Πέντε μικρά πεζά:
– Ανάσχεση
– Επικτήτειο
– Εξεγειρόμενοι
– Διάλογος
– Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα.


Πέντε μικρά πεζά:
– Ανάσχεση
– Επικτήτειο
– Εξεγειρόμενοι
– Διάλογος
– Μικρό αφιέρωμα στον γνωστικό Μαρκίωνα.
Το καλοκαίρι του 2015 στη Λέσβο έφταναν καραβιές προσφύγων και μεταναστών που κατέκλυσαν τα πάντα. Η προκυμαία της Μυτιλήνης και όλες οι παραλίες του νησιού γέμισαν με χιλιάδες δυστυχισμένους ανθρώπους που ζητούσαν να ξεφύγουν από τον φόβο και τον αφανισμό που τους απειλούσε στις πατρίδες τους.
Τότε αναπτύχθηκε ένα τεράστιο κίνημα αλληλεγγύης, στο οποίο μετείχε η συντριπτική πλειονότητα των Λεσβίων, που είχε ως αποτέλεσμα να προταθεί η Λέσβος, και κυρίως οι τρεις γιαγιάδες της Σκάλας Σκαμνιάς που απέσπασαν τον παγκόσμιο θαυμασμό, για το βραβείο Nobel Ειρήνης, που δυστυχώς δεν το πήραν.
Σταδιακά, όμως, από λίγους στην αρχή ανθρώπους, που πολλοί απ’ αυτούς θησαύριζαν από την παρουσία των προσφύγων, δημιουργήθηκε ένα ξενοφοβικό κίνημα με συνθήματα που ήθελαν να πείσουν τον κόσμο, και δυστυχώς έπεισαν πολλούς, πως όλοι αυτοί ήρθαν να μας αλλάξουν την πίστη, να ετοιμάσουν την υποταγή μας στην Τουρκία, να μας κλέψουν τις δουλειές μας. Οπότε θυμήθηκα αυτό που έγραψε ο Σεφέρης (πρόσφυγας κι αυτός) στο έργο του Έξι νύχτες στην Ακρόπολη: “Έφυγαν απ’ τη Σμύρνη. Όταν βγήκαν στη Χίο, μαγαζιά, σπίτια, πόρτες, παράθυρα τα πάντα έκλεισαν μονομιάς. Αυτός με τη γυναίκα του στο κοπάδι. Το μωρό έξι μέρες να τραφεί, έκλαιγε, χαλούσε τον κόσμο. Η μάνα ζητά νερό. Από ένα σπίτι τέλος πάντων αποκρίνονται: “Ένα φράγκο το ποτήρι”. Κι ο πατέρας διηγείται: “Έφτυσα μέσα στο στόμα του παιδιού να το ξεδιψάσω”.
Αυτή η ελεεινή συμπεριφορά, μαζί και άλλες ιστορίες που άκουσα για την υποδοχή των προσφύγων στο νησί μου, με έκαναν να μετάσχω στον θρήνο της εκατονταετηρίδας από τον ξεριζωμό των Ελλήνων από τις προγονικές τους μικρασιατικές εστίες, γράφοντας λίγες ιστορίες γι’ αυτά. Απλώς για να θυμόμαστε όλοι.
Φασίστα!
Εγώ… φασίστας;
Κι εγώ φασίστας;
Μήπως;
Ρετούς είναι όρος της φωτογραφικής τέχνης. Είναι το ανάλαφρο άγγιγμα του φωτογράφου με καλοξυσμένο μολύβι πάνω στο αρνητικό που διορθώνει τις λεπτομέρειες, τις απροσεξίες στους φωτισμούς, τις μικρές ασέβειες του χρόνου στα πρόσωπα. Ο εξωραϊσμός της πραγματικότητας, το τρυφερό χάδι του ψέματος πάνω στην αλήθεια.
Το ΡΕΤΟΥΣ αφηγείται τη γέννηση ενός ιστορικού φωτογραφείου της Θεσσαλονίκης στα πρώτα μετεμφυλιακά χρόνια. Ακολουθεί τους ανθρώπους του -δύο δίδυμους αδελφούς- και την εξέλιξή τους μέχρι το σήμερα: άνοδος, ακμή, παρακμή και πτώση. Την περιπέτεια της αυτογνωσίας άλλοτε μέσα από τις νοσταλγικές επιστροφές και άλλοτε μέσα στο καθαρτήριο του τραγικού. Την ανάγκη των ανθρώπων να μεταμφιέζονται για να φωτογραφηθούν, και όχι μόνο, σ’ έναν εαυτό διαφορετικό από τον δικό τους, από επιθυμία να παραστήσουν κάτι που δεν είναι.
…Μια παρατεταμένη μεταμφίεση πολλών χρόνων, δεκαετίες με μασκαρέματα όχι τόσο αθώα όσο τα αποκριάτικα, κάλυψαν τη μούχλα, τον βολεμένο συντηρητισμό, τις συνενοχές και τον ενδόμυχο φόβο, κυρίως αυτόν, μήπως εμείς μείνουμε έξω από το παιχνίδι…
Μια γυναίκα ανακαλύπτει την κρυφή ζωή του συντρόφου της από το προσωπικό του ημερολόγιο, από διάφορα ευρήματα στα συρτάρια του γραφείου του και από το ιστορικό του υπολογιστή.
