμαιτυπεία και οι ταβέρνες βρίσκονταν έξω από τα τείχη των πόλεων, κοντά στις πύλες. Όταν εξέλιπε η ανάγκη της προστασίας των πόλεων με τείχη, τα ευαγή αυτά ιδρύματα μεταφέρθηκαν μέσα σης πόλεις και κατά προτίμηση στις αγορές, εκεί που κυκλοφορούσε πολύς κόσμος. Στην αρχή τα χάνια ήταν συνάμα και μπουρδέλα και ταβέρνες, αλλά με τον καιρό οι καινούριες συνθήκες ζωής επέφεραν το διαχωρισμό τους. Τα μπουρδέλα έμειναν έξω από τις πόλεις, τα χάνια άρχισαν να λειτουργούν στις ακραίες συνοικίες, πάντοτε όμως κοντά στις οδούς επικοινωνίας της πόλης με την ύπαιθρο, και οι ταβέρνες στα πιο πολυσύχναστα μέρη των αστικών κέντρων.

Εδώ στη Σαλονίκη οι πιο πολλές ταβέρνες βρίσκονταν στο Βαρδάρη και, όπως αναφέρει ο Τούρκος περιηγητής Εβλιά Τσελεμπή που πέρασε από την πόλη μας στα 1668, υπήρχαν τότε στη Σαλονίκη τριακόσιες σαράντα οκτώ ταβέρνες και καπηλειά. Στις αρχές του 19ου αιώνα σ” όλο το μήκος της οδού που θα ονομαστεί αργότερα Εγνατία υπήρχαν υπόγειες ταβέρνες, που σ” αυτές έπιναν τα ρακιά τους οι Τούρκοι για να μη τους βλέπουν οι ραγιάδες. Για τις ταβέρνες που ήταν γύρω από την Καμάρα, η παράδοση αναφέρει ότι οι ιδιοκτήτες τους ξεμονάχιαζαν τους γενίτσαρους, τους μεθούσαν και τους έριχναν στους βόθρους. Θα πείτε: γιατί οι ταβερνιάρηδες, κατά κανόνα άνθρωποι αγαθοί, γίνονταν φονιάδες; Η αφόρητη τρομοκρατία που ασκούσαν οι γενίτσαροι και η εκμετάλλευση των χριστιανών είχε ξεπεράσει κάθε όριο και οι ραγιάδες, μη μπορώντας να τους πολεμήσουν τους Τούρκους μ” άλλο τρόπο, τους εξαφάνιζαν ρίχνοντάς τους στους βόθρους των μαγαζιών τους χωρίς ν” αφήνουν ίχνη.

Τα Σχολεία της Θεσσαλονίκης (μέχρι το 1944)

Δημοτικά σχολεία, γυμνάσια, δημόσια και ιδιωτικά εκπαιδευτήρια, ελληνικά και ξένα, τα πρώτα φροντιστήρια. Ιστορικά στοιχεία και αναμνήσεις του συγγραφέα, δίνουν μια εικόνα της παιδείας στην πόλη μας μέχρι το 1944.

Οι Πλατείες της Θεσσαλονίκης (μέχρι το 1944)

Οι πλατείες της Θεσσαλονίκης ήταν οι τόποι συνάθροισης και συνάντησης των ανθρώπων, και όχι απλώς οι χώροι σύγκλισης των οδικών αρτηριών, όπως σήμερα. Με τα λίγα που γράφουμε περιγράφοντας τις πλατείες της πόλης μας μέχρι το 1944, προσπαθούμε να διατηρήσουμε ζωντανές τις αναμνήσεις στους παλιούς, αλλά και να δείξουμε στους νεότερους ότι η ζωή ήταν κάποτε διαφορετική.

Οι Κινηματογράφοι της Παλιάς Θεσσαλονίκης (1895-1944)

Το βιβλίο μνημονεύει τη σκοτεινή αίθουσα ως ένα από τα τρία στοιχεία απόλαυσης του σινεμά. Αποτελεί φιλόπονο συλλεκτικό έργο ενός πιστού του κινηματογράφου ως λαϊκού θεάματος και ντοκουμέντο ιστορικής έρευνας. Έχει την ψυχή του ευαίσθητου και αλκοολικού θεατή μέσα του και τη σωστική φροντίδα του “ανώνυμου” χρονικογράφου μιας εποχής απ’ έξω του. Αρχίζει με τη γενεαλογία των ονομάτων των αιθουσών της Θεσσαλονίκης. […] Παρεκβαίνει μετά προς την περιοχή των επιγείων θεοτήτων που πέρασαν κι από τη Θεσσαλονίκη “ωραίες και μοιραίες” για την παρηγοριά του λαού και τις στιγμιαίες εξάψεις του. Ρίχνει μερικές σκέψεις του στο χαρτί υπερασπίζοντας την παντομίμα. Παρακολουθεί τα πρώτα βήματα του ελληνικού κινηματογράφου, συμπληρώνοντας τις πληροφορίες του με χαριτωμένα σχόλια, κρίσεις και αναφορές. Τέλος, καταγράφει τις ταινίες που προβλήθηκαν στη Θεσσαλονίκη μέχρι το 1944. Με στοιχεία ξεθαμμένα από βιβλία ξένων στρατιωτικών, λευκώματα κυριών και σκόρπια φύλλα εφημερίδων. Την “υπόθεση” μερικών ταινιών απ’ αυτές την ιστορεί σαν παραμύθι. Ωσότου φτάνει στον Επίλογο με μιαν αίσθηση, θα λέγαμε, πληρότητας και κορεσμού του αφηγητή που έκανε το παν για να τροφοδοτήσει τη ροή του λόγου του με οποιοδήποτε υλικό μπορούσε να παρασύρει προς την εκβολή του. Μιλώντας περισσότερο παρά γράφοντας, ο Κώστας Τομανάς μπορεί να ονομαστεί ο λαϊκός κι εμπειρικός κοινωνιολόγος του σινεμά και συγχρόνως ο γνήσιος υπερασπιστής της κινηματογραφικής αίθουσας. (Νίκος Κολοβός, περιοδικό Διαβάζω, 25/5/1994)

Τα Καφενεία της Παλιάς Θεσσαλονίκης

Η ζωή των Σαλονικιών, οι χαρές και οι λύπες τους, οι αγώνες και οι αγωνίες τους περιγράφονται χωρίς φιοριτούρες και ψευτοπατριωτικές εξάρσεις που είναι πάντα ύποπτες – κι από τον τρόπο της περιγραφής αποκαλύπτεται ο μικρός ή μεγάλος ρόλος που έπαιξαν τόσο οι επώνυμοι όσο και ο απλός κόσμος σε γεγονότα που σημάδεψαν την τύχη της πόλης, της Μακεδονίας και όλης της Ελλάδας.

Δρόμοι και Γειτονιές της Θεσσαλονίκης (μέχρι το 1944)

Από τα μέσα της δεκαετίας του 1970 και μέχρι τον θάνατό του, το 1993, ο Κ. Τομανάς, εκπαιδευτικός το επάγγελμα, στον τομέα των φυσικών και μαθηματικών επιστημών, συγκέντρωνε υλικό για τη ζωή στην παλιά Θεσσαλονίκη. Μετά θάνατον, ο γιός του, Β. Τ., ταξινομεί και εκδίδει κατά ενότητες αυτό το υλικό.
Ο πλέον ογκώδης τόμος αφορά τους δρόμους και τις γειτονιές της Θεσσαλονίκης. Πρόκειται για τη διήγηση της ιστορίας των δρόμων, όπως την φτιάχνουν πρόσωπα και κτίρια, σε μια περίοδο ογδόντα χρόνων. Ένα βιβλίο που, κατά την εκτίμησή μας, διαβάζεται επιλεκτικά, ίσως και γιατί, για τον μη Θεσσαλονικιό, ο φόρτος των πληροφοριών είναι μεγάλος. – Σε μια τέτοια επιλεκτική ανάγνωση, λ.χ., η οδός Εγνατία ξετυλίγεται ως μυθιστόρημα: “Στη γωνία με την οδό Πρασακάκη ήταν, και εξακολουθεί να είναι, το μέγαρο του ποιητή Τάκη Βαρβιτσιώτη, που στο ισόγειό του λειτουργούσε το περίφημο καφενείο Χρυσούν Απίδιον. Πριν από την πυρκαγιά του 1917, στη διασταύρωση των οδών Αγίας Σοφίας και Εγνατίας ήταν το σπίτι των πέντε Παπουλιάδων, του Γρηγόρη, του Αλέκου, του Αριστοτέλη (διάσημων χασομέρηδων της εποχής), του Φωκίωνα (που έπαιζε βιολί και διορίστηκε καθηγητής στο Κρατικό Ωδείο το 1916) και του Γιώργου (που ήταν ποιητής.). Θα αναφέρουμε μόνο δυο στίχους, που μας διάβασε με δόση ειρωνείας ο καθηγητής μας των Νέων Ελληνικών Πέτρος Σπανδωνίδης: Τικ-τακ το ωρολόγιον, τικ-τακ και ο σφυγμός μου / και όταν παύσει το τικ-τακ, απέρχομαι του κόσμου. Στη θέση του σπιτιού των Παπουλιάδων χτίστηκε ένα μέγαρο, που στο ισόγειό του εγκαταστάθηκε το φαρμακείο του κυρ Γαβριήλ Πεντζίκη”. (Μάρη Θεοδοσοπούλου, Η ΕΠΟΧΗ, 25/1/1998)