Ο χωρισμός είναι επώδυνος, αργόσυρτος, βουβός, με απότομες εξάρσεις.
(από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)
«- Θα έχουμε μερικά γκρουπ, εκτός από τους ανεξάρτητους επιβάτες, ένα από αυτά, το μεγαλύτερο, αποτελείται από καμιά τριανταριά βετεράνους του πολέμου του Βιετνάμ. Από το γραφείο μού έχουν ζητήσει να βάλω στο τραπέζι σου έναν συνταγματάρχη και δυο-τρεις άλλους. Δεν θυμάμαι τα ονόματά τους, πρέπει αργότερα να κοιτάξω τη λίστα.»
Φεύγοντας από το Μπαρμπάντος, μόλις φύγει ο πλοηγός, το πλοίο θα πάρει την πορεία 160°, θα ταξιδέψουνε για περίπου εννιά μίλια σχεδόν παράλληλα προς την ακτή μέχρι το South Point, και στην παράλλαξή του θα γυρίσουν στη 087°. Στην άλλη άκρη αυτής της πορείας είναι η Αφρική, τα ναυτικά μίλια που θα διανύσουν μέχρι το αγκυροβόλιο του Ντακάρ είναι 2.468.
Ταξιδεύοντας Ανατολικά πρέπει να βάλουν τα ρολόγια τέσσερις ώρες μπροστά, ούτως ώστε, φτάνοντας στο Ντακάρ, να έχουν GTM που έχει η Σενεγάλη. Ελέγχει τους χάρτες και τις πορείες από Ντακάρ για Καζαμπλάνκα και από εκεί για Βαρκελώνη. Στην Καζαμπλάνκα θα καθίσουν δύο ημέρες. Κοιτάζει τον χάρτη Pilot Chart για τον μήνα Ιανουάριο. Τα ρεύματα είναι Δυτικά, αντίθετα από την πορεία τους, και οι άνεμοι θα είναι κυρίως μέτριοι Βορειοανατολικοί ή Ανατολικοί. Δηλαδή, ρεύματα και άνεμοι αντίθετα, που σημαίνει μεγαλύτερες καταναλώσεις.
Σε μια εποχή που ο θάνατος δεν υπάρχει πια, οι άνθρωποι δεν έχουν παρά να αξιοποιήσουν τον απεριόριστο χρόνο που διαθέτουν για να εκπληρώσουν όλες τις επιθυμίες τους πάνω στη γη, ενώ ο κόσμος μεταμορφώνεται σ’ έναν κήπο των επίγειων απολαύσεων. Ο Αδάμ Μακρόπουλος είναι ένας απ’ αυτούς τους ευλογημένους ανθρώπους που ανήκουν στο τυχερό γένος των αθάνατων. Έχοντας, βέβαια, την ευτυχία να ζήσει για περίπου μισή χιλιετία, στο τέλος τού απέμεινε μόνο μία επιθυμία που δεν έχει εκπληρώσει: να πεθάνει. Διοικητικές λεπτομέρειες, σουρεαλιστικές περιπέτειες και μοιραίες παρεξηγήσεις μπαίνουν διαρκώς εμπόδιο στην προσπάθεια του ήρωα ν’ ανοίξει τις πύλες της εξόδου απ’ τη ζωή. Μέχρι που συναντά την Περσεφόνη, η οποία, με την αγνότητα, την υπευθυνότητα και την αγάπη της, θα του αλλάξει γνώμη και θα του αποδείξει πως, τελικά, η ζωή έχει νόημα. Μήπως, όμως, τότε να είναι πολύ αργά; Ή μήπως πολύ νωρίς, ώστε να πειστεί ο Αδάμ Μακρόπουλος πως, για να πεθάνει κανείς, θα πρέπει πρώτα να έχει ζήσει αληθινά; Με έντονα τα στοιχεία της μαύρης κωμωδίας και της αριστοφανικής σάτιρας πάνω σε ζητήματα πολιτικής ορθότητας, αλλά και, ταυτόχρονα, βαδίζοντας στα χνάρια που χάραξε το μοντέρνο υπαρξιακό δράμα, όπως αυτό σκιαγραφήθηκε απ’ τη σκέψη του Ντοστογιέφσκι, του Κάφκα και του Καμύ, το συγκεκριμένο βιβλίο είναι γι’ αυτούς και γι’ αυτές που αρέσκονται να πλάθουν εικόνες διαβάζοντας.
Τι είναι η μουσική;
Τι είναι το παρελθόν;
Η Βάλια μόλις προσλαμβάνεται ως βιβλιοθηκονόμος στο Κρατικό Ωδείο Θεσσαλονίκης. Εκεί γνωρίζεται με τον Χάρη, καθηγητή μουσικής και πιανίστα. Με έναν παράξενο τρόπο και με οδηγό τη μουσική, ξεκινούν οι δυο τους ένα μαγικό ταξίδι που τους φέρνει αντιμέτωπους με τον έρωτα, το σκοτεινό τους παρελθόν και τον εαυτό τους.
Ένα βιβλίο για τη μοναξιά, τη φιλία και την τρυφερότητα των αναμνήσεων της παιδικής ηλικίας με φόντο τη σύγχρονη Θεσσαλονίκη.