Το Κάστρο της Νιφάδας

Οι δρόμοι για το Κάστρο της Νιφάδας ξεκινούν από παντού και τελειώνουν στο βάθος των οριζόντων, αν μπορείς να ονειρεύεσαι. Μα αυτό θα το μάθεις μόνο αν διαλέξεις να ζεις τη ζωή σου σαν παραμύθι, σαν τον τόπο των εκπλήξεων και της ομορφιάς, μέσα στον πόνο και στον χρόνο…

Παραμύθια των Ρομά – Ε Πουρανε Μπροσα

«Είμαι Τσιγγάνος», της είπε ο βασιλιάς, «σ’ αυτόν τον τόπο έχω βαρεθεί τη ζωή μου. Εσύ που είσαι αγράμματη αλλά σοφή. Εσύ που είσαι πεντάφτωχη, αλλά έχεις ξάστερο και ακονισμένο μυαλό. Που δεν έχεις τίποτα, αλλά έχεις κέφι και καρδιά. Πες μου αν ξέρεις κάτι σημαντικό που να ξυπνήσει την ψυχή μου. Που να είναι στ’ αλήθεια όμορφο, χωρίς η ομορφιά του να σκανδαλίζει. Κάτι που να έχει το μυστικό άρωμα της αρετής, χωρίς τη συνηθισμένη βλακεία της διδασκαλίας. Κάτι που να είναι αληθινά σοφό και απλό, χωρίς ωστόσο τυλιγμένο στα φανταχτερά κουρέλια της επιστήμης και της φιλοσοφίας. Κάτι που να είναι ευχάριστο σαν την καινούργια φιλενάδα αλλά όχι κουραστικό σαν τη σύζυγο. Ούτε βέβαια ανατριχιαστικό σαν την πεθερά. Κάτι που να σε μεθάει σαν το παλιό αγνό κρασί χωρίς να σου θολώνει το μυαλό. Κάτι που αρέσει στους πλούσιους όσο και στους φτωχούς, στους τίμιους όσο και στους κατεργάρηδες. Κάτι που να μη βάζει σε σκοτούρες τον βασιλιά και την κυβέρνηση. Ούτε και τον λαό σε αναταραχές. Κάτι που να γοητεύει. Ν’ αποκοιμίζει μωρά στα γόνατα της γιαγιάς τους. Ν’ αρέσει στ’ αγόρια όσο και στα κορίτσια. Να το ακούνε με την ίδια ευχαρίστηση οι άντρες όσο και οι γυναίκες, οι σπουδασμένοι, οι μυαλωμένοι όσο και οι ασπούδαστοι και οι αγράμματοι, οι ονειροπαρμένοι. Κάτι που για το χατίρι του να παρατάνε στη μέση τη δουλειά τους οι νοικοκυρές. Να αποξεχνάνε τα κορίτσια τη βαρέλα τους στη βρύση. Να λησμονούν το ψωμί τους στον φούρνο. Να αφήνουν να καίγεται το φαγητό τους στη φωτιά. Κάτι που να μαγεύει τις γριές και τους γερόντους. Να ακούγεται με την ίδια ξενοιασιά τόσο τη νύχτα όσο και τη μέρα.»
Τότε όλοι τριγύρω σώπασαν. Κρατάνε την αναπνοή τους. Θάμασαν τη σοφία του βασιλιά. Αλλά από μέσα τους σκέφθηκαν: «Ζητάει κάτι ο βασιλιάς, κάτι που δεν υπάρχει!»
Η γριά Τσιγγάνα Ταμάρα χαμογέλασε. «Κατάλαβα», είπε, «βασιλιά, τι ζητάς, ζητάς, πολυχρονεμένε μου αφέντη, να σου πω ωραία παραμύθια».

Τρια Cantos

Το Canto είναι μια ποιητική μορφή που χαρακτηρίζεται από μεγάλη ελευθερία. Προέρχεται από την ιταλική γλώσσα και σημαίνει “τραγούδι” και “τραγουδώ” και είναι εξέλιξη τής λατινικής λέξης “cantus” … Είναι συνήθως εκτεταμένο και δεν υπόκειται σε κανόνες, ούτε σε περιορισμούς, σε αντίθεση με άλλα είδη…Ουσιαστικά το canto θεωρείται τμήμα μιας ακόμα μεγαλύτερης ποιητικής κατασκευής και παραπέμπει στο έπος…

Ζιλ και Νικόλ

…Έτσι άρχισα να βλέπω προσεεχτικά τις κάρτες και να διαβάζω τα γράμματα και το Ημερολόγιο.Και τότε δυο κόσμοι,άγνωστοι μέχρι εκείνη τη στιγμή σε μένα ανοίχτηκαν μπροστά μου και με θάμπωσαν.
Από τη μια πλευρά έβλεπα σαν σε κινηματογραφική ταινία σκηνές από έναν έρωτα που φούντωσε κι ολοκήρώθηκε μέσα στην αγαπημένη πόλξ,την πόλη μου, και χάθηκε τόσο αναπάντεχα την άφατη στιγμή της απόλυτης ομορφιάς του…Έναν έρωτα παθιασμένο του Ζιλ προς την κοπέλα με τα ζωηρά μαύρα μάτια και τη χοντρή πλεξούδα που έπεφτε στον δεξί της ώμο…τη Νικόλ…έναν έρωτα που χάθηκε μαζί με την πόλη.Στη μεγάλη πυρκαγιά…

 

Μυθιστόρημα που εκτυλίσσεται στη Θεσσαλονίκη από το 1917 (χρονιά της μεγάλης πυρκαγιάς) μέχρι σήμερα. Ένας μεγάλος έρωτας που τον καταστρέφει ένα απρόβλεπτο γεγονός: η μεγάλη πυρκαγιά του Αυγούστου 1917.

Οι Μαγεμένες στη Γενέθλια Πόλη

Κωνσταντινούπολη, Θεσσαλονίκη, Παρίσι.

Ακολουθώντας μια κατεστραμμένη μοίρα
από την Κωνσταντινούπολη, ο πρωταγωνιστής
θα καταλήξει στη πολυπολιτισμική
οθωμανική Θεσσαλονίκη του 1861.

Τρία χρόνια αργότερα, θεοί και άνθρωποι,
απομακρύνονται από την πατρώα γη.
Τα γεγονότα της αποξήλωσης και μεταφοράς του μνημείου
των «Μαγεμένων» στο Παρίσι,
θα προκαλέσουν τις εξελίξεις σε κοινωνικό και προσωπικό επίπεδο.

Ένας Οθωμανός, μία Εβραία και ένας Γάλλος,
θα τυλίξουν μαζί το νήμα που υφαίνουν μύθος και ιστορία.

Στην ανατολή του 1900, στην πόλη του φωτός,
θα ολοκληρωθεί η διαδρομή στις ζωές των ήρωες του βιβλίου.
Μια νέα διαδρομή θα χαραχτεί και θα είναι αυτή,
της επιστροφής των Μαγεμένων στην γενέθλια πόλη.

1 14 15 16 25